🔺Του Σωτήρη Μ. Τζούμα
Η Εκκλησία της Ελλάδος είναι η πιο οργανωμένη και δυναμική Εκκλησία της Ορθοδοξίας η οποία τηρεί τους ιερούς κανόνες και τις παραδόσεις μας ώστε να είναι ένα πραγματικό καταφύγιο πίστης, ελπίδας και αγιότητας.
Δυστυχώς εξαιτίας κάποιων μεμονωμένων περιπτώσεων κινδυνεύει να καταντήσει αποστεωμένο κουφάρι από σκιές του παρελθόντος. Και αυτό συμβαίνει όταν οι οι ίδιοι οι ποιμένες της αρνούνται να πράξουν το αυτονόητο: να αποσυρθούν με αξιοπρέπεια, όταν δεν δύνανται πλέον να εκτελέσουν τα καθήκοντά τους και να ποιμάνουν.
Υπάρχουν σήμερα Ιεράρχες, προβεβλημένοι και γηραιοί, που αν και σωματικά ανήμποροι, επιμένουν να κρατούν βιδωμένο τον αρχιερατικό θρόνο που τους δόθηκε θεία χάριτι και όχι για προσωπική δόξα ή οικογενειακή διαχείριση.
Η θλίψη γίνεται αγανάκτηση όταν βλέπει κανείς ότι πίσω από την αδυναμία τους, δεν υπάρχει ταπείνωση, αλλά μια σαφής απόφαση για διατήρηση της καρέκλας και της εξουσίας με κάθε τίμημα – ακόμη και με την παραχώρηση της εξουσίας σε λαϊκούς, εξωεκκλησιαστικούς “μάνατζερς”,ή σε περιβάλλοντα που παίζουν ρόλο Μητροπολιτών χωρίς να φορούν ράσο.
Το είχαμε δει το έργο αυτό πολλές φορές κατά το παρελθόν! Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο η Εκκλησία κατάφερε να κάνει την ανανέωση που χρειαζόταν και να έχει βρει την περπατησιά της. Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Ιερώνυμος θα μείνει στην ιστορία ως ο Αρχιεπίσκοπος ο οποίος σε λιγότερο από 20 χρόνια, κατάφερε και ανανέωσε τα 2/3 της Ιεραρχίας. Και όσο προχωρά ο χρόνος και εξακολουθεί να βρίσκεται στο τιμόνι θα συνεχίζει ακάθεκτος το έργο της ανανέωσης.
Στις μέρες μας εξακολουθούν να υπάρχουν γέροντες Ιεράρχες . Άλλοι με πολλά προβλήματα και άλλοι με λιγότερα.
Το έχουμε πει και θα το επαναλαμβάνουμε με βαθύ σεβασμό: κανείς δεν μπορεί — και δεν δικαιούται — να υποδείξει στον Σεβασμιώτατο Γέροντα Καρυστίας Σεραφείμ να αποσυρθεί από το υψηλό του λειτούργημα. Διότι ο ίδιος αποτελεί υπόδειγμα αρχιερατικής συνέπειας, ταπείνωσης και πνευματικής σοφίας. Με την αθόρυβη αλλά σταθερή παρουσία του διδάσκει, εμπνέει και καθοδηγεί όχι μόνο τους νεότερους, αλλά και τους πρεσβύτερους Αρχιερείς. Δεν χρειάζεται συστάσεις· το βίωμά του είναι η πιο δυνατή μαρτυρία της αφοσίωσής του στην Εκκλησία και το ποίμνιό του. Εκείνος, με τη διάκριση που τον χαρακτηρίζει, γνωρίζει πότε και πώς να πράξει το σωστό — όπως ακριβώς κάνει εδώ και δεκαετίες, υπηρετώντας με αυταπάρνηση και ευθύνη την αποστολή του. Τέτοιοι Ποιμένες δεν παραμερίζονται· τιμώνται.Αλλά δεν είναι μόνον ο Σεβ. Γέρων Καρυστίας.
Δεν είναι μόνον οι Μητροπολίτες προκεχωρημένης ηλικίας που αντιμετωπίζουν δυσχέρειες στην εκτέλεση των ποιμαντικών τους καθηκόντων. Υπάρχουν και άλλοι, σε μικρότερη ηλικία, οι οποίοι, παρά την τίμια και ενάρετη πορεία τους, δυσκολεύονται – εξαιτίας προβλημάτων υγείας – να ανταποκριθούν πλέον με πληρότητα και διάκριση στην υψηλή αποστολή που τους ανέθεσε η Εκκλησία. Η ευθύνη της αρχιερατικής διακονίας δεν είναι προσωπικό προνόμιο, ούτε βεβαίως ισόβιο λάφυρο· είναι ένα βαρύ και ιερό καθήκον, το οποίο αναλαμβάνει κανείς «ἄχρι καιροῦ», με επίγνωση των ορίων του και με αίσθημα ευθύνης έναντι Θεού και ανθρώπων.
Δεν αρκεί η αγάπη των πνευματικών του τέκνων, όταν αυτή μετατρέπεται σε σιωπηρή αποδοχή της έκθεσης και του σχολιασμού ενός προσώπου που δεν είναι πλέον σε θέση να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του.
Και ας σταματήσει επιτέλους αυτή η υποκριτική ρητορική περί “αγάπης” των πνευματικών του παιδιών. Ποια αγάπη επιτρέπει σε έναν άνθρωπο να εκτίθεται δημόσια, να γίνεται αντικείμενο σχολιασμού, ακόμα και χλεύης, εξαιτίας της αδυναμίας του να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του; Δεν του αξίζει τέτοια κατάληξη, και η σιωπή ή η ανοχή δεν είναι δείγματα σεβασμού – είναι μορφές συνενοχής.
Η πνευματική του αξία είναι αναμφισβήτητη και δεν πρέπει να επισκιαστεί από την εμμονή στη διοίκηση, παρά τις εμφανείς αντικειμενικές δυσκολίες. Η τιμητική και αξιοπρεπής αποχώρηση, όταν έλθει το πλήρωμα του χρόνου, αποτελεί πράξη γενναιότητας, σοφίας και υπευθυνότητας.
Δυστυχώς, οι φωνές που φτάνουν από την ευλογημένη επαρχία του εν λόγω Ιεράρχη δεν είναι ενθαρρυντικές. Η ποιμαντική εικόνα της τοπικής Εκκλησίας αλλοιώνεται, και η ευθύνη γι’ αυτό δεν αφορά μόνο το πρόσωπο του Μητροπολίτου, αλλά και τη Διοίκηση της Εκκλησίας, η οποία οφείλει να παρέμβει με διάκριση και σεβασμό, μα και με αποφασιστικότητα. Δεν πρέπει να επιτρέπεται η πνευματική παρακμή ή η θεσμική αδράνεια να διαβρώνουν την εμπιστοσύνη του λαού προς την Εκκλησία. Ήλθε η ώρα η Εκκλησία να σταθεί, με αγάπη και ειλικρίνεια, στο ύψος των περιστάσεων.
Ένας από τους κατά τα άλλα σεβαστούς, αλλά εμφανώς ανήμπορους Ιεράρχες, έχει οδηγήσει τη Μητρόπολη σε μια βαθιά θεσμική και πνευματική αδράνεια. Αφού πρώτα την αποψίλωσε, αφήνοντάς την με μόλις 16 οργανικές θέσεις – γεγονός που προμηνύει ένα τιτάνιο έργο για όποιον τολμήσει να διαδεχθεί αυτό το ερείπιο – έχει πλέον παραδώσει, άτυπα αλλά ουσιαστικά, τη διοίκηση σε λαϊκό πρόσωπο χωρίς καμία εκκλησιαστική ιδιότητα, χωρίς χειροτονία, χωρίς πνευματική ευθύνη. Και όμως, αυτός ο άνθρωπος δίνει εντολές ακόμη και στους Ιερείς· σε εκείνους που έχουν υπηρετήσει το Θυσιαστήριο με λευκασμένα γένια και βαθιές πληγές από χρόνια αφοσιωμένης διακονίας.
Αρχιερείς που επισκέπτονται τον γέροντα Ιεράρχη μένουν άναυδοι από την παρρησία – ή μήπως αυθάδεια; – του εν λόγω λαϊκού συνεργάτη. Κι όμως, κάθε φορά που ο γέρων καλείται να απαντήσει, στρέφει πρώτα το βλέμμα σε εκείνον, ζητώντας σιωπηρά την έγκρισή του. Αν αυτό το φαινόμενο συνιστά “Εκκλησία”, τότε ο πυρήνας της Ορθόδοξης εκκλησιολογίας έχει διαβρωθεί. Και αν μια Μητρόπολη μπορεί να σταθεί πάνω σε τέτοια σαθρά θεμέλια, τότε ας είμαστε ειλικρινείς: οι τίτλοι τέλους έχουν ήδη αρχίσει να γράφονται.
Η Ιεραρχία και Ο Αρχιεπίσκοπος ως ανωτάτη αρχή δεν δικαιούνται να σιωπούν πλέον. Έχουν την απόλυτη ευθύνη να προστατέψουν τον θεσμό από την εκτροπή. Η παράσταση αυτή δεν πρέπει να έχει άλλη παράταση. Είναι καιρός να πέσει η αυλαία, όχι από κορεσμό, αλλά από καθαρτήριο χρέος.
Η αποδόμηση της κανονικής τάξεως στην Εκκλησία δεν είναι απλώς διοικητική εκτροπή, είναι προσβολή προς το ίδιο το Μυστήριο της Ιερωσύνης αλλά επέρχεται και σε ευθεία αντίθεση με την γνήσια εκκλησιαστική μας παράδοση.
Μάλιστα οι πληροφοριοδότες μου λένε ότι πέρα από αυτό που μόλις παρουσιάσαμε υπάρχει κι άλλο παρασκήνιο. Έτερος Ιεράρχης, “σοβαρός” κατά τα άλλα,κινεί τα αραχνιασμένα νήματα στην Μητρόπολη αυτή με μοναδική δεξιοτεχνία. Φημολογείται – και όχι άδικα – πως στηρίζει και ενδεχομένως συντονίζει τα βήματα του βοηθού λαϊκού διοικητή (ακούμπα πάνω μου του λέει)με απώτερο , προφανώς, στόχο να θέσει ως επόμενο Μητροπολίτη στην πολύπαθη αυτή Μητρόπολη–την δική του πρόβληση: κληρικό σοβαρό μεν αλλά απολύτως ελεγχόμενο και ευπειθή σε αυτόν. Και τούτο διότι υπάρχουν βλέψεις για την επόμενη μέρα και ο στρατός σε μια μάχη μετράει αναλόγως των κουκιών που διαθέτει κανείς.
Αν αυτό δεν είναι ένα σύμπτωμα παρακμής και βαθειάς θεσμικής κρίσης , τότε τι είναι;
Η Εκκλησία δεν είναι ιδιοκτησία. Δεν είναι χώρος για μακροχρόνιες “κατοχές” θρόνων, ούτε φέουδο για να παραδίδεται σε προσωπικές αυλές. Η ευθύνη ενός Ιεράρχη δεν σταματά όταν εκείνος κουράζεται ή γηράσκει, αλλά όταν έχει το σθένος και την ταπείνωση να αποχωρήσει και να επιτρέψει στο Πνεύμα να εκλέξει νέο ποιμένα, όχι έναν νέο διαχειριστή.
Το έχουμε δει – και το έχουμε θαυμάσει – σε αρκετές Μητροπόλεις τα τελευταία χρόνια: εικόνες που δεν χρειάζονται φωνασκίες, αλλά μιλούν κατευθείαν στην καρδιά του πληρώματος και διδάσκουν με τον πιο αυθεντικό τρόπο το ήθος της Εκκλησίας.
Ο Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Νικόλαος στάθηκε με συγκινητική αξιοπρέπεια και ειλικρινή αφοσίωση στο πλευρό του γέροντος προκατόχου του, του μακαριστού Αγαθονίκου. Δεν περιορίστηκε απλώς στην παροχή φροντίδας· του προσέφερε κάτι πολύ ανώτερο: τιμή, σεβασμό και ορατή αγάπη, που έγινε παράδειγμα προς μίμηση για ολόκληρη την Εκκλησία. Η στάση του Νικολάου δεν ήταν μια τυπική πράξη ευσέβειας, αλλά μια βαθιά εκκλησιολογική μαρτυρία. Έδειξε ότι η πνευματική διαδοχή δεν σημαίνει απόρριψη του παρελθόντος, αλλά αναγνώριση και συνέχιση μιας ιστορίας που γράφτηκε με κόπο και πίστη.
Ο Νέας Ιωνίας και Φιλαδελφείας Γαβριήλ, Ιεράρχης δραστήριος και εργατικός ο οποίος ξεχώρισε από τότε που ήταν Πρωτοσύγκελος της Αρχιεπισκοπής Αθηνών και Αρχιγραμματέας της Ι. Συνόδου , δεν υστέρησε σε τίποτα. Με σπάνια εκκλησιαστική ευγένεια, αληθινό ήθος και μια στοργή που δεν επεδίωξε να προβάλλει , κράτησε μέχρι τέλους κοντά του τον σεπτό προκάτοχό του, Κωνσταντίνο. Δεν τον έκρυψε, δεν τον περιόρισε σε τυπικούς ρόλους. Αντιθέτως, του έδωσε χώρο, τον τίμησε, τον ανέδειξε, του έδωσε ζωή μετατρέποντας τη μετάβαση στην επόμενη εποχή σε μια αρμονική γέφυρα – όχι σε ρήγμα, όχι σε ρήξη, αλλά σε συνέχεια ζωής και διακονίας. Έτσι χτίζεται η Εκκλησία: με ενότητα, με μετάνοια, με αλληλοσεβασμό και, πάνω απ’ όλα, με αγάπη.
Και πώς να μην αναφερθεί κανείς στον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Φιλόθεο – τον ευγενή, πράο και καλόκαρδο Ιεράρχη, ο οποίος με θαυμαστή διάκριση και ιερό θάρρος συμπορεύτηκε με τον προκάτοχό του, τον εμβληματικό Άνθιμο· μια μορφή που σφράγισε την πορεία της Εκκλησίας μας στην ακριτική Αλεξανδρούπολη και στη Θεσσαλονίκη και πέραν αυτών για σχεδόν μισό αιώνα. Ο Φιλόθεος, παρά το βάρος της σύγκρισης και την ισχυρή προσωπικότητα του προκατόχου του, δεν λειτούργησε ανταγωνιστικά. Δεν διέγραψε, δεν αποστασιοποιήθηκε, δεν υπονόμευσε – αντιθέτως: προχώρησε μαζί του, χέρι-χέρι, με σεβασμό, με ζεστή και αγαπώσα καρδιά και δεν άργησε να αναδειχθεί πολλώ κάρονες! Η στάση αυτή έδειξε πως η διαδοχή στην Εκκλησία δεν είναι εκθρόνιση του άλλου για να επικρατήσει ο νέος · είναι ευλογία, είναι συνέχεια, είναι η σιωπηλή αποδοχή ότι το Άγιο Πνεύμα εργάζεται μέσα στην αλληλοδιαδοχή των προσώπων.
Με βαθιά συγκίνηση και σεβασμό παρατηρούμε το παράδειγμα της Μητροπόλεως Καλαβρύτων και Αιγιαλείας: ο νυν Μητροπολίτης Ιερώνυμος συμπορεύεται με εντυπωσιακή ισορροπία και αλληλοεκτίμηση με τον προκάτοχό του, τον Γέροντα Αμβρόσιο – έναν Ιεράρχη με έντονη προσωπικότητα, γνωστό για τον παρεμβατικό του λόγο και την εκρηκτική του προσωπικότητα. Παρά τις προφανείς διαφορές στο ύφος, στη φρασεολογία και στον τρόπο άσκησης της ποιμαντορίας, οι δύο άνδρες κατόρθωσαν το ακατόρθωτο: να συνυπάρχουν με αμοιβαίο σεβασμό, χωρίς σκιές, χωρίς τριβές, χωρίς να δίνουν την παραμικρή αφορμή για σχόλια ή σκάνδαλα στο ευαίσθητο χριστεπώνυμο πλήρωμα.
Ο καθένας ακολουθεί τη δική του πορεία – ο ένας ευγενής, ολιγόλογος και διακριτικός , αλλά πάντοτε παρών και ο άλλος μαχητικός – αλλά το κοινό τους σημείο είναι ο σεβασμός στον θεσμό, στον λαό και στον Θεό. Σε μια εποχή που δεν λείπουν οι εγωισμοί , το παράδειγμα αυτό εκπέμπει ένα πολύτιμο μήνυμα: ότι η Εκκλησία μπορεί να διατηρεί την ενότητά της ακόμη και μέσα από την ποικιλομορφία, αρκεί να υπάρχει ταπείνωση, διάκριση και αληθινό εκκλησιαστικό φρόνημα.
Αυτά τα παραδείγματα δεν είναι τα μόνα που υπάρχουν και δεν είναι απλώς επαινετέα: είναι φάροι για τους νεώτερους αρχιερείς και μάθημα ευθύνης για κάθε υποψήφιο που ενδέχεται να αναλάβει το βαρύ έργο της συγκατοίκησης με έναν γέροντα προκάτοχο.
Δε χρειάζονται μακροσκελείς αναλύσεις. Οι πράξεις αυτές μιλούν από μόνες τους – και μιλούν με το αυθεντικό λεξιλόγιο της Εκκλησίας: σεβασμός, ταπείνωση, αγάπη, συνέχεια. Είναι αυτά τα παραδείγματα που διαφυλάσσουν το πρόσωπο της Εκκλησίας και θυμίζουν ότι ο θεσμός δεν είναι απλώς διοικητικός· είναι πάνω απ’ όλα πνευματικός. Αν δεν τιμήσουμε τους προγενέστερους, πώς περιμένουμε να μας σεβαστούν οι επόμενοι;
Και η Εκκλησία της Ελλάδος τα τελευταία 17,5 χρόνια μετά από πολλές όχι και τόσο ιδανικές εκλογές Ιεραρχών από τις τόσες που έγιναν, πρέπει να μετράει διπλά την κάθε εκλογή.
Και επειδή πρέπει κάποιος να λέει τα πράγματα με το όνομά τους φαίνεται πως έλαχε σε μένα ο κλήρος αυτός. Και όπως βλέπετε το κάνω διότι η Εκκλησία και πολύ περισσότερο το ποίμνιο δεν αντέχει άλλο την αφωνία, την ανοχή και την ανευθυνότητα.
Οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας δεν αναδείχθηκαν γιατί κατείχαν θέσεις, αλλά γιατί είχαν πνεύμα άγιο, πνεύμα αυταπάρνησης και αληθινής διακονίας. Όταν η εξουσία γίνεται αυτοσκοπός, τότε η χάρις αποσύρεται.
Είναι καιρός να μιλήσουν οι ευσυνείδητοι Ιεράρχες, οι τίμιοι κληρικοί και ο πιστός λαός. Να πουν ως εδώ στις θεσμικές εκτροπές, να απομακρύνουν πάραυτα τους κρυφούς…αντιβασιλείς και τα “συστήματα” που προετοιμάζουν διαδοχές σαν να πρόκειται για αμερικανικά επιχειρηματικά γραφεία που παράγουν άχρηστους γιάπηδες!
Εκκλησία χωρίς διαφάνεια, χωρίς αξιοπρέπεια και χωρίς ήθος,δεν μπορεί να διακονήσει Χριστό. Μόνο να υπηρετεί τη ματαιοδοξία των τελευταίων «βασιλέων» σε ξεθωριασμένα παλάτια που προσωπικά ούτε μία παρτίδα σκάκι δεν θα έπαιζα με μερικούς από αυτούς.



