✔️Μεταξύ απολογίας και επικοινωνιακής στρατηγικής
🔺Του Σωτήρη Μ. Τζούμα
Η πρόσφατη δήλωση του Αρχιμανδρίτη Μελχισεδέκ Αμπελικάκη, κληρικού της Ι. Μητροπόλεως Κυδωνίας και Αποκορώνου, έρχεται ως απάντηση σε δημοσιεύματα που τον φέρουν να εμπλέκεται, έστω και εμμέσως, στις έρευνες για εγκληματική οργάνωση στην Κρήτη. Το όνομά του εμφανίστηκε σε διαλόγους της δικογραφίας, γεγονός που δημιούργησε θόρυβο τόσο στην τοπική κοινωνία όσο και στο πανελλήνιο.
Με ήπιο και θεολογικά φορτισμένο λόγο, ο ίδιος επιχείρησε να τοποθετηθεί δημόσια, δηλώνοντας ότι:
- ουδέποτε παρέδωσε ιερά λείψανα ως «αντάλλαγμα»,
- η επικοινωνία του με εμπλεκόμενα πρόσωπα περιορίστηκε στο πλαίσιο της εκκλησιαστικής ζωής,
- δεν γνώριζε παράνομες δραστηριότητες,
- και θεωρεί πως χρησιμοποιείται το όνομά του στο πλαίσιο μιας ευρύτερης προσπάθειας σπίλωσης, που στρέφεται τελικά και κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Η δήλωσή του κλείνει με θεολογικό τόνο: συγχώρεση προς όσους, όπως λέει, τον αδικούν και προτροπή προς το ποίμνιο να μην σκανδαλίζεται αλλά να προσεύχεται.
🔺Η ανάγνωση της τοποθέτησης
Από επικοινωνιακής σκοπιάς, ο λόγος του Αρχιμανδρίτη διακρίνεται για την ψυχραιμία του. Δεν ανεβάζει τόνους, δεν μπαίνει σε λογική αντιπαράθεσης, αλλά επιχειρεί να σταθεί στη μεριά του αδικημένου. Η έμφαση στην «Αλήθεια» που θα λάμψει και η αναφορά στο παράδειγμα του Χριστού ενισχύουν την εικόνα ενός κληρικού που αντιμετωπίζει με πνευματικότητα τις δυσκολίες.
Από την άλλη, η δήλωση αφήνει και κενά. Δεν μπαίνει σε λεπτομέρειες για τις συνομιλίες που φέρονται να έχουν καταγραφεί, ούτε εξηγεί με σαφήνεια τη φύση της σχέσης του με συγκεκριμένα πρόσωπα. Ο αναγνώστης μένει με την αίσθηση πως η τοποθέτηση είναι περισσότερο μια απόπειρα διαχείρισης κρίσης παρά πλήρης απάντηση σε όλα τα ερωτήματα.
🔺Ένα βήμα μπροστά, αλλά όχι η τελική λέξη
Η δημόσια δήλωση του π. Μελχισεδέκ είναι σίγουρα ένα βήμα που δεν συνηθίζεται πάντα: το να βγει κάποιος ανοιχτά και να μιλήσει. Δείχνει ότι δεν επιθυμεί να κρυφτεί. Όμως, το βάρος της υπόθεσης δεν μπορεί να κλείσει με λόγια. Την τελική απάντηση θα τη δώσει η έρευνα και η Δικαιοσύνη.
Μέχρι τότε, η κοινωνία –και ιδιαίτερα το ποίμνιο του– καλείται να κρατήσει ισορροπία: ούτε να σπεύσει σε εύκολες καταδίκες, ούτε να κλείσει τα μάτια μπροστά σε ερωτήματα που ζητούν απαντήσεις
