Skip to content
Λιγότερο από 1 λεπτό Διάρκεια άρθρου: Λεπτά

28 Ὀκτωβρίου 1940, O ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ Γ. ΣΑΡΑΝΤΑΡΗ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

28 Ὀκτωβρίου 1940Ὁ θάνατος τοῦ ποιητῆ Γ. Σαραντάρη.            Τὸν Αὔγουστο τοῦ 1940 καὶ μετὰ τὸν ἄνανδρο τορπιλισμὸ τοῦ εὐδρόμου  «Ἕλλη» στὸλιμάνι τῆς Τήνου, ὁ Ἰωάννης Μεταξὰς βλέπων ὅτι σύντομα οἱ Ἰταλοὶ φασίστες θὰ ἐπιχειρήσουν εἰσβολὴ στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὴ μεριὰ τῆς Ἠπείρου ἔδωσε ἐντολὴ γιὰ μυστικὴ ἐπιστράτευση, διὰἀτομικῶν προσκλήσεων. Μεταξὺ τῶν ἐπιστρατευθέντων ἦταν καὶ ὁ 32χρονος ποιητὴς Γιῶργος Σαραντάρης. Ἀδύναμος στὴν κράση, φιλάσθενος, μὲ μεγάλη μυωπία, ἀπόφοιτoς τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ ἰταλικοῦ Πανεπιστημίου τῆς Ματσεράτα δὲν ἐπελέγη γιὰ τὴν ἀντικατασκοπεία, οὔτεὡς ἀνακριτὴς αἰχμαλώτων, ἀλλὰ ὡς ἁπλὸς ὁπλίτης.
.            Οἱ ὁμότεχνοί του ἀντέδρασαν. Ὁ Ἀνδρέας Καραντώνης εἶπε στὸν Σαραντάρη νὰ μιλήσει σὲ ἀνώτατο ἀξιωματικό, γιὰ νὰ διορθώσει τὴν ἀδικία, πρὸς ὄφελος καὶ τοῦ στρατεύματος. ὉΣαραντάρης τὸ ἀρνήθηκε, λέγοντας ὅτι θὰ πάει ἐκεῖ ποὺ ἡ Πατρίδα τὸν ἔταξε. Ὁ Ἐλύτης ἐξέφρασε τὸν θυμό του, ποὺ ἔχει καταγραφεῖ καὶ στὰ «Ἀνοιχτὰ χαρτιά» του: «Θέλω ἀπροκάλυπτα νὰκαταγγείλω τὸ ἐπιστρατευτικὸ σύστημα… ποὺ δὲν ξέρω πῶς κατάφερε νὰ κρατήσει στὰ Γραφεῖα καὶ στὶς Ἐπιμελητεῖες ὅλα τὰ χοντρόπετσα θηρία τῶν ἀθηναϊκῶν ζαχαροπλαστείων καὶ νὰξαποστείλει στὴν πρώτη γραμμὴ τὸ πιὸ ἁγνὸ καὶ ἀνυπεράσπιστο πλάσμα. Ἕναν εὔθραυστο διανοούμενο, ποὺ μόλις στεκότανε στὰ πόδια του, ποὺ ὅμως εἶχε προφτάσει νὰ κάνει τὶς πιὸπρωτότυπες καὶ γεμάτη ἀπὸ ἀγάπη σκέψεις γιὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ μέλλον της. Ἦταν σχεδὸν μία δολοφονία. Διπλωματοῦχος ἰταλικοῦ πανεπιστημίου –ὁ μόνος ἴσως στὸ στράτευμα– θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι περιζήτητος σὲ ὁποιαδήποτε ἀπὸ τὶς Ὑπηρεσίες ἀντικατασκοπείας ἢ ἀνάκρισης αἰχμαλώτων… Ἀλλὰ ὄχι. Ἔπρεπε νὰ φορτωθεῖ τὸ γυλιὸ καὶ τὸν ὁπλισμὸ τῶν τριάντα ὀκάδων, γιὰνὰ χαθεῖ παραπατώντας μὲς στὰ χιονισμένα φαράγγια ἕνας ἀκόμη ποιητής, ἕνας ἀκόμη ἀθῶος στὸδρόμο τοῦ μαρτυρίου».
.            Στὶς 5 Ὀκτωβρίου 1940 μαζὶ μὲ πολλοὺς ἄλλους στρατιῶτες ξεκίνησε ἀπὸ τὸν ΣταθμὸΛαρίσης μὲ τὸ τρένο γιὰ τὴ Χαλκίδα. Προορισμὸς τὰ σύνορα. Ἀπὸ τὴ Χαλκίδα μὲ καμιόνια ἔφτασαν στὸ ὄμορφο χωριὸ Καστράκι τῶν Μετεώρων, κοντὰ στὴν Καλαμπάκα. Οἱ στρατιῶτες στὶςἐξόδους γέμιζαν τὶς ταβέρνες καὶ ἔπιναν. Ὁ Σαραντάρης ἔγραφε ποιήματα, ἕνα ἀπὸ τὰ ὁποῖα, τό ᾽γραψε στὶς 16 Ὀκτωβρίου 1940: «Ἡ θάλασσα μὲ τὸν καθρέφτη/Πέφτει στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ ἀνέμου/Ἐδῶ εἶναι τὸ ποτάμι/ Ὁ Πηνειὸς/ Ἐδῶ ἡ θάλασσα δὲ φαίνεται/ ἂς χυμήξουν τὰ πλατάνια./ Οἱβάτραχοι/ ἂς μάθουν τὸ χρῶμα τ’ οὐρανοῦ./ Ἐμεῖς οἱ στρατιῶτες/ Θὰ πλύνουμε τὰ πόδια μας/ Στὰσύννεφα/ Καὶ στὰ περιστέρια θὰ βάλουμε νερὸ/ Ἡ δίψα ὄνειρο νὰ γίνει/ Κάτω ἀπὸ τὶς χλαῖνες/ τὴνύχτα/ Νὰ περπατήσεις στὸ φεγγάρι ὧρες στρατιώτης/ Καὶ νὰ μαλάξεις τὰ βουνὰ μὲ τὰ βήματά σου».
.            Στὶς 5 τὸ πρωὶ τῆς 28ης Ὀκτωβρίου 1940 ξύπνησε τοὺς στρατιῶτες ὁ Ταγματάρχης, τοὺς ἐνημέρωσε ὅτι οἱ Ἰταλοὶ ἄρχισαν ἐνέργειες κατὰ τῶν ἑλληνικῶν θέσεων στὰ φαράγγια τῆς Πίνδου καὶ διέταξε ἄμεση ἀναχώρηση ἀπὸ τὴν Καλαμπάκα γιὰ τὰ σύνορα πρὸς ἐνίσχυση τῶν στρατιωτῶν τῆς πρώτης γραμμῆς. Ἡ πορεία ἦταν ἀδιάκοπη. Κράτησε περίπου 40 ὧρες. Σὲ κάποιες ὀλιγόλεπτες στάσεις οἱ φαντάροι μοιράζονταν κουραμάνα καὶ ξηροὺς καρπούς. Στὴ διαδρομὴ ἔβρεχε συνέχεια. Οἱ γυλιοὶ εἶχαν γίνει ἀσήκωτοι. Ἔφτασαν στὸ χωριὸ Βωβοῦσα τοῦ Ἀνατολικοῦ Ζαγορίου. ὉΣαραντάρης τοποθετήθηκε στὸν 3ο Λόχο. Ἦταν πολὺ κουρασμένος, ὅπως ὅλοι οἱ φαντάροι. Σμούρωσε σὲ ἕνα πεζούλι ἐκκλησίας καὶ κοιμήθηκε. Ξημερώνοντας ἀκούστηκαν οἱ σάλπιγγες τοῦΛαρισινοῦ συντάγματος καὶ ἄρχισε ἡ μάχη. Οἱ Ἕλληνες πῆραν στὸ κατόπι τοὺς Ἰταλοὺς καὶ ἄρχισεἡ προέλασή τους. Πέρασαν τὴν Κλεισούρα καὶ ἔφτασαν στὴν Τρεμπεσίνα. Τὸ χιόνι ἀρκετό, ἡλάσπη κάλυπτε τὰ ἄρβυλα. Τοῦ Σαραντάρη εἶχαν τελειώσει καὶ τὰ τελευταῖα ἴχνη ἀντοχῆς του. Κοντὰ στὴν ταλαιπωρία ἔχασε καὶ τὰ γυαλιά του. Δὲν ἔβλεπε τίποτε… Συστρατιώτης τὸν λυπήθηκε καὶ τοῦ εἶπε πὼς θὰ πηγαίνει δίπλα του κι ἐκεῖνος θὰ εἶναι τὰ γυαλιά του… Κάπου κοιμήθηκαν. Τὸπρωὶ τὸ τάγμα ξεκίνησε γιὰ τὴν μάχη. Ὁ Σαραντάρης μὲ δυσκολία πλέον ἀκολουθοῦσε. Εἶπε στὸν συστρατιώτη, ποὺ τὸν βοήθησε, νὰ τὸν ἀφήσει καὶ νὰ ἀκολουθήσει τὸ τάγμα. Αἰσθανότανἐξουθενωμένος. Στὸ Κιλαρίτσι καὶ σὲ κάτι στάβλους κάθισε στὸ χῶμα σὲ σχεδὸν πλήρη ἐξάντληση.Ἐκεῖ τὸν συνάντησε ὁ στρατιώτης Θεμιστοκλῆς Ἀθηνογένης. Παρουσιάστηκαν μαζί, στὶς 5 Ὀκτωβρίου 1940, καὶ ἔκτοτε τὸν εἶχε, κατὰ κάποιο τρόπο, στὴν προσοχή του. Ὁ Σαραντάρης τοῦζήτησε κάτι νὰ φάει. Ὁ Θεμιστοκλῆς εἶχε ἕνα κομμάτι ξερὴ κουραμάνα, τοῦ τὸ ἔδωσε. Αἰσθάνθηκε κάπως καλύτερα. Ἔβγαλε ἀπὸ τὴν τσέπη του χαρτιά, κομμάτια ἀπὸ κουτιὰ τσιγάρων, ὅπου εἶχε γράψει ποιήματα, ἕνα ἀπὸ τὰ ὁποία ἄρχιζε « Ἐγὼ ποὺ ὁδοιπόρησα/ Μὲ τοὺς ποιμένες τῆς Πρεμετῆς/ Εἶχα τὰ μάτια μου/ Παντοτινὰ στραμμένα/ Στὸ ἑωθινό σου πρόσωπο…». Ὁ Ἀθηνογένηςἔπρεπε νὰ φύγει. Τότε, ὡς ἀπὸ Θεοῦ, ἐμφανίστηκε ἄλλος συστρατιώτης του, ὁ Γιῶργος Πολιτάρχης, ποιητὴς καὶ ἐκδότης ποιητικῶν συλλογῶν, ποὺ γνώριζε τὴν ποιότητα τῆς ποίησής του, καὶ ἔμεινε κοντά του. Ὁ Σαραντάρης αἰσθανόταν ὅτι ἦταν κοντὰ στὸν θάνατο καὶ τοῦ ζήτησε νὰφύγει καὶ νὰ τὸν ἀφήσει νὰ πεθάνει ἐκεῖ, στὰ βουνὰ τῆς Ἠπείρου. Ἐκεῖνος δὲν τὸν ἄφησε καὶ ὅταν πέρασε φάλαγγα ποὺ πήγαινε στὰ Γιάννενα τὸν ἔβαλαν σὲ ἕνα φορτηγό, γιὰ νὰ πάει στὸ ἐκεῖνοσοκομεῖο.
.             Οἱ γιατροὶ εἶδαν ὅτι δὲν μποροῦσαν νὰ κάνουν κάτι γιὰ νὰ τὸν σώσουν. Ἀποφάνθηκαν ὅτι εἶχε τύφο καὶ τὸν ἔστειλαν στὴν Ἀθήνα… Ὅταν ἔφτασε, ἦταν ἤδη ἐξαϋλωμένος. Ἡ ἀδελφή του ἔτσι περιγράφει τὶς τελευταῖες του στιγμές: «Τὸ τέλος του ἦταν πολὺ κοντά. Ἐμεῖς, οἱ συγγενεῖς καὶ οἱφίλοι, περιτριγυρίζαμε τὸ κρεββάτι του καὶ κλαίγαμε βουβά. Μᾶς εἶδε καὶ μὲ τὸ γλυκό τουχαμόγελο, γεμάτος ἀπὸ εἰρήνη καὶ πίστη, ἄρχισε ἐκεῖνος νὰ μᾶς παρηγορεῖ καὶ νὰ μᾶς ἐνδυναμώνει, παροτρύνοντάς μας νὰ μὴν κλαῖμε, διότι ἡ ζωὴ δὲν τελειώνει στὸν κόσμο αὐτόν, διότι ἡ ζωὴ εἶναι αἰώνια καὶ συνεχίζεται, διότι μετὰ τὸν θάνατό του θὰ ζήσει μίαν ἄλλη, μεγαλύτερη χαρά…».
.            Ὁ ἀείμνηστος ἀκαδημαϊκὸς Κωνσταντῖνος Δεσποτόπουλος, φίλος τοῦ Σαραντάρη, ἔζησεἔτσι τὶς τελευταῖες ἡμέρες του: «Ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ βεβαιώσω πὼς εἶχε ὁ Σαραντάρης, τὶς τελευταῖες ἡμέρες τῆς ζωῆς του, νικήσει τὸν φόβο τοῦ θανάτου. Ἄρρωστος βαριὰ τὶς πρῶτεςἑβδομάδες τοῦ 1941, ὕστερα ἀπὸ τὸν ὑποσιτισμὸ καὶ ἄλλες κακουχίες, ἐπάνω στὰ χιονισμένα βουνὰ τῆς Ἀλβανίας, ὅπου ὑπηρετοῦσε ὡς ἁπλὸς στρατιώτης, ἐνταγμένος, παρὰ τὴ μεγάλη μυωπία του, σὲ μονάδα τῆς πρώτης γραμμῆς τοῦ μετώπου, εἶχε μεταφερθεῖ τελικὰ σὲ κλινικὴ τῶνἈθηνῶν… Ἐκεῖ ὁ Σαραντάρης ἦταν ὄλως διόλου γαλήνιος ἐνώπιον τοῦ θανάτου καὶ ψιθύρισε πρὸς τοὺς λυπημένους συγγενεῖς καὶ φίλους παραινέσεις γιὰ ἐμμονὴ στὸν δρόμο τῆς ἀρετῆς, ὑψωμένοςἤδη ὁ ἴδιος στὴ σφαίρα τῆς ἁγιότητας». –Ὀδυσσέα Ἐλύτη, «Ἀνοιχτὰ χαρτιά», Ἔκδ. Ἴκαρος, ϛ΄ ἔκδοση, Σεπτέμβριος 2004.
Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου, «Γιῶργος Σαραντάρης: Ὁ ἄνθρωπος, ὁ ποιητής, ὁ διανοούμενος», Ἔκδ. Ἔκπληξη, Ἀθήνα, 2011.


Αὐτὴ ἡ καταχώριση ἀναργήθηκε στὶς 26 Ὀκτώβριος 2025, 6:05 μ.μ. καὶ ἀρχειοθετήθηκε ὡς Uncategorized. Μπορεῖτε νὰ παρακολουθήσετε τὶς ἀπαντήσεις μέσῳ τοῦ RSS 2.0.

Μπορεῖτε νὰ ἀφήσετε μιὰν ἀπάντηση ἢ μιὰ εἰδοποίηση σύνδεσης ἀπ’ τὸν δικό σας ἱστοχῶρο.

Το πρωτότυπο άρθρο https://christianvivliografia.wordpress.com/2025/10/26/28-%E1%BD%80%CE%BA%CF%84%CF%89%CE%B2%CF%81%CE%AF%CE%BF%CF%85-1940-o-%CE%B8%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%84%CE%B7-%CE%B3-%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%B1/ ανήκει στο Χριστιανικὴ Βιβλιογραφία .