
Κάποτε ὁ παπα-Φιλάρετος, ὁ ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κωνσταμονίτου τοῦ Ἁγίου Ὄρους, θέλησε να λειτουργήσει τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου σ’ ἕνα ἐρημοκκλήσι τοῦ Ἁγίου, 500 μέτρα πιό ψηλά ἀπό τή Μονή. Ξεκίνησε νύχτα.
Πῆρε μαζί του σ’ ἕνα ταγάρι δυό-τρία προσφοράκια καί τό νᾶμα καί μ’ ἕνα λαδοφάναρο κίνησε μέσα στήν ἄγρια φύση, πού τήν ἔκανε ἀκόμα ἀγριώτερη ή ἀσέληνη χειμωνιάτικη ἐκείνη νύχτα. Στή μέση ἀκριβῶς τῆς διαδρομῆς σκόνταψε σε κάποια πέτρα καί ἔπεσε κάτω. Ὅπως ἔπεσε μαζί μέ τό ταγάρι, ἔσπασε τό μπουκαλάκι με το νᾶμα.
Ἀναγκάστηκε λοιπόν νά γυρίση πίσω. Πῆρε καινούργιο νᾶμα καί ξεκίνησε πάλι γιά τό ἐρημοκκλήσι. Στό ἴδιο ἀκριβῶς σημεῖο, ξανάπεσε!
Ξανάσπασε το μπουκαλάκι μέ τό νᾶμα! Ὠργίστηκε τότε μέ ἱερό θυμό καί είπε: -Πειρασμέ, ὅσες φορές κι ἄν τό σπάσης καί χύσεις τό νᾶμα, ἐγώ θά πάω καί θά λειτουργήσω, ἔστω κι ἄν αὐτό γίνει δέκα φορές! Γύρισε πάλι πίσω, ξαναπῆρε νᾶμα καί φωνάζοντας δυνατά τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με» ξεκίνησε, ἔφτασε στο έρημοκκλήσι καί λειτούργησε.
Ἦρθαν ἔπειτα και δύο μοναχοί, οἱ ὁποῖοι τόν βοήθησαν στό ψάλσιμο και στην όλη προετοιμασία και τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας. Ὅταν τελείωσε, εἶπε: -Σμῆνος… σμῆνος πολύ μέ τύλιξε!… -Τί, τί; τον ρώτησε ὁ πατήρ…
➪ Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου στο orthodoxia.gr


