
Πρὶν πολλὰ χρόνια, μοῦ διηγεῖτο ἕνας ἱερεὺς ὅτι ἕναν βαρὺ χειμῶνα δὲν ἤθελε νὰ λειτουργήσει κάποιο Σάββατο. Ἡ θερμοκρασία ἦταν 10 βαθμοὺς ὑπὸ τὸ μηδέν.
Θὰ ἦταν αὐτὸς μόνο καὶ ὁ ψάλτης. Δὲν ἤξερε τίποτε ἀπὸ τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας γιὰ τὴν παρουσία τῆς Θριαμβεύουσας Ἐκκλησίας, οὔτε καὶ γιὰ τὴν ὠφέλεια τῶν μυριάδων κεκοιμημένων καὶ ζώντων ἀπὸ τὴν Θεία Λειτουργία. Μὲ δυσκολία καὶ πολλὴ βία πῆγε στὴν ἐκκλησία, παρακαλῶντας μέσα του νὰ μὴν ἔλθει ὁ ψάλτης, γιὰ νὰ μὴ λειτουργήσει… Ἀλλὰ ὁ ψάλτης ἦλθε.
Ἔκαμε βιαστικὰ τὴν Πρόθεση καὶ ἄρχισε τὴ Θεία Λειτουργία. Σὲ λίγο εἶδε νὰ καταφθάνουν στὸν ναὸ Ἐπίσκοποι, Ἱερεῖς, Μοναχοί, Μοναχὲς καὶ ἄλλοι πιστοί. Οἱ περισσότεροι πῆραν θέσεις δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ στὰ ψαλτήρια καὶ ἄρχισαν νὰ ψάλλουν τόσο ὡραία καὶ οὐράνια, ὥστε ξέχασε καὶ τὸ κρύο καὶ τὴν μοναξιά του.
Θερμάνθηκε ὁλόκληρος… ἔγινε ὅλος φλόγα!!! Ἔκανε τὴ Μικρὰ Εἴσοδο καὶ εἶδε τὸν ναὸ γεμᾶτο κόσμο. Οἱ περισσότεροι τοῦ φάνηκαν γνωστοί… Δὲν ἔδωσε προσοχὴ καὶ συνέχισε τὴ Θεία Λειτουργία.
Ἔφθασε στὸν Καθαγιασμὸ τῶν Τιμίων Δώρων. Τότε εἶδε τρεῖς Ἀρχιερεῖς, λαμπροφόρους καὶ ἀπαστράπτοντες, νὰ εἰσέρχονται στὸ Ἅγιο Βῆμα. Γονάτισαν μαζί του καὶ προσηύχοντο.
Σιγά – σιγὰ καὶ μὲ φόβο σηκώθηκε, πῆρε τὸ θυμιατὸ καὶ ἐκφώνησε: «τῆς Παναγίας, Ἀχράντου,…
➪ Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου στο orthodoxia.gr


