Μοναχός Δαυίδ Διονυσιάτης (1890 – 5 Φεβρουαρίου 1983)
Μοναχός Δαυίδ ΔιονυσιάτηςΠαρότι ήλθε μεγάλος στη μονή, είχε νεανικό πόθο για αγώνες ασκητικούς. Συνέχεια ήταν με το «ευλόγησον» και το «να είναι ευλογημένο». Έλεγε ο ίδιος: «Ένοιωθα χαρά και ευχαρίστηση να κάνω το καλό για τους άλλους». Έλεγε με απλότητα συνεχώς το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Είχε αγγελοφάνειες και δαιμονοφάνειες. Ο τίμιος σταυρός, η Παναγία και ο Τίμιος Πρόδρομος τον προστάτευαν. Είχε γεμίσει με σταυρούς το κελλί του. Ήξερε ότι «όπλον κατά του διαβόλου τον σταυρόν σου ημίν δέδωκας». Η μακάρια απλότητά του τον έσωζε. Όταν τον ρώτησαν, γιατί δεν τον βλέπουν όλοι τον δαίμονα, απάντησε: «Και σε σας παρουσιάζεται, αλλά δεν τον βλέπετε. Άμα έχει ο άνθρωπος πάθη, κακίες, αμαρτίες, έχει μέσα στην καρδιά και στο μυαλό του τον διάβολο. Γιατί αυτός κάνει όλα αυτά τα πράγματα και η κακή προαίρεσις του ανθρώπου. Αυτός, μωρέ παιδί μου, παρουσιάζεται μόνο στους πράους και ταπεινούς. Ξέρεις, αυτούς τους φοβάται, αλλά δεν μπορεί να τους κάνει τίποτε, διότι είναι με τον Χριστό».
Άλλοτε πάλι έλεγε σ’ ένα μοναχό, που επίμονα τον ρωτούσε: «Η υπακοή σού χαρίζει ειρήνη, χαρά και πόθο για τον Χριστό και η ελεημοσύνη είναι μεγάλο πράγμα. Μ’ αυτή πας όρθιος στον παράδεισο. Σου συγχωράει όλα τα αμαρτήματα. Στα συγχωράει ο Θεός. Κατάλαβες; Κακό μεγάλο είναι η υπερηφάνεια. Πω, πω πόσο την αποστρέφεται ο Θεός! Όχι σαν τον Φαρισαίο, που έλεγε εγώ δίνω και δίνω …, γιατί το βραβείο το πήρε εκείνος που κτύπαγε τα στήθια …».
Αφιλόδοξος, ακενόδοξος, ακατήγορος, ειρηνικός, νηφάλιος, ησύχιος. Ένα μεγάλο, άκακο, απλό παιδί. Στις 5.2.1983, μέσα στην παγωνιά του χειμώνα, ύστερα από μία επιδημία γρίππης, πέταξε η ψυχή του ψηλά σαν πουλάκι. Ο ηγούμενος παπα-Χαράλαμπος (+2000) είπε: «Πολλά καλογέρια, που εδιάβαζαν δίπλα στο σκήνωμά του το Ψαλτήρι, παρηγορούντο με δάκρυα κατανύξεως, πράγμα που μαρτυρεί ότι η ψυχή του βρήκε τόπο στην δόξα του Θεού. Αιωνία του η μνήμη».Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Διονυσίου. Δ.Μ.Γ., Γέρων Δαυίδ ο Διονυσιάτης, Ο Όσιος Γρηγόριος 8/1983, σσ. 89-97 (απ’ όπου και η φωτογραφία).
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό, τ. Β΄, εκδ. Μυγδονία σ. 1051-105.


