
Τσάντου Κατερίνα – Βόλος: «Τὸ 1998 εἰσήχθηκα στὸ Ὠνάσειο. Ἤμουν 16 χρονῶν μὲ καρδιακὴ ἀνεπάρκεια καὶ ἤδη ἕνα χειρουργεῖο.
Οἱ γιατροὶ ἦταν ἀπαισιόδοξοι. Ὅταν βγῆκα ἀπὸ ἐκεῖ ἔπρεπε νὰ συνεχίσω τὶς ἐξετάσεις καὶ μιὰ ἐπέμβαση ἀκόμα στὸ Λονδῖνο. Μιὰ βδομάδα πρὶν φύγω ἤθελα νὰ ἐπισκεφθῶ τὸ Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἐφραίμ, λόγῳ τῆς φίλης της μαμᾶς μου, ποὺ μοῦ εἶχε πεῖ διάφορα καὶ μοῦ εἶχε δώσει λαδάκι.
Ὅταν πῆγα τότε, μιὰ ἀδελφὴ μὲ πῆρε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ μὲ ὁδήγησε στὸ κελὶ τῆς Μοναχῆς Ἡγουμένης Μακαρίας ἡ ὁποία τότε ἦταν πολὺ ἄρρωστη καὶ δὲν δεχόταν κόσμο. Θυμᾶμαι ὅτι ἀπὸ τὰ σκαλιά του κελιοῦ της κάτι μύριζε ὑπέροχα ἀλλὰ τότε δὲν ἤξερα τί ἦταν… Δὲν μποροῦσα νὰ τὰ ἀνέβω χτυποῦσε ἡ καρδιά μου καὶ φοβόμουν. Τότε ἡ μοναχὴ μὲ ἄφησε καὶ εἶπε ὅτι ἔπρεπε νὰ πάω μόνη μου.
Ἡ Γερόντισσα Μακαρία ἄνοιξε τὴν πόρτα, μὲ ἔπιασε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ μὲ ἔβαλε νὰ καθίσω σὲ μιὰ καρέκλα. Ἔκλαιγα πραγματικὰ πολὺ καὶ μὲ ρώτησε γιατί. Ἐγώ της εἶπα ὅτι θὰ πεθάνω.
Ἐκείνη, τότε, μοῦ σήκωσε τὸ σαγόνι, μὲ κοίταξε στὰ μάτια καὶ μοῦ εἶπε: «Ὄχι, ἐσὺ δὲ θὰ πεθάνεις». Καὶ ἐκείνη τὴ στιγμὴ συνέβη κάτι ἀπίστευτο. Παρόλη τὴν ἡλικία της, τὴν ὥρα ποὺ…
➪ Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου στο orthodoxia.gr


