Τῆς κ. Νινέττας Βολουδάκη
Mέχρι αὐτή τήν στιγμή, πού γράφονται αὐτές οἱ λέξεις, ἔχουν περάσει 690 ἡμέρες ἀπό τήν ἡμέρα κατά τήν ὁποία ὁ π. Βασίλειος “προσετέθη τοῖς πατράσιν αὐτοῦ”, ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ πρίν ἀπό αὐτόν, ξεκινῶντας ἀπό τούς πατριάρχες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μέχρι τούς συγχρόνους “εὐαρεστήσαντες τῷ Θεῷ” πατέρες τῶν τελευταίων χρόνων.
Ὁ τόπος στόν ὁποῖο μετοίκησε ἀπό τόν ἀνθρωπίνως ὁρατό κόσμο, εἶναι μέν ἀνθρωπίνως ἀόρατος, ἀλλά αὐτό δέν τόν κάνει λιγώτερο πραγματικό. Γιατί, κατά τόν Ὅσιο Ἰουστῖνο Πόποβιτς, “Τό ἀόρατο εἶναι ἡ καρδιά τοῦ ὁρατοῦ, ὁ πυρήνας τοῦ ὁρατοῦ. Τό ὁρατό δέν εἶναι τίποτ’ ἄλλο παρά τό τσόφλι γύρω ἀπό τό ἀόρατο.” [1]
Μπορεῖ ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι νά παρηγοριόμαστε μέ τήν ἀσφάλεια τοῦ “ὅ,τι βλέπω καί ὅ,τι πιάνω, αὐτό εἶναι πραγματικό”, ἀλλά αὐτή ἡ ἀσφάλεια εἶναι ἀπατηλή, γιατί “ἡ ὕλη εἶναι ἐξαίρεση μέσα στό κοσμικό διάστημα καθώς εἶναι ἐξαίρεση καί μέσα στό ἄτομο”. Γιατί ὁ ἄνθρωπος “πρέπει νά παραδεχτεῖ πώς (ἀκόμα καί) σ’ αὐτόν τόν ὁρατό κόσμο, τό πιό σημαντικό εἶναι ἐκεῖνο τό ἀόρατο, τό ἄθικτο, τό ἀθώρητο. Γιά παράδειγμα, ἡ ραδιενέργεια εἶναι ἡ πιό δεινή δύναμη, εἶναι ὅμως μία ἀόρατη δύναμη…
Οἱ τρεῖς ὁρατοί κόσμοι, τό διάστημα, ἡ γῆ καί ὁ ἄνθρωπος εἶναι μόνο μία προβολή τοῦ ἀοράτου στό ὁρατό. Ἡ ὁρατή φύση εἶναι ἡ ὑλική προβολή τῶν ἄϋλων, ἀόρατων σκέψεων, ‘τῶν λόγων’ τοῦ Θεοῦ. Καί ὁ ἄνθρωπος, ὁ ἄνθρωπος, εἶναι τό ἴδιο καί ἀκόμη κάτι πολύ περισσότερο ἀπ’ αὐτό, ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἡ ὁρατή προβολή τοῦ ἀοράτου προσώπου τοῦ Θεοῦ.” [2]
Καί, ἄν αὐτό ἰσχύει γιά ὅλη τήν ἀνθρωπότητα, ἰσχύει ἀκόμη περισσότερο γιά τούς ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ, στά πρόσωπα τῶν ὁποίων οἱ ἀρετές παίρνουν σχῆμα καί φανερώνονται ἐν τῷ κόσμῳ. Ἀλλά καί στόν κάθε ἄνθρωπο παρατηροῦμε τήν ἑνότητα τῆς δημιουργικῆς Πνοῆς τοῦ Θεοῦ: ἡ ἀόρατη πλευρά τοῦ καθενός μας -τό ἴδιο πραγματική μέ τήν ὁρατή- εἶναι ὁ πυρήνας, πού συνέχει καί κινεῖ τήν ὁρατή. Ἡ ἀόρατη πλευρά τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁρατή στόν Θεό καί στούς Ἁγίους Του.
Ἡ ἀόρατη πλευρά τῶν ἀνθρώπων ἦταν κατ’ ἐξοχήν ὁρατή στόν πατέρα Βασίλειο, ἀπό τήν πολύ νεαρή του ἡλικία. Γιατί ένδιαφερόταν βαθειά γιά αὐτόν τόν πολύπλοκο καί πολυσύνθετο μηχανισμό, πού λέγεται ἄνθρωπος. Ἀπό τήν παιδική του ἀκόμα ἡλικία, ὅταν ὁ κανόνας εἶναι νά διαμορφώνεται ἡ προσωπικότητα τοῦ ἀτόμου, μέσα ἀπό τίς συνθῆκες τῆς οἰκογένειας καί τοῦ περιβάλλοντος, ὁ πατήρ Βασίλειος προετοιμαζόταν γιά τήν “εἰδικότητα”, γιά τήν ὁποία τόν προώριζε ὁ Θεός, παρατηρώντας τούς ἀνθρώπους γύρω του καί κατανοῶντας τους περισσότερο ἀπό ὅσο οἱ ἴδιοι κατανοοῦσαν τόν ἑαυτό τους. Ἡ ἀόρατη πλευρά τῶν ἀνθρώπων ἦταν ἀνοιχτό παράθυρο μπροστά στά μάτια του.
Μέ κάποιο παράξενο, ἐσωτερικό μηχανισμό, οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι τό καταλάβαιναν. Καί κάποιοι ἔνοιωθαν ἄβολα μπροστά του -ἔστω κι ἄν δέν συνειδητοποιοῦσαν ἀκριβῶς τό γιατί- καί δέν τό ἄντεχαν καί, κάποιες φορές, δέν ἄντεχαν οὔτε τό βλέμμα του. Αὐτό ἐξηγεῖ τό γιατί ἡ παρουσία του καί μόνο δημιουργοῦσε σέ κάποιους ἔλεγχο καί ταραχή καί τούς ἔστρεφε ἐναντίον του, χωρίς κανείς τους νά ἔχει ζημιωθεῖ ἀπό αὐτόν, ἀλλά, ἀντίθετα, οἱ μεγαλύτεροι πολέμιοί του, εἶναι εὐεργετημένοι μέ πολλούς τρόπους ἀπό αὐτόν. Κανείς ἄνθρωπος δέν ζημιώθηκε ποτέ ἀπό τόν πατέρα Βασίλειο, γιατί τό χάρισμα, πού τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, τό μεταχειρίστηκε ἀκριβῶς γιά τό λόγο πού τοῦ τό ἔδωσε ὁ Θεός: εἰς βάρος τοῦ ἑαυτοῦ του καί ὑπέρ τῶν ἀνθρώπων.
Ἀπό τήν ἐφηβεία μας, ἀπό τότε πού ὁ Θεός μᾶς ἕνωσε “μέ τό μεγαλύτερο μετά τό Ἅγιο Βάπτισμα Μυστήριο τοῦ Γάμου” (ὅπως ἄπειρες φορές ἔχει τονίσει) ἔχω ἐκπλαγεῖ παρατηρῶντας τό πῶς κάποιοι ἄνθρωποι μάχονταν τόν ἑαυτό τους στό πρόσωπό του -ἐνῶ ἦταν ὁ μόνος πού μποροῦσε νά τούς βοηθήσει- ἀλλά καί πόσοι ἄνθρωποι ἀπελευθερώθηκαν, ἀναπαύθηκαν, ἀναστήθηκαν καί ἰάθηκαν ἀπό καταστάσεις πού θεωροῦνται καί εἶναι ἀνίατες. Καί, μέ αὐτόν τόν τρόπο βοηθήθηκα νά συνειδητοποιήσω τό πῶς, ὅλοι μας, θά σταθοῦμε μπροστά στόν Δημιουργό μας, ὄχι μέ τήν ὁρατή πλευρά μας, ὅπως ἐμεῖς θέλουμε νά τήν βλέπουμε καί ὅπως ἐμεῖς θέλουμε νά τήν βλέπουν οἱ ἄλλοι, ἀλλά μέ τήν ἀόρατη, αὐτήν πού τήν βλέπει ὁ Θεός καί κάποιοι λίγοι, ἐλάχιστοι ἄνθρωποι, τούς ὁποίους χρησιμοποιεῖ ὁ Θεός, πού “θέλει πάντας σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν”.
Καί, κάτω ἀπό αὐτό τό πρῖσμα μπορεῖ νά ἑρμηνευθεῖ καί ἡ ἀπάντηση πού μοῦ εἶχε δώσει ὁ Γέροντάς μας, ὁ π. Σίμων, ὅταν, πρίν πολλά χρόνια, ὅταν εἶχα διαβάσει γιά πρώτη φορά τήν ζωή καί τό μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Χρυσοστόμου Σμύρνης καί περιέγραφα στόν Γέροντα πόσο πολύ ἐντυπωσιάστηκα ἀπό τήν γενναιότητά του νά μή φύγει ἀπό τήν ἐπισκοπή του, παρόλο πού τά Γαλλικά πλοῖα τόν περίμεναν καί τόν καλοῦσαν ἐπίμονα νά ἐγκαταλείψει τήν Σμύρνη, πού ἔπεφτε στά χέρια τῶν Τούρκων. Ὁ Γέροντας μέ εἶχε ἀκούσει νά τοῦ ἐκθέτω τόν θαυμασμό μου καί ὕστερα πολύ ἁπλᾶ, μέ εἶχε προσγειώσει στήν πραγματικότητα: “Αὐτό πού μοῦ περιγράφεις, εἶναι στοιχειῶδες, παιδί μου”, μοῦ εἶχε πεῖ. ῾Ἑἶναι στοιχειῶδες γιά τόν ἐπίσκοπο νά μή ἐγκαταλείπει τό ποίμνιό του. Ἄλλη ἦταν ἡ ἐργασία πού τόν ἁγίασε. Ἦταν κρυφή ἡ ἐργασία πού τόν ἁγίασε.”
Στοιχειῶδες τό ὁρατό μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Ἐθνομάρτυρος καί ἀόρατη ἡ κρυφή πνευματική ἐργασία πού τόν ἀξίωσε νά φτάσει μέχρι τόν τελικό του θρίαμβο.
Ἔτσι, λοιπόν, γιά ἄλλη μιά φορά φαίνεται τό Ἕνα Πνεῦμα τῶν Ἁγίων ὅλων. Πῶς, ὁ Ἀσκητής τῆς Πεντέλης καί ὁ λόγιος φιλόσοφος τοῦ Τσέλιε, χωρίς ποτέ νά ἔχουν δεῖ ὁ ἕνας τόν ἄλλον, συμφωνοῦν πώς, “σ’ αὐτόν τόν ὁρατό κόσμο, τό πιό σημαντικό εἶναι ἐκεῖνο τό ἀόρατο, τό ἄθικτο, τό ἀθώρητο”.
Καί ἔτσι εἴμαστε βέβαιοι πώς ἡ ζωή καί ἡ Πίστη μας, δέν εἶναι παραφροσύνη καί ἀνικανότητα ἀντίληψης τῆς πραγματικότητας -ὅπως ὁ κόσμος μᾶς εἰρωνεύεται καί μᾶς κατηγορεῖ- ἀλλά ἡ ἀπόλυτη λογική καί ἡ πεποίθηση πού ὁδήγησε τόν Μωυσῆ, ὁ ὁποῖος: “πίστει κατέλιπε τήν Αἴγυπτον μή φοβηθείς τόν θυμόν τοῦ βασιλέως· τόν γάρ ἀόρατον ὡς ὁρῶν ἐκαρτέρησεν”.
Αὐτόν τόν “Ἀόρατον ἐκαρτέρησεν ὡς ὁρῶν” καί ὁ πατήρ Βασίλειος ἐν ζωῇ. Καί τώρα “βλέπει τήν ἡμέρα Κυρίου” καί χαίρεται.
Σημειώσεις:
1. Φιλοσοφικοί Κρημνοί ὁσίου Ἰουστίνου Πόποβιτς Ἱ. Μονή Χιλανδαρίου 2. ἔ. ἀ.
* Πηγή: Περιοδικόν “Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΧΩΡΟΧΡΟΝΟΥ”, Ἔτος Β΄, Ἀρ. τ. 5, Φεβρουάριος – Μάρτιος 2026”.


