«Πολλὲς φορὲς μὲ ρωτᾶνε ἐδῶ στὴ φυλακὴ πῶς βρῆκα τὴ δύναμη ἐγώ, ἕνα ἄβγαλτο κορίτσι ἀπ’ τὴ Σάμο, ν’ ἀνακατευτῶ στὴν Ἀντίσταση. Οὔτε κι ἐγὼ ξέρω νὰ σοῦ πῶ. Κάτι μέσα μου μ’ ἔτρωγε. Κάτι μοῦ ’λεγε «Πρέπει νὰ κάνεις κι ἐσὺ κάτι. Τὸ ζητάει ἡ ὥρα». Μπορεῖ νὰ μ’ ἔβαλαν στὰ αἵματα κι ἐκεῖνα τὰ παλικάρια ποὺ κατέβασαν τὴ γερμανικὴ σημαία ἀπ’ τὴν Ἀκρόπολη τὸν Μάιο τοῦ ’41. Δὲν μάθαμε ἀκόμα τ’ ὄνομά τους. Ἴσως νὰ μὴν τὸ μάθουμε ποτέ. Θυμᾶμαι ὅτι ἐκείνη τὴ μέρα, ἐκεῖνο τὸ σούρουπο, ἀνέβηκα πάνω στοῦ Φιλοπάππου καὶ κοίταζα τὸν βράχο ἀπέναντι. Κοίταζα τὸν Παρθενώνα καὶ σκεφτόμουνα «Ἆραγε, θὰ μπορέσω ποτὲ νὰ κάνω κι ἐγὼ κάτι;»
Το πρωτότυπο άρθρο ανήκει στο χριστιανική .
