Skip to content
Λιγότερο από 1 λεπτό Διάρκεια άρθρου: Λεπτά

Ο ΑΡΧΙΕΠ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ, Ο ΧΡΙΣΤΟΣ καὶ Η ΕΛΛΑΔΑ «Ἀπὸ τὴν Ἅλωση στὴν παλιγγενεσία – Ἡ συμβολὴ τῶν Μονῶν καὶ τῶν κληρικῶν στὴν ἐθνικὴ ἀφύπνιση» (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Ἑλλάδα*.              Τὸν ἀείμνηστο Ἀρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο ἐγνώρισα τὸ 1958, ὅταν ἀκόμη ἦταν λαϊκὸς καὶ κατηχητής μου στὸν Ἱ. Ν. Ἁγίου Σπυρίδωνος Παγκρατίου Ἀθηνῶν. Ἔκτοτε καὶ ἕως τὴν κοίμησή του, ἦταν για μένα «δῶρο Θεοῦ,ἔμψυχος θησαυρός, λιμὴν ἀναψυχῆς» (Λόγος ΙΑ΄ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου εἰς τὸν Γρηγόριον Νύσσης.  ΠατερικὲςἘκδόσεις «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς»,  Γρηγορίου Θεολόγου Ἔργα,  Τόμος 1, σελ. 284-285). Ὁ Μακαριστός, μετὰ ἀπὸ 18 χρόνια ἀπὸ τὴν κοίμησή του, γιὰ ἐμένα καὶ γιὰ πλείστους ὅπου Γῆς Ἕλληνες εἶναι πάντα πρότυπο καὶ παράδειγμα ζωῆς καὶ θυσιαστικὴς προσφορᾶς στὴν Ἁγία Ἐκκλησία μας καὶ στὴν  φιλτάτη Πατρίδα μας.
.              Ἡ παρουσιαζόμενη ἐργασία τοῦ Μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου γράφτηκε τὸ 1971, μὲ τὴν εὐκαιρία τῶν 150 ἐτῶν ἀπὸ τὴν ἔναρξη τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821, ποὺ ἔφερε τὴν ἐλευθερία μας. Αὐτὴ ἦταν γραμμένη στὴ λογία γλώσσα καὶ τὸ 2007, λίγο καιρὸ πρὶν ἀσθενήσει, μοῦ ἀνέθεσε νὰ τὴν μεταφέρω στὴ σημερινὴγλώσσα μας καί, μὲ τὴν εὐκαιρία, μοῦ ζήτησε  νὰ προσθέσω τὰ νέα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ μεταξὺ εἶχε συγκεντρώσει. Πονοῦσε πολὺ ἡ ψυχή του ἀπὸ τὰ ψέματα ποὺ λέγονταν ἀπὸ ἀθέους διαφωτιστές, ποὺ ἀρνιόντουσταν τὴν προσφορὰ τῆς Ἐκκλησίας στὴν διατήρηση τῆς ταυτότητάς μας στὰ 400 χρόνια τῆς σκλαβιᾶς καὶ τὴν συμβολή Της στὴν ἀπελευθέρωσή μας. Αὐτὸς ἦταν ὁ λόγος ποὺ θέλησε νὰ ἐκδοθεῖ ἡ μελέτη του σὲ ἕνα συνοπτικὸ καὶ εὔληπτο βιβλίο, γιὰ νὰ εἶναι μία ἀπάντηση στὴν προπαγάνδα τους.
.              Ἀνέλαβα μὲ δέος αὐτὴν τὴν ἠθικὴ ὑποχρέωση καὶ προσπάθησα νὰ ἀποδώσω μὲ συναίσθημα εὐθύνης καὶ ὅσο μοῦ ἐπέτρεπαν οἱ πνευματικές μου δυνάμεις τὴν μελέτη τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὴν ταπεινή μου ἄποψη, ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς σημαντικότερες προσωπικότητες  στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ὅπως τὸν ἔζησα ἦταν, ὡς Μητροπολίτης καὶ μετὰ  Ἀρχιεπίσκοπος, Ὁμολογητὴς τῆς Πίστεώς μας, μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴἔννοια τοῦ ὅρου. (Σημ. Ὁμολογητὴς εἶναι ὁ Χριστιανός, ὁ ὁποῖος ἐνώπιον ἐχθρικοῦ περιβάλλοντος ὁμολογεῖ τὴν πίστη του, ἐν γνώσει του ὅτι θὰ  διωχθεῖ). Ὁ ἁπλὸς λαὸς καὶ ἰδιαίτερα ἡ νεολαία, στὴ συντριπτική τους πλειονοψηφία, ἀγκάλιασαν τὸν μακαριστὸ Χριστόδουλο, ἀνταποκρινόμενοι στὴν καλοσύνη του, στὸν θαρραλέο λόγο του, στὴνἀνοικτή του καρδιὰ καὶ στὴν καταδεκτικότητά του. Ὅμως ὅσα χρόνια ἦταν Ἀρχιεπίσκοπος διώχθηκε ἀπηνῶς ἀπὸ τοὺς κρατοῦντας σύγχρονούς του Ἰουλιανοὺς Παραβάτες. Δὲν ὑπῆρξε ἡμέρα ποὺ νὰ μὴν τὸν πολεμήσουν μὲ ψέματα καὶσυκοφαντίες, ἐπειδὴ ἐπιτελοῦσε τὸ χρέος του καὶ προστάτευε τὸ σὲ αὐτὸν ἐμπιστευθὲν ἀπὸ τὸν Θεὸ λογικὸ ποίμνιό του.
.              Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος εἶχε τάλαντα πολλὰ καὶ μὲ ὅλη του τὴν ψυχὴ ἤθελε νὰ τὰ ἀξιοποιήσει ὑπὲρ τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, χωρὶς νὰ ὑπολογίζει τὶς συνέπειες γιὰ τὴ ζωή του, ποὺ θὰ εἶχαν τὰ σὲ βάρος του βέλη ἀπὸ γεμάτες φαρέτρες ἐχθρῶν του ἐντὸς καὶ ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας. Στὴν περίπτωση τοῦ μακαριστοῦ ταιριάζει τὸ τροπάριο τοῦ Αὐτοκράτορα καὶ συγγραφέα τοῦ Μεγάλου Παρακλητικοῦ Κανόνος στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο Θεοδώρου Β΄ Δούκα Βατάτζη Λάσκαρη: «Οἱ μισοῦντες με μάτην, βέλεμνα (βέλη) καὶ ξίφη καὶ λάκκον ηὐτρέπισαν καὶ ἐπιζητοῦσι τὸπανάθλιον σῶμα σπαράξαι μου καὶ καταβιβάσαι πρὸς γῆν…».
.              Ὁ ἀείμνηστος ἀξιόλογος καθηγητής, ἐγκρατὴς φιλόλογος καὶ σημαντικὸς χριστιανὸς συγγραφέας Κωνσταντῖνος Γανωτὴς στὸ βιβλίο του «Ἡ μαρτυρία μου» (Ἔκδοση «Πηλός», Ἀθήνα, 2010, σελ. 195) γράφει: «Ἐντυπωσιακὴ ἦταν γιὰ τὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μας ἡ ἄγρια ἐπίθεση τόσο στὸ πρόσωπο τοῦ μακαριστοῦΧριστόδουλου ὅσο καὶ στὴν Ἐκκλησία ἐν γένει, ἐπίθεση ποὺ ἔγινε ἀπὸ διανοούμενους, πολιτικοὺς καὶ δημοσιογράφους κυρίως. Ἔβλεπαν στὴν Ἐκκλησία μὲ τὴν ἡγεσία τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου τῆς Χριστοδούλου τὸν δύσκολο ἀντίπαλο στὸ σατανικὸ ἔργο τῆς ἀποϊεροποίησης τοῦ κόσμου. Θέλησαν νὰ σβήσουν ἀπὸ τὶς ψυχὲς τῶνἙλλήνων τὶς ἱερὲς μνῆμες τῶν ἁγίων καὶ τῶν μαρτύρων μας, τῶν ἐθνομαρτύρων, τῶν ἐκκλησιαστικῶν μας παραδόσεων, θέλησαν νὰ θάψουν τὴν Ἐκκλησία μέσα στὴ λήθη καὶ τὰ μικρὰ παιδιὰ νὰ μὴ τὴν συναντοῦν ποτὲ στὸν δρόμο τους. Σὲ αὐτὸ τὸ σάρωμα ποὺ ἐπεδίωξε μεθοδευμένα ἡ Νέα Ἐποχή, ὁ λαός μας ἀντιστάθηκε μὲ τὴ λεβεντιὰ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου του καὶ οἱ ἐχθροὶ τῆς Ἐκκλησίας καταπονήθηκαν καὶ γελοιοποιήθηκαν».
.              Ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος, ἐπειδὴ ἦταν ἰδιοφυής, ἀντελήφθη σὲ βάθος  ὅλα τὰ μηνύματα τῆς ἐποχῆς μας καὶ προέβλεψε σωστὰ τὶς ἐπερχόμενες δυσάρεστες καταστάσεις γιὰ τοὺς Ἕλληνες Ὀρθοδόξους Χριστιανούς. Μπροστὰ στὴν ἐπιτέλεση τοῦ ἔργου σωτηρίας τοῦ ποιμνίου του ἀπεδείχθη χαλκέντερος, ἀκάματος, ἀκατάβλητος,ἀκαταπόνητος. Στὸν Βόλο τὸ Ἐπισκοπεῖο ἦταν στὸ κέντρο τῆς πόλεως καὶ ὅταν περνοῦσαν ἀπὸ ἐκεῖ Βολιῶτες τὶς πρῶτες πρωινὲς ὧρες καὶ ἔβλεπαν ἀκόμη ἀναμμένο τὸ φῶς τοῦ δωματίου τοῦ Μητροπολίτη τους, ἔλεγαν: «Πάλι ὁ Χριστόδουλος ξενυχτάει καὶ ὅταν ἐκεῖνος ξενυχτάει, ἐμεῖς μποροῦμε νὰ κοιμόμαστε ἥσυχοι».
.              Στὴν Ἀθήνα, τὰ καθήκοντα περισσότερα, οἱ ὧρες κάθε μέρα 24 καὶ ἐκεῖνο ποὺ μόνο μποροῦσε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος νὰ κάνει ἦταν νὰ περιορίσει ἀκόμη περισσότερο τὶς ὧρες τοῦ ὕπνου του. Ὑποχρεώσεις καὶ συνεργασίες ἔβαζε ἀπὸ νωρὶς τὸ πρωὶ ἕως τὶς δύο μετὰ τὸ μεσημέρι, ποὺ πάντα τὸ ὡράριο ἐπεκτεινόταν καὶ πέραν τῆς προγραμματισμένης ὥρας…. Ἀπὸ τὶς 5.30 μ.μ. καὶ μετά, ἕως περίπου τὶς 10 τὸ βράδυ, ἔβαζε ἄλλα ποιμαντικὰ καὶὁμολογιακὰ καθήκοντα –ἑσπερινοὺς καὶ ὁμιλίες σὲ ἐνορίες, σὲ συνέδρια, σὲ ἐκδηλώσεις– στὰ ὁποῖα πάντα μιλοῦσε μὲ μίαν ἀμεσότητα, πληρότητα καὶ ἐγκυρότητα λόγου. Ἂν δὲν ὑπῆρχαν ἄλλες ὑποχρεώσεις, ἔβαζε συναντήσεις. Ἐπειδὴ στὴ συνέχεια ἐργαζόταν μόνος ἕως πολὺ ἀργὰ τὸ βράδυ συνήθιζε νὰ ξαπλώνει γιὰ μιάμιση περίπου ὥρα μετὰτὸ μεσημεριανὸ γεῦμα. Ὅμως τὸ χρέος ποὺ αἰσθανόταν ἔναντι τοῦ ποιμνίου, τοῦ περιόριζε αὐτὸν τὸν χρόνο. Ὁ διάκος του, π. Διονύσιος, πολλὲς φορὲς τὸν ἔβλεπε πολὺ κουρασμένο, τὸν λυπόταν καὶ δὲν τὸν ξυπνοῦσε τὴν ὥρα ποὺ τοῦεἶχε πεῖ. Ἀλλὰ ὅταν τὸ ἔκαμε αὐτό, ἄκουγε τὸ μάλωμα τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, γιατί, ὅπως τοῦ ἔλεγε, δὲν θὰ ἦταν ἀκριβὴς στὸν χρόνο τῶν ἀπογευματινῶν συναντήσεών του!
.               Σημειώνω πὼς δίπλα στὸ κρεβάτι του εἶχε ἕνα κομοδίνο ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπῆρχαν φάκελοι τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς, τσάντα γεμάτη ἔγγραφα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ τὰ νέα τῆς ἡμέρας. Αὐτὰ ὅλα εἶχε τὴν ἐπιθυμία νὰ τὰδιαβάσει τὸ ἀπόγευμα, ἀλλὰ τὸν νικοῦσε ὁ ὕπνος. Διάβαζε ὅλα τὰ ἔγγραφα τὸ βράδυ, τὰ σχολίαζε, τὰ διόρθωνε, ἔβαζε αὐτοκόλλητα χαρτιὰ γιὰ τὶς πρέπουσες ἐνέργειες καὶ κρατοῦσε σημειώσεις γιὰ νὰ ἐλέγξει, ἂν οἱ ἐντολές τουπραγματοποιήθηκαν. Ἱερὰ Σύνοδος καὶ Ἀρχιεπισκοπὴ ἦσαν πάντα σὲ ἐγρήγορση…
.              Παράλληλα μὲ τὰ ποιμαντικά, ἱεραποστολικὰ  καὶ διοικητικὰ καθήκοντά του ὁ Ἀρχιεπίσκοποςἐνημερωνόταν γιὰ τὰ ὅσα συμβαίνουν στὴν Ἑλλάδα καὶ στὸν κόσμο καὶ δὲν δίσταζε νὰ παρέμβει σὲ ὅσα εἶχανἐπίπτωση στὸ λαό, κηρύττοντας τὸν λόγο τῆς Ἐκκλησίας. Στὴν ὁμιλία του κατὰ τὸν Ἑσπερινό τῆς Ἀποδόσεως τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου στὸν Ἱ. Ν. Ἁγίου Ἐλευθερίου Γκύζη, στὶς 25 Μαρτίου 2007, δύο περίπου μῆνες πρὸ τῆς ἐκδηλώσεως τῆς ἀσθενείας του, εἶπε:
.               «Ἂν ἡ Ἐκκλησία ἀντιδρᾶ μερικὲς φορές, τὸ κάνει διότι θέλει νὰ προφυλάξει τὸν κόσμο. Ἀντιδρᾶ σὲ τί; Σὲμέτρα ποὺ γκρεμίζουν, καταλύουν, κατεδαφίζουν θεσμοὺς καὶ ἀξίες. Καὶ αὐτὸ ὅμως δὲν τὴν κάνει ἀντιδραστική,ἐπειδὴ δηλαδὴ διαμαρτύρεται πολλὲς φορὲς ἡ Ἐκκλησία, διότι καταπατῶνται ὠρισμένες θεμελιώδεις ἠθικὲς ἀρχές. Ὅταν διαμαρτύρεται, διότι διαλύεται, παραδείγματος χάριν, ὁ κοινωνικὸς ἱστὸς μὲ τὴν διαφθορά, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖστὴν κοινωνία, ὅταν διαμαρτύρεται, διότι μὲ διαφόρους νόμους διαλύεται ἡ οἰκογένεια, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ βασικὸ κύτταρο τῆς κοινωνίας,… ὅταν ἡ Ἐκκλησία διαμαρτύρεται ἐναντίον τῆς ἀνηθικότητας τῆς καθημερινῆς ζωῆς, ἢ ἐναντίον τῆς ἐνδοτικότητος μερικῶν στὰ ἐθνικά μας θέματα, αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀντιδραστική; Ἡ ἀντίδραση αὐτὴ εἶναι θεμιτὴ καὶ χρήσιμη, διότι ἀποτελεῖ μίαν ἀντίσταση ἐναντίον τῆς κατάλυσης τῶν πάντων. Καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχε ἡ Ἐκκλησία νὰ διαμαρτύρεται καὶ νὰ ἀντιστέκεται, μὲ μεγαλύτερη εὐκολία θὰ ἐνεργοῦσαν αὐτοί, ποὺ θέλουν νὰ ὑπονομεύσουν τὶς βάσεις τοῦ πολιτισμοῦ μας καὶ τῆς κοινωνικῆς μας συνοχῆς. Εὐτυχῶς ποὺ ὑπάρχει καὶ ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ὑψώνει πολλὲς φορὲς τὴ φωνή της καὶ διαμαρτύρεται γι’ αὐτὰ τὰ ὁποῖα θέλουν ὁρισμένοι νὰ πραγματώσουν στὸν τόπο αὐτόν, ἀγνοοῦντες τὴν Ἱστορία καὶ τὴν Παράδοσή μας».
.               Ἱστορία καὶ Ἑλληνορθόδοξη Παράδοση, τὰ δύο αὐτὰ συνεῖχαν τὸν Μακαριστὸ Ἀρχιεπίσκοπο. Ἐνθυμοῦμαι τὴ συγκίνησή του ὅταν στὸ πρῶτο του, ὡς Ἀρχιεπισκόπου, ταξίδι στὴ Σάμο ἐπισκέφθηκε μαζὶ μὲ τὴν στρατιωτικὴ ἡγεσία  καὶ τὸν οἰκεῖο Μητροπολίτη κ. Εὐσέβιο προκεχωρημένο φυλάκιο καὶ ἔκανε τὴν ἔπαρση τῆς σημαίας μας, ἐνῶοἱ στρατιῶτες καὶ ὅλοι μας, σὲ στάση προσοχῆς, ψάλαμε τὸν Ἐθνικό μας Ὕμνο. Στὸ πρόχειρο τραπέζι ποὺ ἀκολούθησε, παρουσίᾳ τοῦ Μητροπολίτου Εὐσεβίου, ἀξιωματικῶν, ὁπλιτῶν καὶ πολιτῶν, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἔκαμε τὴν ἔκπληξη: Ἔβγαλε ἀπὸ τὴν τσέπη τοῦ ἀντεριοῦ του ἕνα ὡς ἐγκόλπιο, μικροῦ μεγέθους καὶ λιγοσέλιδο σημειωματάριο. Σὲ αὐτὸ εἶχε μὲ ἀλλοιωμένα ἀπὸ τὸν ἱδρώτα γράμματα, στίχους ἀπὸ δημοτικὰ  –  πατριωτικὰ τραγούδια. Διάλεξε τὰ«Εὐζωνάκια» καὶ τὸ τραγούδησε μὲ τὴν βελούδινη φωνή του. Ἀκολούθησαν αὐθόρμητα θερμὰ χειροκροτήματα. Ἐξήγησε ὅτι ἀγαποῦσε τὸ ἐν λόγῳ τραγούδι, γιατί τοῦ θύμιζε τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὴν Ἀνατολικὴ Θράκη, τόπο τῆς καταγωγῆς του. Ἡ οἰκογένεια τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἦταν διπλὰ προσφυγική. Ἡ πρώτη προσφυγιὰ ἦταν, μετὰ τὴ Μικρασιατικὴ καταστροφή, ἀπὸ τὴν Ἀδριανούπολη στὴν Ξάνθη καὶ ἡ δεύτερη, κατὰ τὴν κατοχὴ ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους, ἀπὸ τὴν Ξάνθη στὴν Ἀθήνα.
.              Στὴν ὁλόψυχη ἀγάπη του πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ τὸν Ἑλληνισμὸ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος εἶχε πρότυπό του τὸν Ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό, στὸν ὁποῖο ἀφιέρωσε, ὡς Μητροπολίτης Δημητριάδος, ὅλες του τὶς ὁμιλίες κατὰ τὴνἱεραποστολικὴ περίοδο 1982-1983, στὸν τοπικὸ ραδιοφωνικὸ σταθμό. Οἱ ὁμιλίες του κυκλοφορήθηκαν στὴ συνέχεια σὲ βιβλίο (Ἔκδοση «Χρυσοπηγή»). Στὰ ἐπιλεγόμενα τοῦ βιβλίου αὐτοῦ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἐξομολογεῖται στοὺςἀκροατές του μία του σκέψη, ποὺ τοῦ εἶχε γεννηθεῖ καθὼς διάβαζε, πρὶν ἀπὸ κάθε του ὁμιλία τὶς «Διδαχές» του. «Σκέφθηκα», εἶπε, «πὼς στὸν Ἅγιο καὶ Ἰσαπόστολο Κοσμᾶ ἐμεῖς οἱ Νεοέλληνες χρωστᾶμε πολλά. Ἂν οἱ πατέρες μας δὲν γίνανε Τοῦρκοι, ἂν δὲν χάσανε τὴν γλώσσα τους, τὴν ἑλληνική, ἂν δὲν ξέχασαν τὸ ὄνειρό τους γιὰ λευτεριά, αὐτό, κατὰ ἕνα πολὺ μεγάλο ποσοστό, ὀφείλεται στὸν πατροΚοσμά».
.              Καὶ ἐπειδὴ ἐφέτος εἶναι ἡ διακοσιοστὴ ἐπέτειος ἀπὸ τὴν Ἡρωικὴ Ἔξοδο τοῦ Μεσολογγίου (Σημ. Ἔγινε ξημερώνοντας Κυριακὴ Βαΐων τοῦ 1826) θὰ σᾶς ἀναφέρω λίγα λόγια ἀπὸ τὴν ὁμιλία τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ποὺ ἐκφώνησε στὴν Αἴθουσα τῆς Παλαιᾶς Βουλῆς τῶν Ἀθηνῶν τὸ 2006, στὴν ἐπέτειο γιὰ τὰ 180 χρόνια ἀπὸ τὸ ἀθάνατο ἔπος τῶν ἐλευθέρων πολιορκημένων. Εἶπε μεταξὺ ἄλλων: «180 χρόνια πέρασαν ἀπὸ τότε. Ἡ Ἐκκλησία μας θεωρεῖ τίτλο τιμῆς γι’ Αὐτὴν τὴ συμμετοχὴ τῶν κληρικῶν καὶ τῶν πιστῶν της στὶς ἐθνικὲς ἐξορμήσεις. Στὰκατορθώματα καὶ τὶς περιπέτειες. Σεμνύνεται γιὰ τὶς μέχρι σήμερα θυσίες τῶν παιδιῶν της καὶ ἀπορρίπτει μετὰβδελυγμίας τὸν χαρακτηρισμὸ τῆς φιλοπατρίας καὶ τῆς εὐσεβείας ὡς δῆθεν “πολιτιστικὸ σκοταδισμό”… Τὸ Μεσολόγγι δὲν ἔπεσε ποτέ!… Ἔγινε ἁγίασμα τῷ Κυρίῳ…. Ἀπὸ τὸ ὕψος ἐκεῖνο κρατᾶ τὴν ἀρετή, τὴν ἀξιοπρέπεια, τὸν πιὸ ἁγνὸ καὶ ἄδολο πατριωτισμό, τὴν πιὸ πιστὴ προσήλωση στὸ ἀκριβὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο, τὴν ἐλευθερία». Καὶ ἐπιλέγει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος μὲ τὸν στίχο τοῦ Σολωμοῦ, ἀπὸ τὸ Γ΄ σχεδίασμα τῶν «Ἐλεύθερων Πολιορκημένων»: «Δόξα, ᾽χ᾽ ἡ μαύρη πέτρα καὶ τὸ ξερὸ χορτάρι».
.              Περατώνοντας τὴν ὁμιλία μου ὀφείλω νὰ πῶ πὼς ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος νυχθημερὸν ἐργαζόταν γιὰ νὰ διατηρήσουμε, ἐμεῖς, οἱ Ἕλληνες, τὴν ταυτότητά μας, γιὰ νὰ σταθοῦμε ὄρθιοι καὶ νὰ ἀντισταθοῦμε στὸν εἰσαγόμενο μηδενιστικὸ καὶ ἡδονιστικὸ τρόπο ζωῆς. Τὸ 1998, πρὶν ἐκλεγεῖ Ἀρχιεπίσκοπος, σὲ ὁμιλία του στὸν Βόλο πρὸς τοὺς φοιτητὲς τόνισε: «Ἡ Ὀρθοδοξία μας καὶ ἡ Ἑλληνικότητά μας εἶναι δύο ἰσχυρὰ ἐρείσματα ἐναντίον τῆς μαζοποίησης καὶ τῆς ἰσοπέδωσης τῶν πάντων. Ὁ λαός μας ἔχει πλούσια ἱστορία καὶ δικαιοῦται νὰ ζήσει εἰρηνικά, χωρὶς νὰ κινδυνεύει νὰ ἀφομοιωθεῖ καὶ χωρὶς νὰ διατρέχει τὸν κίνδυνο ἀποκοπῆς του ἀπὸ τὶς ρίζες του». Μιλώντας σὲ ἐκπαιδευτικοὺς πάλι στὸν Βόλο, τὸ 1991, τοὺς τόνισε: «Στὴν Πατρίδα μας Ὀρθοδοξία καὶ Ἑλληνισμὸς στέκονται κοντὰ – κοντά, ἀξεχώριστα μεγέθη πολιτισμοῦ ψυχῆς, ψωμὶ καὶ κρασὶ στὴ δίψα καὶ στὴν πείνα τοῦ λαοῦ. Αὐτὰ τὰξέχασαν πολλοί, τὰ θυμόμαστε ὅμως ἐμεῖς. Τὰ θυμάστε ἐσεῖς, οἱ ἐκπαιδευτικοί μας, καὶ ἄλλοι πολλοί. Ὅλοι ὅσοιἀγαποῦν αὐτὸν τὸν τόπο καὶ μάχονται νὰ διατηρήσει τὴν ταυτότητά του καὶ τὴν προσωπικότητα τῶν παιδιῶν του».
.              Τέλος μιλώντας σὲ ἐκπαιδευτικοὺς ποὺ ἐργάζονταν στὰ ὅρια τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν τοὺς εἶπε γιὰ τὸν ρόλο τῶν Ἑλλήνων στὴν Ἑνωμένη Εὐρώπη:
«Ἂν θέλουμε ὄχι μόνο νὰ ξαναποκτήσουμε τὴν πνευματική μας ταυτότητα, ἀλλὰ καὶ νὰ παίξουμε ἕναν ρόλο ὡςἝλληνες στὴν Ἑνωμένη Εὐρώπη τῶν ἀξιῶν καὶ ὄχι τῶν κεφαλαίων καὶ τῶν συμφερόντων, μίαν ἔχουμε διέξοδο: νὰφορτωθοῦμε καὶ πάλι τὶς ἱστορικές μας ἀποσκευές, ποὺ εἶναι ἡ ἑλληνορθοδοξία μας καὶ νὰ συμβάλουμε στὴν πνευματικὴ ἑνότητα τῆς Εὐρώπης. Γιὰ νὰ τὸ κάνουμε αὐτό, χρειαζόμαστε τὴν ἑλληνική μας ταυτότητα, ὅπως τὴν διαμόρφωσε ἡ ἑλληνική μας Ὀρθοδοξία».
.              Σεβασμιώτατε, σεβαστοὶ πατέρες, ἀγαπητοὶ καὶ ἀγαπητές μου, σᾶς εὐχαριστῶ ποὺ μὲ ἀκούσατε. Προσπάθησα μὲ τὶς πτωχές μου δυνάμεις νὰ παρουσιάσω, μὲ λιτὸ καὶ ἁδρὸ τρόπο, τὴν ζέουσα ἀπὸ Πίστη ψυχὴ τοῦμακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, τὴν ἀγάπη του γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία καὶ τὴν Ἑλλάδα, καθὼς καὶ τὸπολύπλευρο καὶ πολυδιάστατο ποιμαντικὸ καὶ ἱεραποστολικὸ ἔργο του. Νὰ ἔχουμε τὴν εὐχή του.
.              Εὐχαριστῶ καὶ  συγχαίρω πάλιν καὶ πολλάκις τὸν Σεβ. Κερκύρας κ. Νεκτάριο, γιὰ τὴν ἔκδοση τοῦπαρουσιαζόμενου βιβλίου καὶ ποὺ μὲ προσκάλεσε νὰ σᾶς ὁμιλήσω γιὰ τὸν μακαριστὸ Ἀρχιεπίσκοπο. Νὰ ξέρετε ὅτι εἶναι πρὸς τιμή του ποὺ ἀκολουθεῖ τὸν δρόμο ποὺ τοῦ χάραξε ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος καὶ πνευματικός του πατέρας. Αὐτὸ δὲν ὀφείλεται μόνο στὴν ἀγάπη του καὶ στὴν καλή του μαθητεία  στὸν Γέροντά του, εἶναι καὶ προϊὸν τῶν προσόντων του. Ὁ Κύριος νὰ τοῦ δίνει ὑγεία καὶ μακροημέρευση, γιατί ἔχει πολλὰ ἀκόμη νὰ προσφέρει στὴν τοπικὴ Ἐκκλησία τῆς Κερκύρας, ἀλλὰ καὶ στὴν ὅλη Ἁγία Ἐκκλησία μας.

Καὶ πάλι σᾶς εὐχαριστῶ.-

1821, Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, ἐπανάσταση τοῦ 1821, Γ. Παπαθανασόπουλος, Μεσολόγγι


Αὐτὴ ἡ καταχώριση ἀναργήθηκε στὶς 20 Μάρτιος 2026, 9:07 π.μ. καὶ ἀρχειοθετήθηκε ὡς ΙΣΤΟΡΙΑ. Μπορεῖτε νὰ παρακολουθήσετε τὶς ἀπαντήσεις μέσῳ τοῦ RSS 2.0.

Μπορεῖτε νὰ ἀφήσετε μιὰν ἀπάντηση ἢ μιὰ εἰδοποίηση σύνδεσης ἀπ’ τὸν δικό σας ἱστοχῶρο.

Το πρωτότυπο άρθρο https://christianvivliografia.wordpress.com/2026/03/20/%CE%BF-%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B9%CE%B5%CF%80-%CF%87%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82-%CE%BF-%CF%87%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%E1%BD%B6-%CE%B7/ ανήκει στο Χριστιανικὴ Βιβλιογραφία .