Οι πρόσφατες εξελίξεις στο Ηνωμένο Βασίλειο εγείρουν σοβαρές ανησυχίες για την κατάσταση της ελευθερίας της έκφρασης στις φιλελεύθερες δημοκρατίες. Δύο εξελίξεις, μία στον ακαδημαϊκό χώρο και μία στο πεδίο της δημόσιας πολιτικής, δεν υποδηλώνουν απλώς έναν επαναπροσδιορισμό της ελευθερίας του λόγου, αλλά τη σταδιακή παραβίασή της.
Η περίπτωση του Δρoς David Harris, ενός συνταξιούχου ακαδημαϊκού, είναι ιδιαιτέρως αποκαλυπτική. Του αφαιρέθηκε ο τιμητικός τίτλος του ομότιμου καθηγητή από το Πανεπιστήμιο Plymouth Marjon, μετά τη δημοσίευση έρευνας που ασκούσε κριτική σε πτυχές της κριτικής φυλετικής θεωρίας. Το έργο του δεν αρνιόταν την ύπαρξη ρατσισμού, ούτε υιοθετούσε προκλητική ρητορική. Αντιθέτως, αναγνώριζε ότι η θεωρία αυτή έχει προσφέρει σημαντικές γνώσεις, υποστηρίζοντας όμως ότι ενδέχεται να εντοπίζει προκαταλήψεις υπερβολικά εύκολα σε καθημερινές κοινωνικές αλληλεπιδράσεις.
Παρά τη μετριοπαθή αυτή προσέγγιση, εσωτερική αλληλογραφία του πανεπιστημίου χαρακτήρισε το έργο του ως «αμφιλεγόμενο». Ο τίτλος του, ο οποίος του είχε απονεμηθεί κατά τη συνταξιοδότησή του το 2011, ανακλήθηκε. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι αυτό δεν έγινε επειδή έφερε το πανεπιστήμιο σε δυσφήμηση, που αποτελεί τον καθιερωμένο λόγο για μια τέτοια ενέργεια, αλλά επειδή ο τόνος των επικοινωνιών του θεωρήθηκε ότι δεν συνάδει με τις «θεσμικές αξίες».
Μόνο μετά την παρέμβαση της Επιτροπής για την Ακαδημαϊκή Ελευθερία, η οποία εξέφρασε ανησυχίες για τη διαδικαστική ορθότητα, το πανεπιστήμιο ανέστρεψε την απόφασή του και αποκατέστησε τον τίτλο του. Το αποτέλεσμα αυτό χαιρετίστηκε ως νίκη για την ελευθερία του λόγου. Ωστόσο, το ίδιο το περιστατικό αποκαλύπτει κάτι πολύ πιο ανησυχητικό. Καταδεικνύει πόσο εύκολα η νόμιμη ακαδημαϊκή έρευνα μπορεί ν’ αντιμετωπιστεί ως πρόβλημα αντί ως συμβολή. Η γλώσσα των «αξιών» και του «τόνου» χρησιμοποιείται ολοένα και περισσότερο όχι για τη ρύθμιση της συμπεριφοράς, αλλά για τον αποκλεισμό απόψεων που αποκλίνουν από τις επικρατούσες ορθοδοξίες και για την καταστολή της διαφωνίας, παραβιάζοντας την ελευθερία της συνείδησης και της έκφρασης. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, το όριο μεταξύ ακαδημαϊκής διαφωνίας και θεσμικής κύρωσης καθίσταται επικίνδυνα δυσδιάκριτο.
Η τάση αυτή δεν περιορίζεται στα πανεπιστήμια. Αντανακλάται στη συνεχιζόμενη συζήτηση για τον νομικό ορισμό της ισλαμοφοβίας. Τον Οκτώβριο του 2024, ο Γενικός Διευθυντής της MI5, Ken McCallum, δήλωσε ότι περίπου το 75% των σχεδίων τρομοκρατικών επιθέσεων που διερευνά η Υπηρεσία συνδέονται με ισλαμιστικό εξτρεμισμό. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, διακρίσεις κατά μουσουλμάνων μπορούν να εμφανιστούν και πρέπει να αντιμετωπίζονται.
Ωστόσο, όλες οι θρησκείες αξίζουν ίση προστασία. Επίσης, υπάρχει μια θεμελιώδης διάκριση μεταξύ της προστασίας των ατόμων από διακρίσεις από τη μια και της παραβίασης της ελευθερίας της έκφρασης από την άλλη.
Η Free Speech Union έχει κινήσει νομική διαδικασία αμφισβητώντας την υιοθέτηση από την κυβέρνηση ενός νέου επίσημου ορισμού της ισλαμοφοβίας, τον οποίο η ίδια η κυβέρνηση περιγράφει ως «εχθρότητα κατά των μουσουλμάνων». Παράλληλα, έχουν παρουσιαστεί σχέδια για την επιβολή κυρώσεων σε περιπτώσεις παραβίασης του πλαισίου αυτού. Η Free Speech Union έχει καλέσει την κυβέρνηση ν’ αναστείλει την εφαρμογή του ορισμού, μέχρι να εκδικαστεί η υπόθεση. Η ανησυχία είναι ότι ένας υπερβολικά ευρύς ή ασαφής ορισμός της ισλαμοφοβίας ενδέχεται να περιορίσει τη νόμιμη έκφραση. Έχει συγκεκριμένα προειδοποιήσει για τον κίνδυνο να δημιουργηθεί ένα καθεστώς, που στην πράξη προστατεύει τις θρησκευτικές πεποιθήσεις από την κριτική.
Η ανησυχία αυτή εδράζεται σε μια θεμελιώδη αρχή της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Ο νόμος προστατεύει τα άτομα από βλάβη και διακρίσεις. Δεν προστατεύει τις ιδέες από τον έλεγχο. Οι θρησκευτικές πεποιθήσεις, όπως και οι πολιτικές ιδεολογίες, πρέπει να παραμένουν ανοικτές σε κριτική, διαφωνία και ακόμη και έντονη αμφισβήτηση. Η σύγχυση αυτής της διάκρισης ενέχει τον κίνδυνο επαναφοράς, έστω και έμμεσα, μορφών νομοθεσίας περί βλασφημίας. Είναι αξιοσημείωτο ότι, μεταξύ όλων των θρησκειών, το Ισλάμ φαίνεται να απολαμβάνει ένα είδος προστασίας, που στην πράξη οδηγεί στον περιορισμό της κριτικής.
Οι συνέπειες μιας τέτοιας εξέλιξης δεν είναι απλώς θεωρητικές. Εάν η κριτική μιας θρησκείας μπορεί να εκληφθεί ως μορφή προκατάληψης, τότε ακαδημαϊκοί, δημοσιογράφοι και πολίτες ενδέχεται ν’ αρχίσουν να αυτολογοκρίνονται. Το αποτρεπτικό αποτέλεσμα δεν εξαρτάται από μαζικές διώξεις. Προκύπτει από την αβεβαιότητα και τον φόβο υπέρβασης ορίων, που δεν είναι σαφώς καθορισμένα.
Εξεταζόμενα από κοινού, η υπόθεση Harris και η συζήτηση περί ισλαμοφοβίας αποκαλύπτουν μια κοινή και ανησυχητική τάση. Οι θεσμοί εμφανίζονται ολοένα και πιο πρόθυμοι να δώσουν προτεραιότητα στην αποφυγή της αντιπαράθεσης αντί στην υπεράσπιση της ανοιχτής έρευνας. Με τον τρόπο αυτό, διακινδυνεύουν να υπονομεύσουν τις ίδιες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή τη δημοκρατική ζωή.
Η ελευθερία της έκφρασης δεν είναι απλώς ένα δικαίωμα μεταξύ άλλων. Αποτελεί το θεμέλιο, πάνω στο οποίο στηρίζονται όλα τα υπόλοιπα. Χωρίς τη δυνατότητα να θέτουμε ερωτήματα, να ασκούμε κριτική και να αμφισβητούμε επικρατούσες αντιλήψεις, οι κοινωνίες χάνουν την ικανότητά τους για αυτοδιόρθωση. Είναι αδύνατο να μιλήσει κανείς για οποιοδήποτε ουσιαστικό ζήτημα, χωρίς τον κίνδυνο να προσβάλει κάποιον. Όπως έχει κριθεί σε υποθέσεις όπως Handyside κατά Ηνωμένου Βασιλείου (1976), R. Miller κατά College of Policing (2022) και Director of Public Prosecutions κατά Coskun (2026), τόσο τα βρετανικά δικαστήρια όσο και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχουν επανειλημμένα επιβεβαιώσει ότι η ελευθερία της έκφρασης περιλαμβάνει και το δικαίωμα του καθενός να «προσβάλλει, να σοκάρει ή να ενοχλεί».
Τα ζητήματα αυτά δεν αφορούν μόνο τη Βρετανία. Στην Κύπρο, όπου 18-25% του πληθυσμού είναι μουσουλμάνοι, οι ατομικές ελευθερίες μπορούν εύκολα να τεθούν υπό πίεση. Η επιδίωξη της κοινωνικής αρμονίας είναι κατανοητή. Ωστόσο, ο περιορισμός της έκφρασης στο όνομα της αρμονίας συχνά οδηγεί στο αντίθετο αποτέλεσμα, μεταφέροντας τις διαφωνίες στο παρασκήνιο αντί να τις αντιμετωπίζει ανοιχτά.
Μια κοινωνία με αυτοπεποίθηση δεν φοβάται τις αμφιλεγόμενες ιδέες. Τις αντιμετωπίζει μέσω επιχειρημάτων, αποδείξεων και διαλόγου. Όταν οι θεσμοί επιλέγουν να διαχειριστούν ή να καταστείλουν τη διαφωνία, δεν προστατεύουν την κοινωνία. Την αποδυναμώνουν. Εάν η ελευθερία της έκφρασης εξαρτάται από τη συμμόρφωση, τότε παύει να είναι ελευθερία.
*Επίκουρος Καθηγητής Νομικής στο Λονδίνο με εξειδίκευση στο Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο, Ανθρώπινα Δικαιώματα και Φιλοσοφία Δικαίου


