Τοῦ κ. Ἰωάννου Β. Κωστάκη
4ον.-Τελευταῖον
Ἡ Εἰκών εἰς τὴν ζωὴν τοῦ λαοῦ
Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει τὴν εἰκόνα σὲ κεντρικὴ θέση στὴ ζωή του. Ἡ παρουσία της εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τὴν προσευχή του σ’ ὅλους τοὺς χώρους. Τὸ εἰκονοστάσι στὸ σπίτι, «Ἡ εἰκόνα στὸ δωμάτιο πάνω ἀπ’ προσκεφάλι». Στὸ χῶρο ἐργασίας, στὸ Σχολεῖο, στὰ μεταφορικὰ μέσα, σὲ γραφεῖα, νοσοκομεῖα κ.ἄ. πολυσύχναστους χώρους, βρίσκονται ἀναρτημένες εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ τῆς Παναγίας καὶ διαφόρων ἁγίων. Μὲ καντήλι καὶ εἰκόνα σημαδεύεται ὁ τόπος κάποιου θαύματος.
Στὰ χρόνια τῆς εἰκονομαχίας ὁ πιστὸς δὲν ἀποχωριζόταν τὴν εἰκόνα, ἔστω κι’ ἂν ὑποβάλλονταν σὲ διώξεις, βασανιστήρια συχνὰ δὲ καὶ σὲ θάνατο. Ὁ σκλαβωμένος Ἕλληνας στὴν Τουρκοκρατία ἀπ’ τὶς κρυπτόμενες εἰκόνες ἀντλοῦσε δύναμη, ἐλπίδα καὶ παρηγοριά. Τὸ ἴδιο ἔκαναν καὶ συνεχίζουν νὰ κάνουν οἱ πάσης μορφῆς «Κρυπτοχριστιανοὶ» στὰ ἀλλοπρόσαλλα ἀθεϊστικὰ ἢ ἀλλόθρησκα καθεστῶτα τοῦ παρελθόντος καὶ τοῦ παρόντος. Γιὰ νὰ ἐπιβιώσουν ὑποκρίνονταν τὸν Μουσουλμάνο στὸ τζαμὶ καὶ δακρύζοντας ἀγκάλιαζαν τὴν εἰκόνα ποὺ ἔκρυβαν στὸ ὑπόγειο τοῦ σπιτιοῦ. Στὸν ξεριζωμὸ τῆς Μικρασιατικῆς καταστροφῆς, οἱ μάρτυρες τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀνάμεσα στὰ πολύτιμα πράγματα ποὺ κουβαλοῦσαν στοὺς ὤμους ἦταν πολὺ συχνὰ σεβάσμιες θαυματουργὲς εἰκόνες, ποὺ ἔφεραν μαζί τους στὶς καινούργιες πατρίδες τους. Τὰ ἱερὰ προσκυνήματα αὐτῶν ἁπλώνονται σ’ ὁλόκληρη τὴν Ἑλλάδα.
Μὲ τὴν εἰκόνα στὸ σπίτι «συνεχίζεται ἡ θεία Λειτουργία στὴν καθημερινή μας ζωή, ποὺ τὴν μεταβάλλει σὲ προσευχή. Τὸ ἴδιο τὸ σπίτι γίνεται προέκταση τοῦ Ναοῦ, καὶ ἀναδεικνύεται σὲ «Κατ’ οἶκον ἐκκλησία». Δὲν τοποθετεῖται στὸ σπίτι ἡ εἰκόνα γιὰ διακόσμηση, ἀλλὰ γιὰ «νὰ δέχεται τὶς κραυγὲς καὶ τὰ δάκρυα τοῦ πόνου καὶ τῆς χαρᾶς». Γιὰ τοὺς ὀρθοδόξους ἡ εἰκόνα εἶναι «ταυτότητα πίστεως». Φιλώντας τὶς εἰκόνες, φιλᾶμε τὸν Θεό, τὸ Χριστό, τὴν Παναγία, τοὺς Ἁγίους. Ἡ εἰκόνα εἶναι πηγὴ ζωῆς πνευματικῆς. «Ὅταν μάθης νὰ προσκυνᾶς τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας καὶ τῶν Ἁγίων, ἔμαθες τὸ μονοπάτι ποὺ σὲ φέρνει στὴν πηγὴ τῆς ἀτέλειωτης ζωῆς».
Ἡ Ἐκκλησία καταδίκασε καὶ ἀναθεμάτισε τοὺς εἰκονομάχους. Ἀλλὰ ἡ εἰκονομαχία ἐπαναλαμβάνεται σήμερα μὲ ἄλλες πιὸ ὕπουλες μορφές. Οἱ ὑβριστὲς εἰκόνων, ἱερῶν καὶ ὁσίων τοῦ γένους ἀκάθεκτοι συνεχίζουν, ποικιλοτρόπως, τὸ ἀνίερο ἔργο τους. Ἀγωνίζονται νὰ ἀπομακρύνουν τὰ ἱερὰ σύμβολα ἀπὸ σπίτια, γραφεῖα, σχολεῖα, Νοσοκομεῖα, δημόσιους χώρους, γιατί τάχα προκαλοῦν τοὺς ἀλλόθρησκους ποὺ κατακλύζουν τὴν πατρίδα μας. Κατὰ τοὺς σύγχρονους εἰκονομάχους, πέραν τῆς φιλοξενίας, γιὰ νὰ εἴμαστε καλοὶ οἰκοδεσπότες, πρέπει νὰ ἀλλάξουμε καὶ τὴν πίστη μας. Ὁ στόχος τους ὅμως ἀποβλέπει ἀλλοῦ. Θέλουν, ἐπιδιώκουν νὰ γκρεμίσουν, νὰ εὐτελίσουν τὴ ζωντανὴ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, τὸν ἄνθρωπο.
Ἐπίλογος
Οἱ περισσότεροι ἀπ’ τοὺς πολεμίους τῶν ἱερῶν εἰκόνων εἶχαν ἄδοξο καὶ κάποτε τραγικὸ τέλος. Ὁ τελευταῖος εἰκονομάχος αὐτοκράτωρ, ὁ Θεόφιλος, ὑπερέβαλε ὅλους σὲ μανία καὶ μῖσος κατὰ τῶν εἰκόνων. Βασάνισε ποικιλοτρόπως πολλοὺς πατέρες «διὰ τὴν τῶν εἰκόνων προσκύνησιν». Βασίλεψε 12 χρόνια . Προσβλήθηκε ἀπὸ δυσεντερία, καὶ κινδύνευε νὰ ἀποθάνει. Ἄνοιξε τὸ στόμα του πολὺ καὶ ἔμεινε ἀνοικτό, ὥστε «τὰ ἔγκατα ἔνδον διαφαίνεσθαι». Ἡ βασίλισσα Θεοδώρα «περιαλγὴς γενομένη» εἶδε στὸν ὕπνο της, τὴν ἄχραντη Θεοτόκο, βρεφοκρατοῦσα, περικυκλωμένη ἀπὸ λαμπροφόρους ἀγγέλους, νὰ δέρνουν καὶ νὰ ἐλεεινολογοῦν τὸν ἄνδρα της. Ξύπνησε τρομαγμένη. Ἀκούει τὸν Θεόφιλο, ποὺ μὲ δυσκολία ἀνέπνεε, νὰ φωνάζει: «Οὐαί μοι τῷ ἀθλίῳ. Διὰ τὰς ἁγίας εἰκόνα μαστίζομαι». Ἀμέσως ἡ Θεοδώρα «δεομένη σὺν δάκρυσι» ἔβαλε πάνω τὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, καὶ ἀμέσως τὸ στόμα του, ποὺ φρύαζε πρὶν κατὰ τῶν εἰκόνων, καὶ ὁ ἀνοιγμένος λάρυγγάς του «εἰς τὴν προτέραν ἕξιν μετασκευάζεται =ἀποκαθίσταται). Σὲ λίγο καιρὸ ὁ πρώην ὑβριστὴς «ἐκλείπει τὸ ζῆν».
Ἐλεύθερη πιὰ ἡ εὐσεβὴς Θεοδώρα ἐπανέφερε τοὺς ἐξορίστους, ἐλευθέρωσε τοὺς φυλακισμένους, ἀπομάκρυνε ἀπ’ τὸν θρόνο τὸν εἰκονομάχο πατριάρχη Ἰωάννη Ζ, καὶ προήγαγε τὸν ἄξιο ὁμολογητὴ τοῦ Χριστοῦ Μεθόδιο. Μὲ τὴν σύγκληση δὲ τῆς ἑβδόμης οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ τὶς ἀποφάσεις της: Ἀφοῦ «Ρομφαῖαι τῶν δυσσεβῶν ἐξέλιπον…» στὴν Ἐκκλησία «Πεφανέρωται Ἡμέρα χαρμόσυνος καὶ εὐφροσύνης ἀνάπλεως…». Ὕστερα ἀπὸ μακρόχρονη σκληρὴ δοκιμασία τῆς πίστεως «Ἐδόθη τῇ Ἐκκλησίᾳ τὰ νικητήρια.. Ἐπὶ τῇ ἐγέρσει τῆς πίστεως…».
Τὸ κοίταγμα τῆς εἰκόνος ὁδηγεῖ εἰς τὴν μετάνοιαν.
Ἀπ’ τὸ Γεροντικό:
«Τρεῖς τῶν πατέρων εἶχον ἔθος κατ’ ἐνιαυτὸν ὑπάγειν πρὸς τὸν μακάριον Ἀντώνιον. Καὶ οἱ μὲν δύο ἠρώτων αὐτὸν περὶ λογισμῶν καὶ σωτηρίαν ψυχῆς. Ὁ δὲ τρίτος εἰς πάντα ἐσιώπα. Μετὰ δὲ πολὺν χρόνον λέγει αὐτῷ ὁ ἀββᾶς Ἀντώνιος. Ἰδοὺ τοσοῦτον χρόνον ἔχεις ἐρχόμενος ὧδε, καὶ οὐδὲν ἐρωτᾶς με. Καὶ ἐκεῖνος ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτῷ: Ἀρκεῖ μοι τὸ βλέπειν σε, τίμιε πάτερ».


