«Ἦταν ριζωμένος στόν τόπο του καί στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων». Ὁ Μητροπολίτης Πατρῶν κ. Κωνσταντῖνος, βλέποντας τήν εὐδοκίμηση τοῦ παπα–Παναῆ, τόν κάλεσε νά ἀφήση τό Καλούσι, γιά νά τόν τοποθετήση ἐφημέριο στόν λαμπρό Ναό Παντανάσσης Πατρῶν! Τότε ὁ παπα–Παναῆς τοῦ ἔδειξε ἕνα δένδρο, μία καρυδιά πού ἦταν φυτευμένη στήν αὐλή τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καί εἶπε: «Σεβασμιώτατε, ἄν ξερριζώσης αὐτό τό δένδρο καί τό μεταφυτέψης ἀλλοῦ, δέν θά εὐδοκιμήση, θά ξεραθῆ. Ἔτσι καί ἐγώ θά πάθω, ἄν ξερριζωθῶ ἀπό ἐδῶ καί μεταφυτευθῶ στήν Πάτρα. Ἄφησέ με ἐδῶ πού μέ φύτεψε τό χέρι τοῦ Θεοῦ». Ὁ Δεσπότης δέν ἐπέμεινε.
Στό Καλούσι ἔμενε πάντοτε στό πατρικό του σπίτι μαζί μέ τόν ἀδελφό του Γιάννη, πού ἦταν δάσκαλος καί ὁ ὁποῖος, ὅταν παντρεύτηκε, ἐξακολούθησε νά μένη στήν ἴδια κατοικία. Ἡ σύζυγος τοῦ Γιάννη ἦταν σεμνή, φρόνιμη, πιστή, ἐργατική καί ἀκαταπόνητη, ὑπόδειγμα νοικοκυρωσύνης καί φιλοξενίας. Ὅσοι ἀπό μακρυά πήγαιναν νά ἐπισκεφθοῦν τόν παπα–Παναῆ γιά ἐξομολόγηση ἤ γιά ἐπίλυση προβλημάτων, εὕρισκαν καί στρωμένο τραπέζι. Δέν ἔφευγαν νηστικοί. Κάποτε, ὅταν ἔφθασε ὁδική ἀρτηρία καί στό χωριό τους, ἦλθε Κυριακή πρωΐ ἕνα λεωφορεῖο μέ 20 ἀνθρώπους νά ἐκκλησιαστοῦν καί νά ἐξομολογηθοῦν. Γιά φαγητό τό μεσημέρι, ἀσφαλῶς κατέληξαν στόν παπα–Παναῆ. Ἡ Γιάνναινα (ἡ σύζυγος τοῦ Γιάννη), ἡ νύφη τοῦ παπα–Παναῆ, εἶχε ἑτοιμάσει σούπα μέ κρέας γιά δέκα ἀνθρώπους˙ πῶς νά φθάση γιά τριάντα; Καί ὅμως, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ ἀνηψιός του ὁ κ. Σπήλιος, ὁ φιλόλογος, ἐχόρτασαν καί οἱ τριάντα, καί ἀπό τό κρέας πού εἶχε παρατεθῆ σέ πιατέλες στό τραπέζι, ἔμεινε καί περίσσευμα! Ἡ εὐλογία τοῦ παπα–Παναῆ ἔκανε τό θαῦμα.
«Πολύπλευρο καί μακροχρόνιο τό ἱερό ἔργο του. Τό ἄσκησε μέ ἄνεση καί φυσικότητα. Συμμετεῖχε στόν πόνο καί στήν χαρά τῶν ἐνοριτῶν του. Σ᾿ αὐτόν κατέφευγαν οἱ πάντες γιά τά πάντα» (Κ. Κούρκουλας). Γενιές Καλουσιωτῶν πού πρόλαβαν τήν εὐεργετική παρουσία του, μπολιάστηκαν ἀπό τόν μεστό λόγο του καί τό λαμπρό παράδειγμά του κι ἔγιναν ζωντανά μέλη τῆς Ἐκκλησίας. «Οἱ Καλουσιῶτες καί σήμερα, μετά ἀπό τόσα χρόνια ἀπό τήν ἐκδημία του, τόν κρατοῦν ζωντανό στήν μνήμη τους».
Στά γεράματά του, ἀναγκαστικά, ἀκολούθησε τόν ἀδελφό του τόν δάσκαλο, πού μετακόμισε στήν Πάτρα καί ἐκεῖ μέ στοργή τόν Γέροντα φιλοξενοῦσε καί τόν γηροκομοῦσε ἡ οἰκογένειά του. Ἐκεῖ ἡ θεία Πρόνοια τοῦ ἐπεφύλασσε ἔργο πολύ καί σπουδαῖο, στό ὁποῖο διακόνησε μέχρι τίς τελευταῖες ἡμέρες τῆς ζωῆς του. Ἐξομολογοῦσε στήν Ἁγία Φωτεινή καί στό σπίτι τοῦ ἀδελφοῦ του. Καθημερινά πλήθη ἀνθρώπων ἔρχονταν στό πετραχήλι του νά πάρουν τήν λύτρωση, ἀλλά καί νά τόν συμβουλευθοῦν˙ Ἐπίσκοποι (Πατρῶν κ. Νικόδημος, ὅπως τό δήλωσε στόν ἐπικήδειο λόγο του), Αἰτωλοακαρνανίας κ. Θεόκλητος, Ὕδρας κ. Ἱερόθεος Τσαντίλης, ὡς λαϊκός καί κληρικός, Λευκάδος κ. Δωρόθεος Παλαδινός, Ἱεροκήρυκες Χριστόδουλος Φάσσος, Χριστόδουλος Παπαγιάννης, Γαβριήλ Ἀθανασιάδης, Ἰάκωβος Λιαρομάτης, ἄλλοι Ἱερεῖς, λαϊκοί ἐπίσημοι, Πανεπιστημιακοί καθηγητές, Ὑπουργοί (Μερτικόπουλος, Στράτος κ.λπ.), Ἐκπαιδευτικοί, πολιτικοί, ἐπιστήμονες, Δικαστές κ.ἄ. Τόν ἐπισκέπτονταν γιά συζήτηση καί Βουλευτές καί δημοσιογράφοι γιά νά μάθουν τήν γνώμη του γιά ἐπίμαχα θέματα, μερικοί μάλιστα ἀντίθετοι, γιά νά τόν ἐρεθίσουν καί ἐκθέσουν, ἀλλά ἔκαναν λάθος, γιατί τούς ἀντιμετώπιζε εἰρηνικός, μέ τό χαμόγελο πάντοτε καί μέ σοφά θεοφώτιστα ἐπιχειρήματα.
Οἱ συζητήσεις τους μποροῦσε καί δύο ὧρες νά κρατήσουν, χωρίς νά δυσανασχετήση μέ τούς συνομιλητές του. Τά ἐπιχειρήματά του ἦταν τέτοια, ὥστε στό τέλος, ὅσο λόγιοι κι ἄν ἦταν οἱ συνομιλητές του, παραδέχονταν τήν ἧττα τους, ἀλλά καί εἰρήνευαν καί τήν εἰρήνη τους αὐτή μετέφεραν καί στούς δικούς τους. Γίνονταν ὀπαδοί του! καί μάλιστα ἐπηρέαζαν καί ἄλλους. «Καί μετά ὁ ἕνας ὀπαδός του γινόταν δέκα, γινόταν ἑκατό», ὅπως ἀναφέρει γνωστός του, ὁ ὁποῖος συμπληρώνει: «Τήν γνώμη του ζητοῦσαν κληρικοί καί μοναχοί, Ἐπίσκοποι καί Πνευματικοί ταγοί» (Σπήλιος Θεοδωρακόπουλος).
Τά πλήθη τῶν πιστῶν εἴτε τόν γνώριζαν προσωπικά, εἴτε δέν τόν γνώριζαν, βαθειά τόν σέβονταν. Ὅπως μαρτυρεῖ ὁ ἀνηψιός του Σπήλιος Θεοδωρακόπουλος, πού τόν συνόδευε στίς λίγες ἐξόδους του στήν πόλη, μία ἡμέρα κατά τήν πορεία τους ἀπό τά Ψηλά Ἁλώνια μέχρι τήν πλατεία Γεωργίου –διάστημα δύο περίπου χιλιομέτρων– προσῆλθαν καί τοῦ ἀσπάστηκαν τό χέρι περί τά χίλια ἄτομα! Μέσα σ᾿ αὐτές καί ἄλλες τιμές, ὁ παπα–Παναῆς ἔμενε ταπεινός καί ἀνεπηρέαστος. Γιά τήν καθαρή καί ἔντιμη χηρεία του, τοῦ ἐδόθη ἀπό τόν Μητροπολίτη κ. Κωνσταντῖνο τό ὀφίκκιο τοῦ Ἀρχιμανδρίτου˙ ἔτσι εἶχε τό δικαίωμα νά φορᾶ Σταυρό καί ἐπανωκαλύμμαυχο, διακριτικά τοῦ Ἀρχιμανδρίτου. Τόν Σταυρό τόν φοροῦσε, τό ἐπανωκαλύμμαυχο ὄχι. Ὅταν ἕνα πνευματικοπαίδι του τοῦ ὑπέδειξε νά μήν κάνη αὐτή τήν παράλειψη, τοῦ ἀπάντησε: «Γιά κοίτα ἐκεῖ στίς εἰκόνες˙ αὐτό (τό ἐπανωκαλύμμαυχο) μόνο οἱ Ἅγιοι τό φορᾶνε˙ δέν εἶναι γιά μένα».
Ὁ παπα–Παναῆς ἔχοντας πίστη ἀκράδαντη στόν Χριστό καί ἀληθινή ταπείνωση, ἥλκυε τήν χάρη τοῦ Θεοῦ καί πρόκοψε πολύ στήν κατά Χριστόν ζωή, στήν ἀλήθεια καί τήν ἀγάπη. Κυριαρχοῦσε στήν ὕπαρξή του ὁ Χριστός. Μποροῦσε νά ἐπαναλάβη τό τοῦ ἀπ. Παύλου˙ «Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῆ δέ ἐν ἐμοί Χριστός!».
Ὁ παπα–Παναῆς δέν σταμάτησε τήν προσφορά του καί τήν βοήθειά του στούς ἀνθρώπους πού κατέφευγαν κοντά του μέχρι πού τόν κάλεσε ὁ Κύριος κοντά Του. Ἐκοιμήθη εἰρηνικά, πλήρης ἡμερῶν καί πλήρης ἔργων θεαρέστων στίς 3 Ἀπριλίου τοῦ 1987, στίς 2 τό μεσημέρι, Παρασκευή τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου καί θάφτηκε στό Κοιμητήριο τοῦ Καλουσίου.
Τήν εὐχή του νά ἔχωμε. Ἀμήν.
ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΟΜΟΣ Γ’
Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα


