Γεωργίου Ἰ. Βιλλιώτη
«Τοῦ κρύψαντος τὸ τάλαντον, τὴν κατάκρισιν, ἀκούσασα ψυχή, μὴ κρύπτε λόγον Θεοῦ, κατάγγελλε τὰ θαυμάσια αὐτοῦ, ἵνα πλεονάζουσα τὸ χάρισμα, εἰσέλθῃς, εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου».
τάλαντον· ἡ ἀξία τοῦ ἀργυροῦ ταλάντου ἦταν 6.000 δραχμές.
Ἠ παρήχηση (σχῆμα λόγου κατὰ τὸν ὁποῖο ἐπαναλαμβάνονται ὅμοιοι φθόγγοι, ποὺ περιλαμβάνονται σὲ διαδοχικὲς λέξεις, μὲ στόχο εἴτε τὴν ἐνίσχυση τοῦ νοήματος εἴτε τὴν παραγωγὴ αἰσθητικοῦ ἀποτελέσματος) τοῦ κ καὶ τοῦ τ δίνει ἔμφαση στὴν ἀπόκρυψη τοῦ ταλάντου.
Γιὰ νὰ κατανοήσουμε αὐτὸ τὸ ἰδιόμελο πρέπει νὰ θυμηθοῦμε τὴν παραβολὴ τῶν ταλάντων (Κατὰ Ματθαῖον, 25, 14-30)
Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν ἑξῆς παραβολή:
«Κάποιος ἄνθρωπος ποὺ θὰ πήγαινε ταξίδι, ἐκάλεσε τοὺς δούλους του καὶ τοὺς παρέδωκε ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του. Σὲ ἕναν ἔδωκε πέντε τάλαντα, σὲ ἄλλον δύο, σὲ ἄλλον ἕνα, στὸν καθένα κατὰ τὴν ἱκανότητά του, καὶ ἔφυγε ἀμέσως γιὰ ταξίδι.
Ἐκεῖνος ποὺ ἐπῆρε τὰ πέντε τάλαντα, τὰ ἐμπορεύθηκε καὶ ἐκέρδισε ἄλλα πέντε. Ἐπίσης ἐκεῖνος ποὺ ἐπῆρε τὰ δύο, ἐκέρδισε ἄλλα δύο. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ ἐπῆρε τὸ ἕνα, ἐπῆγε καὶ ἔσκαψε εἰς τὴν γῆν καὶ ἔκρυψε τὸ χρῆμα τοῦ κυρίου του.
Ὕστερα ἀπὸ πολὺν χρόνο ἔρχεται ὁ κύριος τῶν δούλων ἐκείνων καὶ τοὺς ζητᾶ λογαριασμό.
Ἐκεῖνος ποὺ εἶχε πάρει τὰ πέντε τάλαντα, προσῆλθε καὶ ἔφερε ἄλλα πέντε τάλαντα καὶ εἶπε, «Κύριε, μοῦ παρέδωκες πέντε τάλαντα· κοίτταξε, κέρδισα ἄλλα πέντε τάλαντα». Ὁ κύριός του τοῦ εἶπε, «Εὖγε, δοῦλε καλὲ καὶ πιστέ. Σὲ λίγα φάνηκες πιστός, σὲ πολλὰ θὰ σὲ καταστήσω. Ἔλα στὴν χαρὰν τοῦ κυρίου σου».
Ἦλθε καὶ ἐκεῖνος ποὺ εἶχε πάρει τὰ δύο τάλαντα, καὶ εἶπε, «Κύριε, δύο τάλαντα μοῦ παρέδωκες· κοίτταξε, κέρδισα ἄλλα δύο τάλαντα». Ὁ κύριός του τοῦ εἶπε, «Εὖγε, δοῦλε καλὲ καὶ πιστέ. Σὲ λίγα φάνηκες πιστός, σὲ πολλὰ θὰ σὲ καταστήσω» Ἔλα στὴν χαρὰν τοῦ κυρίου σου».
Ἦλθε καὶ ἐκεῖνος ποὺ εἶχε πάρει τὸ ἕνα τάλαντον, καὶ εἶπε, «Κύριε, σὲ ἤξερα ὅτι εἶσαι ἕνας σκληρὸς ἄνθρωπος, θερίζεις ἐκεῖ, ὅπου δὲν ἔσπειρες καὶ μαζεύεις ἐκεῖ, ὅπου δὲν σκόρπισες, καὶ ἐπειδὴ ἐφοβήθηκα, πῆγα καὶ ἔκρυψα τὸ τάλαντόν σου στὴν γῆν, δὲς ἔχεις ὅ,τι εἶναι δικό σου». Ὁ κύριος του τοῦ ἀπεκρίθη, «Πονηρὲ δοῦλε καὶ ὀκνηρέ, ἤξερες πὼς θερίζω ἐκεῖ, ὅπου δὲν ἔσπειρα καὶ μαζεύω ἐκεῖ, ὅπου δὲν σκόρπισα. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ βάλῃς τὰ χρήματά μου στοὺς τραπεζίτας καὶ ἐγώ, ὅταν ἐπέστρεφα, θὰ τὰ ἔπαιρνα πίσω μὲ τόκον.
Πάρτε ἀπὸ αὐτὸν τὸ τάλαντον καὶ δῶστε το εἰς ἐκεῖνον, ποὺ ἔχει τὰ δέκα τάλαντα, διότι στὸν καθένα ποὺ ἔχει, θὰ δοθοῦν καὶ ἄλλα καὶ θὰ περισσεύουν· ἀπὸ ἐκεῖνον ὅμως ποὺ δὲν ἔχει, θὰ τοῦ ἀφαιρεθῇ καὶ αὐτὸ ποὺ ἔχει. Καὶ τὸν ἄθλιον δοῦλον ρίξτε ἔξω εἰς τὸ σκοτάδι, ἐκεῖ θὰ εἶναι τὸ κλάμα καὶ τὸ τρίξιμο τῶν δοντιῶν».
Και λέγοντας αυτά είπε: «Ὅποιος ἔχει ἀφτιὰ γιὰ νὰ ακούῃ, ἂς ἀκούῃ»
«Δεῦτε, πιστοί, ἐπεργασώμεθα προθύμως τῷ Δεσπότῃ· νέμει, γὰρ τοῖς δούλοις τὸν πλοῦτον καὶ ἀναλόγως ἕκαστος, πολυπλασιάσωμεν τὸ τῆς χάριτος τάλαντον· ὁ μὲν σοφίαν κομιείτω δι’ ἔργων ἀγαθῶν· ὁ δὲ λειτουργίαν λαμπρότητας ἐπιτελείτω· κοινωνείτω δὲ τοῦ λόγου πιστὸς τῷ ἀμυήτῳ καὶ σκορπιζέτω τὸν πλοῦτον πένησιν ἂλλος· οὕτω γὰρ τὸ δάνειον πολυπλασιάσωμεν καὶ ὡς οἰκονόμοι πιστοί τῆς χάριτος δεσποτικῆς χαρᾶς ἀξιωθῶμεν· αὐτῆς ἡμᾶς καταξίωσον, Χριστὲ ὁ Θεός, ὡς φιλάνθρωπος».
ἐπεργάζομαι = 1. καλλιεργῶ χωράφια 2. ἐπεξεργάζομαι 3. ἐργάζομαι πάνω σὲ κάτι
νέμω = διανέμω σὲ κάποιον κάτι
κομιείτω, προστακτικὴ μέλλοντα τοῦ ρήματος κομίζω. Ὡς γνωστὸν δὲν ὑπάρχει προστακτικὴ μέλλοντα. Ποιητικῇ ἀδείᾳ ὁ ὑμνογράφος δημιούργησε αὐτὸν τὸν τύπο γιὰ μετρικοὺς λόγους.
λειτουργία = 1. στὴν Ἀθήνα, βαρὺ δημόσιο καθῆκον, τὸ ὁποῖο οἱ πλουσιώτεροι πολῖτες ἀναλάμβαναν νὰ ἐκτελέσουν μὲ δικές τους δαπάνες. Οἱ τακτικὲς λειτουργίες, οἱ λεγόμενες ἐγκύκλιοι στὴν Ἀθήνα, ἦταν ἡ γυμνασιαρχία, ἡ χορηγία καὶ ἡ ἑστίασις· οἱ ἔκτακτες, ὅπως ἡ τριηραρχία, ἐξυπηρετοῦσαν ἰδιαίτερες ἀνάγκες τῆς Πολιτείας. 2. γενικά, κάθε ὑπηρεσία ἢ ἐξυπηρέτηση, βοήθεια, ἐπικουρία, σὲ Κ.Δ
ἐπιτελείτω: προστακτικὴ ἐνεστῶτα τοῦ ρήματος ἐπιτελῶ = 1. ἐκτελῶ, ἀποπερατώνω, ἐκπληρώνω, πληρώνω, 2. ἐκτελῶ θρησκευτικὸ καθῆκον, 3. ἀποπληρώνω
Ἀπὸ τὰ δέκα ρήματα τοῦ τροπαρίου τὰ τέσσερα εἶναι προτρεπτικὲς ὑποτακτικὲς (ἐκφράζουν προτροπή, παραίνεση, ἀντικαθιστᾶ τὸ α΄ πληθυντικὸ τῆς προστακτικῆς ποὺ ἐλλείπει): ἐπεργασώμεθα, πολυπλασιάσωμεν, ἀξιωθῶμεν, πολυπλασιάσωμεν, τὰ πέντε προστακτικὲς: κομιείτω, ἐπιτελείτω, κοινωνείτω, σκορπιζέτω, καταξίωσον καὶ τὸ ἕνα σὲ ὁριστικὴ: νέμει.
Ἂς ἐργαστοῦμε, πιστοί, πρόθυμα γιὰ χάρη τοῦ Δεσπότη· διότι μοιράζει ἀπὸ ἀγαθότητα τὸν πλοῦτο στοὺς δούλους, καὶ ὁ καθένας ἀνάλογα μὲ τὶς δυνατότητές του ἄς πολλαπλασιάσουμε τὸ τάλαντο τῆς χάριτος. Ὁ ἕνας ἂς προσφέρῃ σοφία μὲ ἔργα ἀγαθά, ὁ ἄλλος ἂς ἐπιτελέσῃ ὑπηρεσίες λαμπρές· ὁ πιστὸς ἂς μεταδίδῃ τὸν θεῖο λόγο στὸν μὴ μυημένο καὶ ὁ ἄλλος ἂς σκορπίζῃ τὸν πλοῦτο του στοὺς φτωχούς. Διότι ἔτσι, θὰ πολλαπλασιάσουμε τὸ δάνειο ὡς πιστοὶ οἰκονόμοι τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, καὶ θὰ ἀξιωθοῦμε τὴν δεσποτικὴ χαρά. Αὐτὴν ἀξίωσέ μας ν’ ἀποκτήσουμε, Χριστὲ ὁ Θεός, ὡς φιλάνθρωπος.
ΔΕΙΤΕ ΟΛΑ ΤΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ ΕΔΩ


