
Ἡ Ἁγία Ἀλεξάνδρα ἦταν σύζυγος τοῦ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ. Χ.).
Ἐντελῶς διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκεῖνον, ποὺ ἦταν τραχὺς στὰ αἰσθήματα καὶ φίλος τῆς βίας καὶ τοῦ αἵματος, διακρινόταν γιὰ τὴν ἤρεμη ψυχική της διάθεση, τὴν εὐσπλαχνία καὶ τὴν φιλάνθρωπη ζωή της. Καὶ ἡ Χάρη τοῦ Κυρίου αὔξανε μέσα της τὸν φωτισμό. Καὶ τὸ θεῖο ἔλεος τὴν καταξίωσε κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ μαρτυρίου τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου νὰ αἰσθανθεῖ μέσα της τὴν πνοὴ καὶ τὴν ὁρμὴ τῆς πίστεως στὸν Χριστό.
Τότε, ἀφοῦ στράφηκε πρὸς τὸν αὐτοκράτορα, τὸν παρακάλεσε νὰ διατάξει τὴν παύση τῶν μαρτυρικῶν βασανιστηρίων. Ἐκεῖνος ὑπέθεσε ὅτι ἡ αὐτοκράτειρα, ἀσυνήθιστη σὲ τέτοιου εἴδους θεάματα, κατελήφθη ἀπὸ οἶκτο ἀσυνείδητο καὶ ἀπερίσκεπτο. Τῆς εἶπε λοιπὸν νὰ ἀποσυρθεῖ.
Ἀλλὰ ἔλαβε μεγαλόφωνη τὴν ἀπάντηση ὅτι μιὰ τέτοιου εἴδους σκηνὴ εἶναι ἀπάνθρωπη καὶ ἀνάξια τοῦ στέμματος. Καὶ ὅταν ὁ αὐτοκράτορας καθύβρισε τὸ Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἐκείνη μὲ ἀνδρεία φωνὴ διακήρυξε ὅτι καταγγέλλει ἐνώπιον τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ τοὺς διῶκτες τῶν Χριστιανῶν καὶ ὁμολογεῖ καὶ αὐτὴ τὴν πίστη της στὸν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ αὐτοκράτορας θέλησε νὰ ἑρμηνεύσει τὴ δήλωση τῆς ὡς διανοητικὴ διατάραξη.
Ἀλλὰ ἐκείνη διαμαρτυρήθηκε καὶ ἐπανέλαβε τὴν ὁμολογία της. Ὁ Διοκλητιανὸς τότε ἐξεμάνη. Ἐνῷ αὐτὸς ζητοῦσε νὰ ἐξοντώσει τοὺς Χριστιανούς, ἡ κατάκτησή τους εἰσῆλθε…
➪ Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου στο orthodoxia.gr


