
Εξίσου ξεχωριστή υπήρξε και η παρουσία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτης Φθιώτιδος Συμεών, ο οποίος συμμετείχε στον θεματικό πυλώνα «Άνθρωποι – Οργανώσεις – Κοινωνία». Στην ενότητα «Πολιτισμός» και ειδικότερα στη συζήτηση με τίτλο «Από την θνητότητα στην αθανασία», σε διάλογο με τη διακεκριμένη δημοσιογράφο Βίκυ Φλέσσα, ανέπτυξε έναν βαθύ και ταυτόχρονα προσιτό στοχασμό γύρω από το μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης.
Η εισήγηση του Σβ. Μητροπολίτη Φθιώτιδος Συμεών ξεχώρισε όχι μόνο για το περιεχόμενό της αλλά κυρίως για τον τρόπο με τον οποίο εκφράστηκε. Με λόγο άμεσο, ζωντανό και βαθιά βιωματικό, κατάφερε να δημιουργήσει μια ιδιαίτερη σχέση με το ακροατήριο, το οποίο τον παρακολουθούσε με αμείωτο ενδιαφέρον.
Χαρακτηριστικό του ύφους του είναι ότι δεν περιορίζεται σε μια θεωρητική θεολογική προσέγγιση, αλλά συνδέει τα πνευματικά νοήματα με την καθημερινότητα του ανθρώπου. Συχνά αναδεικνύει την αγωνία, τον «Γολγοθά» της ζωής και την ανάγκη για Ανάσταση ως καθολική ανθρώπινη εμπειρία, επισημαίνοντας ότι κάθε άνθρωπος αναζητά το φως και την ελπίδα μέσα από τις δυσκολίες .
Παράλληλα, ο λόγος του είναι δυναμικός και παρεμβατικός. Δεν διστάζει να θίξει σύγχρονα κοινωνικά ζητήματα, να μιλήσει για τις προκλήσεις της εποχής και να καλέσει σε προσωπική ευθύνη και συλλογική εγρήγορση. Με έντονη εκφραστικότητα, σαφή δομή και εύστοχα παραδείγματα, καταφέρνει να μεταδίδει μηνύματα που είναι ταυτόχρονα θεολογικά, κοινωνικά και υπαρξιακά.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί και η ρητορική του δεινότητα: εναλλαγή έντασης, καθαρότητα λόγου και αυθεντικότητα που δεν αφήνει το ακροατήριο αδιάφορο. Έτσι, η ομιλία του δεν λειτουργεί απλώς ως ενημέρωση, αλλά ως εμπειρία που κινητοποιεί, προβληματίζει και εμπνέει.
Συνολικά, η παρουσία του επιβεβαίωσε ότι πρόκειται για έναν ιεράρχη με σύγχρονο λόγο, βαθιά παιδεία και ικανότητα να «αγγίζει» ουσιαστικά τον σύγχρονο άνθρωπο, κάτι που εξηγεί γιατί κέρδισε με φυσικό τρόπο την προσοχή και το ενδιαφέρον όλων των παρευρισκομένων.
Η εισήγησή του κινήθηκε πέρα από τα στενά όρια μιας θεωρητικής προσέγγισης. Με αναφορές στην ορθόδοξη θεολογία, αλλά και με γέφυρες προς τον σύγχρονο πολιτισμό, ανέδειξε την έννοια της αθανασίας όχι ως αφηρημένη ιδέα, αλλά ως υπαρξιακή εμπειρία σχέσης, ελπίδας και νοήματος. Τόνισε ότι ο άνθρωπος, ακόμη και μέσα στη φθαρτότητα, φέρει μέσα του την προοπτική της αιωνιότητας, όταν ζει εν κοινωνία αγάπης και αλήθειας.
Κοινός παρονομαστής των δύο Ιεραρχών υπήρξε η διάθεση διαλόγου και η ευθύνη να μεταφέρουν το μήνυμα της Εκκλησίας με σύγχρονο λόγο. Δεν αρνήθηκαν τη συμμετοχή σε ένα διεθνές φόρουμ που συχνά κινείται σε διαφορετικές αφετηρίες, αλλά αντίθετα έσπευσαν να καταθέσουν τη μαρτυρία της πίστης με σεβασμό, σαφήνεια και πνευματική παρρησία.
Η παρουσία τους στο Φόρουμ των Δελφών δεν ήταν απλώς τιμητική· ήταν ουσιαστική και καρποφόρα. Απέδειξαν ότι η Εκκλησία μπορεί και πρέπει να βρίσκεται εκεί όπου διαμορφώνονται οι ιδέες και οι εξελίξεις, προσφέροντας φως, διάκριση και ελπίδα σε έναν κόσμο διαρκώς μεταβαλλόμενο που αναζητά νόημα.
Σε μια διεθνή σκηνή όπου κυριαρχεί συχνά ο τεχνοκρατικός λόγος, οι δύο Ιεράρχες ανέδειξαν την αξία της πνευματικής διάστασης του ανθρώπου, καθιστώντας την Εκκλησία «ασπροπρόσωπη» και επίκαιρη, με λόγο που αγγίζει όχι μόνο τη διάνοια, αλλά και την καρδιά.


