Η συμφωνία –αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων άνω των 25 ετών– αφορά τις χώρες της Mercosur (Αργεντινή, Βραζιλία, Παραγουάη, Ουρουγουάη) και προβλέπει την κατάργηση δασμών στη συντριπτική πλειονότητα των εμπορικών ροών, δημιουργώντας μια αγορά άνω των 700 εκατομμυρίων πολιτών.
Ωστόσο, η εφαρμογή της συνοδεύεται από έντονες αντιδράσεις. Κράτη-μέλη όπως η Γαλλία εκφράζουν επιφυλάξεις, ενώ Ευρωπαίοι αγρότες προχώρησαν σε κινητοποιήσεις, κάνοντας λόγο για αθέμιτο ανταγωνισμό και πιέσεις στον πρωτογενή τομέα.
Στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, οι αντίπαλοι της συμφωνίας εξασφάλισαν πλειοψηφία για την παραπομπή της στο Δικαστήριο της ΕΕ, ζητώντας έλεγχο της νομιμότητάς της. Εάν το δικαστήριο αποφανθεί αρνητικά, η συμφωνία μπορεί να ανασταλεί.
Παρά τις ενστάσεις, χώρες όπως η Γερμανία και η Ισπανία στηρίζουν τη συμφωνία, βλέποντας σε αυτήν άνοιγμα σε νέες αγορές σε μια περίοδο αυξανόμενων γεωοικονομικών ανταγωνισμών.
Η ενεργοποίησή της κατέστη δυνατή μετά την κύρωση από κράτη της Mercosur, όπως η Βραζιλία, η Αργεντινή και η Ουρουγουάη, ενώ η Παραγουάη αναμένεται να ακολουθήσει.
Από τη Βραζιλία, ο πρόεδρος Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα έκανε λόγο για εξέλιξη που ενισχύει «την πολυμέρεια και τις διεθνείς σχέσεις».
Αν και τέθηκε σε ισχύ, η συμφωνία παραμένει πολιτικά και νομικά ανοιχτή, με το επόμενο διάστημα να θεωρείται κρίσιμο για την τύχη της – και τις επιπτώσεις της στην ευρωπαϊκή οικονομία και τον αγροτικό τομέα.


