Θεωρεί, συνεπώς, ο Άγιος Ισαάκ, ότι τα μεν σωματικά πάθη «προς ωφέλειαν και αύξησιν αυτού τέθεινται εν αυτώ, ομοίως δε και τα ψυχικά». Έτσι, όταν το σώμα ακολουθεί τις κακές επιθυμίες της ψυχής και βγει από την φυσική κατάσταση «της ιδίας ευθηνίας», παρεκκλίνει, εξασθενεί και βλάπτεται. Το ίδιο βλάπτεται και η ψυχή, όταν εγκαταλείπει τη φυσική της κατάσταση και ακολουθεί τις σαρκικές επιθυμίες, σύμφωνα με τον θείο Απόστολο, που διδάσκει ότι «το πνεύμα επιθυμεί κατά της σαρκός και η σαρξ κατά του πνεύματος, ταύτα γαρ αλλήλοις αντίκειται».
Αυτή η εσωτερική σύγκρουση δημιουργεί, συνεπώς, τη διάσταση και τον διχασμό στον άνθρωπο και γι’ αυτό επέρχεται η διατάραξη της ψυχοσωματικής του ισορροπίας και περνάει, από το «κατά φύσιν» στο «παρά φύσιν», καθώς διαπράττει κινήσεις και έργα, παρά τη θέλησή του, όπως σημειώνει ο Απ. Παύλος: «ου γαρ ό θέλω ποιώ αγαθόν, αλλ’ ό ου θέλω κακόν τούτο πράσσω». (Ρωμ.7, 19).
Ο πιστός Ορθόδοξος Χριστιανός, όμως, ακολουθεί υπερβατικά με υπακοή τη διδασκαλία του Χριστού και με τη διαρκή συμμετοχή του στη μυστηριακή και λατρευτική ζωή της Εκκλησίας, ζει σε πλήρη ψυχοσωματική αρμονία και πορεύεται ακωλύτως προς την πνευματική του τελείωση.

