ΜΕΡΟΣ Γ΄
Ἡ βρεφοποίηση ἀξιοποιεῖται καὶ σὲ ἕνα δοκίμιο ποὺ εἶχε γράψει ὁ Γερμανὸς ψυχολόγος καὶ φιλόσοφος Ἔριχ Φρὸμ (Erich Fromm) σχετικὰ μὲ τὴν παταγώδη ἀποτυχία ὄχι μόνο τῆς σωφρονιστικῆς ἀλλὰ καὶ τῆς γενικοπροληπτικῆς λειτουργίας τῆς ποινῆς. Τίτλος ἐκείνου τοῦ ἄρθρου ἦταν: «Γιὰ τὴν ψυχολογία τοῦ ἐγκληματία καὶ τὴν τιμωρητικὴ κοινωνία». Εἶχε δημοσιευθεῖ γιὰ πρώτη φορὰ τὸ 1931 στὸ “Imago”, τὸ «Περιοδικὸ γιὰ τὴν ἐφαρμογὴ τῆς Ψυχανάλυσης στὶς Φυσικὲς καὶ τὶς Θεωρητικὲς Ἐπιστῆμες» καὶ ἀναδημοσιεύθηκε τὸ 1970 στὸ βιβλίο του «Ἀναλυτικὴ κοινωνικὴ ψυχολογία καὶ κοινωνικὴ θεωρία», τὸ ὁποῖο κυκλοφόρησε σὲ ἑλληνικὴ μετάφραση τὸ 1980 (μτφ.: Σ. Καμπουρίδης, ἔκδ. Ἀρίων, σελ. 148 ἑπ.).
Στὸ δοκίμιό του αὐτό, ὁ Φρὸμ παραθέτει ἀρχικὰ τὶς θέσεις ποὺ εἶχαν διατυπώσει γιὰ τὴν λειτουργία τῆς ποινῆς ὁ Φράντς φὸν Λίστ (Franz von Liszt), Αὐστριακὸς καθηγητὴς Ποινικοῦ Δικαίου καὶ Ἐγκληματολογίας στὴν Νομικὴ Σχολὴ τοῦ Βερολίνου, καὶ ὁ ἐπίσης Αὐστριακὸς καθηγητὴς Ψυχιατρικῆς Γκούσταβ Ἀσάφενμπουργκ (Gustav Aschaffenburg).
Στὸ μέτρο ποὺ ἀπὸ τὰ γραφόμενα τῶν δύο αὐτῶν ὀγκολίθων τῆς Νομικῆς καὶ τῆς Ψυχιατρικῆς προκύπτει σαφῶς ὅτι «οἱ ποινὲς δὲν ἐπιδροῦν βελτιωτικὰ οὔτε ἐκφοβιστικὰ» καὶ «γενικὰ δὲν ἔχουν προληπτικὴ ἐπίδραση, ἀλλ’ ἀντιθέτως ἐνισχύουν τὰ ἐγκληματικὰ κίνητρα», εἰδικότερα ὅτι «τὴ στιγμὴ ποὺ ἕνα ἔγκλημα ἀποφασίζεται ἢ τελεῖται αἰφνιδίως, ὅπως συμβαίνει μὲ τὰ ἐγκλήματα πάθους, ἡ ἰδέα τῆς τιμωρίας ἐπιδρᾶ πολὺ λίγο σὰν ἀντικίνητρο, γιατί ἡ συναισθηματικὴ ὑπερδιέγερση τοῦ ἑνὸς δράστη καὶ ἡ ἐλπίδα τοῦ ἄλλου ὅτι δὲν θὰ ἀνακαλυφθεῖ, κάνουν τὴν ἀπειλὴ τῆς τιμωρίας νὰ φαίνεται πολὺ μακρινὴ ὑπόθεση», ὁ Φρὸμ θέτει ἐπὶ τάπητος τὸ ἀκόλουθο ἐρώτημα, τὸ ὁποῖο καθίσταται ἄκρως ἐπίκαιρο γιὰ τὴν παροῦσα κυβέρνηση πού ἐπιμένει στὴν συνεχῆ αὐστηροποίηση τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου ὡς πανάκεια γιὰ τὴν καταπολέμηση τῆς ἐγκληματικότητας: Πῶς μπορεῖ νὰ ἐξηγηθεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι «ἡ κοινωνία μένει προσηλωμένη σὲ μέτρα πού ἡ ἀναποτελεσματικότητά τους ἔχει ἀποδειχτεῖ καθαρά;».
Ἡ ἀπάντηση ποὺ δίδει εἶναι ὅτι «ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη ἔχει μία ἀκόμη, σὰν νὰ λέμε, μυστικὴ λειτουργία» (geheime Funktion), τὴν ὁποία «ἐκπληρώνει ἱκανοποιητικὰ» καὶ δὲν τὴν ἐγκαταλείπει «ἀκριβῶς ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς λειτουργίας, μολονότι ἔχει ἀποδειχτεῖ ἀνίκανη νὰ ἐκπληρώσει τοὺς ἐπίσημους σκοπούς της». Ἡ μυστικὴ αὐτὴ λειτουργία συνδέεται μὲ μία «παιδαγωγικὴ ἀξία τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης γιὰ τὸ σύνολο τῶν ἀντιλήψεων τοῦ λαοῦ».
Ἡ ποινή, δηλαδή, δὲν ἔχει νὰ κάνει στὴν πραγματικότητα μὲ τὸ ἔγκλημα καὶ τὴν προφύλαξη ἀπὸ αὐτό, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐπίδραση ποὺ πρέπει νὰ ἀσκήσει πάνω στὴν μεγάλη μᾶζα τῶν πολιτῶν: Ἡ ποινὴ εἶναι ἕνα «ψυχικὸ μέσο» ποὺ «χρησιμοποιεῖται γιὰ νὰ φέρει τὴ μᾶζα σὲ μία κατάσταση ψυχικῆς σύνδεσης καὶ ἐξάρτησης ἀπὸ τὴν κυρίαρχη τάξη (ἢ τοὺς ἐκπροσώπους της), ὥστε νὰ ὑποτάσσεται χωρὶς τὴν ἀνάγκη νὰ ἐφαρμόζεται βία».
Ἀκολούθως, ὁ Φρὸμ ἐξηγεῖ τὸν ψυχολογικὸ μηχανισμό, μέσῳ τοῦ ὁποίου ἐκπληρώνεται ὁ ἐν λόγῳ ἀθέατος σκοπός: «Ἡ ἀνάλυση ἔχει δείξει σὲ πόσο μεγάλη ἔκταση, σὲ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἀκόμη καὶ τοὺς ὑγιεῖς ἐνήλικες, ὑπάρχει ἡ δυνατότητα νὰ ἐπαναλάβουν ψυχικὲς διαθέσεις τῆς παιδικῆς ἡλικίας καὶ εἰδικὰ νὰ μεταφέρουν σὲ ἄλλα πρόσωπα τὴν βρεφικὴ στάση ἀπέναντι στὸν πατέρα. Χαρακτηριστικὴ γιὰ τὴν ψυχικὴ τοποθέτηση τοῦ μικροῦ παιδιοῦ πρὸς τὸν πατέρα εἶναι ἡ πίστη στὴ σωματικὴ καὶ πνευματικὴ ὑπεροχή του καὶ φυσικὰ ὁ φόβος μπροστὰ σ’ αὐτόν. Τὸ γεγονὸς ὅτι αὐτὴ ἡ βρεφικὴ στάση (infantile Einstellung) ἀπέναντι στὸν πατέρα μεταβιβάζεται ἀπὸ τὴ μᾶζα στὴν κυρίαρχη τάξη καὶ τοὺς ἐκπροσώπους της, εἶναι μία ἀπὸ τὶς πιὸ σπουδαῖες προϋποθέσεις γιὰ τὴ διατήρηση τῆς κοινωνικῆς σταθερότητας στὴν ταξικὴ κοινωνία. Μὲ τὴν ἐπανάληψη αὐτῶν τῶν βρεφικῶν, πολὺ ἔντονων συναισθηματικῶν συσχετισμῶν, μεταφέρεται τὸ κάθε χωριστὸ μέλος τῆς μᾶζας σὲ κατάσταση ἐθελοντικῆς ὑποταγῆς, σεβασμοῦ καὶ ἀγάπης, ποὺ κάνουν περιττὰ τὰ μέτρα βίας στὴν κανονικὴ πορεία τῆς κοινωνικῆς ζωῆς. Τὰ μέτρα μὲ τὰ ὁποῖα ἡ κυρίαρχη τάξη ἐπιβάλλεται στὴ μᾶζα σὰν πατρικὴ φυσιογνωμία εἶναι πολλὰ καὶ διάφορα. Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ τὰ μέσα, καὶ μάλιστα ἀπὸ τὰ πιὸ οὐσιαστικά, εἶναι ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη. Διαδηλώνει μία ἀπὸ τὶς πιὸ σπουδαῖες ἰδιότητες τοῦ πατέρα, τὴ δύναμή του νὰ τιμωρεῖ, ποὺ προκαλεῖ τὸν φόβο καὶ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ προτιμᾶ τὴ στάση τοῦ σεβασμοῦ καὶ τῆς ἀγάπης ἀπὸ αὐτὴν τῆς ἐξέγερσης. Ἔτσι, ὅπως γιὰ τὸ παιδὶ μία ἀπὸ τὶς πιὸ οὐσιαστικὲς ἰδιότητες τοῦ πατέρα εἶναι ἡ δύναμή του νὰ τιμωρεῖ, τὸ ἴδιο πρέπει καὶ τὸ κράτος, σὰν ἐκπρόσωπος τῆς κυρίαρχης τάξης, νὰ κατέχει καὶ νὰ διαδηλώνει αὐτὴ τὴ δύναμη νὰ ἐπιβάλει τιμωρίες, γιατί σὲ αὐτὴν βρίσκεται ἕνα ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα μέσα νὰ ἐκβιάσει τὸ ἀσυνείδητο τῆς μάζας καὶ νὰ ἐπιβληθεῖ σὰν πατρικὴ φυσιογνωμία».
Ἡ ἐξαίσια σκέψη τοῦ Φρόμ, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει γιὰ μία ἀκόμη φορά ὅτι ἡ τεχνική τῆς βρεφοποίησης τοῦ πολίτη διαδραματίζει διαχρονικὰ ἕνα καταλυτικῆς σημασίας ρόλο στὸν τρόπο διακυβέρνησης τῶν λαῶν ἀπὸ τὴν ἄρχουσα τάξη, σφραγίζεται ἀπὸ μία κορυφαίας ἐμπνεύσεως ἀποφθεγματικὴ ρήση:
«Ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη μοιάζει μὲ τὸ ραβδὶ ποὺ εἶναι κρεμασμένο στὸν τοῖχο, γιὰ νὰ δείχνει ἀκόμη καὶ στὸ φρόνιμο παιδὶ ὅτι ὁ πατέρας εἶναι πατέρας καὶ τὸ παιδὶ εἶναι παιδὶ» (τὴν παρομοίωση αὐτὴ εἶχε χρησιμοποιήσει ὁ Φρὸμ γιὰ πρώτη φορὰ τὸ 1930 στὸ ἄρθρο του «Τὸ κράτος ὡς παιδαγωγός. Περὶ τῆς ψυχολογίας τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης», τὸ ὁποῖο εἶχε δημοσιευθεῖ στὸ «Περιοδικὸ Ψυχαναλυτικῆς Παιδαγωγικῆς».
Κοντολογίς, ἡ ποινὴ καλεῖται νὰ ἐπικυρώσει τὴν πατρικὴ φυσιογνωμία τῶν κυβερνώντων ὡς κυρίαρχης τάξεως καὶ νὰ πείσει τοὺς μαζανθρώπους νὰ συμπεριφέρονται πειθαρχημένα ἐνστερνιζόμενοι τὸ πνεῦμα τῆς ὑποταγῆς.
Στὸ πεδίο τῆς Ψυχολογίας, ἡ βρεφοποίηση συνδέεται μὲ τὸ μοντέλο τῆς ὑπερπροστατευτικῆς γονικῆς μέριμνας, γιὰ τὴν ὁποία ἔχει πλασθεῖ ὁ ὅρος «γονεῖς-ἑλικόπτερα» (helicopter parenting), δηλ. γονεῖς σὲ μόνιμη ἑτοιμότητα νὰ ἐπέμβουν ὑπὲρ τῶν παιδιῶν τους, λύνοντας τὸ παραμικρὸ πρόβλημα ποὺ μπορεῖ νὰ προκύψει στὴν ζωή τους. Τέτοιοι γονεῖς, ποὺ ἔχουν θεοποιήσει τὴν ἔννοια τῆς ἀσφάλειας, διαφωνοῦν μὲ τὴν ἰδέα ὅτι τὰ παιδιά τους πρέπει νὰ ἐκτίθενται σὲ ὁποιονδήποτε κίνδυνο καί, ὡς ἐκ τούτου, συμπεριφέρονται μὲ παρεμβατικὸ καὶ ἐλεγκτικὸ τρόπο. Καθὼς δὲν τοὺς ἐπιτρέπεται νὰ ἀντιμετωπίσουν αὐτοδύναμα ὁποιαδήποτε προβληματικὴ κατάσταση καὶ νὰ βροῦν ἀπὸ μόνα τους τὴν ἐνδεδειγμένη λύση, τὰ παιδιὰ τῶν ὑπερπροστατευτικῶν γονέων ὀνομάζονται «παιδιὰ ἀπὸ βαμβάκι» (Cotton Wool Kids) καὶ διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα παιδιὰ νὰ πέσουν θύματα ἢ νὰ γίνουν θῦτες ἐκφοβισμοῦ. Ἐπιπλέον, ἡ ὑπερπροστατευτικὴ διαπαιδαγώγηση διαμορφώνει ὑπερευαίσθητες προσωπικότητες μὲ αὐξημένα συμπτώματα ἄγχους (ἐπ’ αὐτοῦ βλ. καὶ τὴν ἀναφορὰ ποὺ ἔγινε στὸ 20ό μάθημα προπαγάνδας).
Ἐν προκειμένῳ, ἀξίζει νὰ συνδυάσουμε τὶς προεκτεθεῖσες σκέψεις μὲ τὸ φαινόμενο τοῦ «φασκιωμένου βρέφους», τὸ ὁποῖο περιγράφει ὁ Γερμανὸς ψυχαναλυτὴς Ἔρικ Ἔρικσον (Erik H. Erikson) στὸ σπουδαῖο βιβλίο του «Ἡ Παιδικὴ ἡλικία καὶ ἡ Κοινωνία» (μτφ.: Μ. Κουτρουμπάκη, ἔκδ. Καστανιώτη, Ἀθήνα 1975, σελ. 405/406), ποὺ κυκλοφόρησε πρὶν ἀπὸ μισὸν περίπου αἰώνα:
«Στὸν ρωσικὸ ἀγροτικὸ πληθυσμὸ καὶ σὲ βαθμὸ ποὺ διαφέρει σὲ ὅλες τὶς περιοχὲς καὶ τὶς τάξεις ποὺ συμμερίστηκαν καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ συμμερίζονται τὴν κοινὴ πολιτιστικὴ κληρονομιὰ τῶν μεγάλων κεντρικῶν πεδιάδων τῆς Ρωσίας, τὸ στοιχεῖο τῆς παιδικῆς φροντίδας ποὺ ὀνομάζεται φάσκιωμα ἀναπτύχθηκε στὸ ἔπακρο. Ἐνῶ τὸ συνήθειο τοῦ ἁπλοῦ φασκιώματος τῶν νεογέννητων βρεφῶν εἶναι διαδεδομένο, ἡ ἀρχαία ρωσικὴ συνήθεια ἐπιμένει πὼς τὸ μωρὸ πρέπει νὰ φασκιώνεται μέχρι τὸ λαιμό, ἀρκετὰ σφικτὰ ἔτσι ποὺ νὰ γίνεται σὰν εὔχρηστο “δεμάτι ξύλα” καὶ πὼς τὸ φάσκιωμα πρέπει νὰ συνεχίζεται γιὰ ἐννέα μῆνες, τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς ἡμέρας καὶ ὅλη τὴ νύκτα. Αὐτὴ ἡ διαδικασία δὲν προξενεῖ καμιὰ μόνιμη κινησιακὴ ἀνεπάρκεια, ἂν καὶ τὸ παιδὶ ποὺ ξεφασκιώνεται πρέπει προφανῶς νὰ διδαχτεῖ νὰ μπουσουλάει.
Ὅταν ρωτοῦσα γιὰ ποιὸ λόγο πρέπει νὰ φασκιώνονται τὰ μωρά, οἱ ἁπλοϊκοὶ Ρῶσοι ἀπαντοῦσαν μὲ ἀπορία: μὲ ποιὸν ἄλλο τρόπο μπορεῖς νὰ σηκώνεις τὸ μωρὸ καὶ νὰ τὸ κρατᾶς ζεστὸ στὸν ρωσικὸ χειμώνα; Καὶ ἔπειτα, πῶς ἀλλιῶς μπορεῖ κανεὶς νὰ τὸ ἐμποδίσει νὰ γρατζουνιστεῖ, νὰ πληγωθεῖ καὶ νὰ τρομάξει βλέποντας τὰ ἴδια του τὰ χέρια; Εἶναι ἀλήθεια βέβαια ὅτι ἕνα φασκιωμένο βρέφος, ἰδιαίτερα μόλις ἔχει ξεφασκιωθεῖ, δὲν ἔχει ἀρκετὴ κυριαρχία πάνω στὶς κινήσεις του, γιὰ νὰ μὴ γρατζουνιστεῖ καὶ νὰ μὴ χτυπηθεῖ. Τὸ συμπέρασμα ποὺ ἀκολουθεῖ πὼς πρέπει ἑπομένως νὰ ξαναφασκιωθεῖ εἶναι τὸ ἀγαπημένο τέχνασμα τῆς πολιτιστικῆς ἐκλογίκευσης. Κάνει πολιτιστικὰ αὐθύπαρκτο τὸ εἰδικὸ πρότυπο τοῦ νηπιακοῦ περιορισμοῦ. Τὸ βρέφος πρέπει νὰ φασκιωθεῖ, γιὰ νὰ προστατευθεῖ ἐνάντια στὸν ἑαυτό του· πρᾶγμα ποὺ προκαλεῖ μέσα του βίαιες ἀγγειοκινητικὲς ἀνάγκες· πρέπει νὰ παραμείνει συναισθηματικὰ φασκιωμένο, γιὰ νὰ μὴ πέσει θῦμα ἄγριων συναισθημάτων. Πρᾶγμα ποὺ μὲ τὴ σειρά του βοηθάει νὰ θεμελιωθεῖ μία βασική, προ-λεκτική, κατήχηση, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία οἱ ἄνθρωποι πρέπει νὰ περιορίζονται αὐστηρά, γιὰ τὸ καλό τους, ἐνῶ ποῦ καὶ ποῦ τοὺς προσφέρονται τρόποι, γιὰ νὰ ἐκφορτίζουν τὴν συμπιεσμένη συγκίνηση. Ἑπομένως, τὸ φάσκιωμα τοποθετεῖται μαζὶ μὲ ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα τῆς παιδικῆς ἀγωγῆς ποὺ πρέπει νὰ ἔχουν σημαντικὴ σχέση μὲ τὴν εἰκόνα γιὰ τὸν κόσμο ποὺ διατηρεῖ ὁλόκληρος ὁ πολιτισμός».
Ὁ Ἔρικσον καταλήγει σὲ ἕνα συμπέρασμα ποὺ μπορεῖ σήμερα νὰ ἐξηγήσει περίφημα, γιατί οἱ κυβερνήσεις μεταχειρίζονται τοὺς πολίτες σὰν «φασκιωμένα βρέφη» (ὅ.π., σελ. 407):
«Ἀπὸ ἱστορικὴ καὶ πολιτικὴ ἄποψη, τὸ φάσκιωμα ἐμφανίζεται πὼς ἀποτελεῖ μέρος ἑνὸς συστήματος ἐπίμονων θεσμῶν ποὺ συνέβαλαν στὴν ὑποστήριξη καὶ τὴν παράταση τοῦ ρωσικοῦ συνδυασμοῦ τῆς δουλείας καὶ τῆς “ψυχῆς”. Καί, πράγματι, ὁ Γκόρκυ ἔλεγε στὸ θεατρικό του ἔργο “Οἱ Φιλισταῖοι”: “Ὅταν κουράζεται κανεὶς νὰ εἶναι πλαγιασμένος ἀπὸ τὸ ἕνα πλευρό, γυρίζει ἀπὸ τὸ ἄλλο, ὅταν ὅμως κουράζεται ἀπὸ τὶς συνθῆκες τῆς ζωῆς του, τὸ μόνο ποὺ κάνει εἶναι νὰ γκρινιάζει. Κάνε λοιπὸν μία προσπάθεια καὶ γύρνα!”.
Ὅταν ἕνας ἄνθρωπος βρεῖ κατάλληλη ἀφορμή, μπορεῖ νὰ κάνει μία προσπάθεια νὰ γυρίσει ἤ […] νὰ σηκωθεῖ· ἀλλὰ μπροστὰ στὴν δυστυχία τοῦ περιορισμοῦ του σὲ συγκεκριμένες συνθῆκες, τὸ μυαλό του ἐνδέχεται νὰ λειτουργήσει σύμφωνα μὲ τὴν πρωιμότερη ἐμπειρία του ποὺ ἦταν τὸ νὰ εἶναι δεμένος. Καὶ τὸ ἐλάχιστο ποὺ μπορεῖ νὰ κάνει τὸ φασκιωμένο μωρὸ εἶναι νὰ γυρίσει ἀπὸ τὸ ἄλλο πλευρό. Μπορεῖ μονάχα νὰ βουλιάξει, νὰ ὑποχωρήσει, νὰ κάνει ὑπομονὴ καὶ νὰ ἔχει παραισθήσεις ἐπιμένοντας στὶς ἀγγειοκινητικές του αἰσθήσεις καὶ στὶς περιπέτειες τῶν ἐντέρων του μέχρι τὴν στιγμὴ ποὺ τοῦ ἀποδίδεται ἡ κινησιακὴ ἀπελευθέρωση».
Τώρα γνωρίζουμε, λοιπόν, γιὰ ποιὸν λόγο οἱ πολιτικοί, ἰδίως ὅταν μιλοῦν ὡς μέλη τῆς ἑκάστοτε κυβέρνησης, ἀφ’ ἑνός μᾶς τρομοκρατοῦν, μιλώντας συνεχῶς γιὰ τὶς διάφορες «κρίσεις» ποὺ ἐπισωρεύονται ἡ μία πάνω στὴν ἄλλη, ἀφ’ ἑτέρου μᾶς πουλᾶνε προστασία, προσπαθώντας νὰ μᾶς πείσουν ὅτι ἀσφαλεῖς θὰ εἴμαστε μόνο ἂν ἐφαρμόζουμε κατὰ γράμμα, ὡς ὑπάκουοι ὑπήκοοι, τὶς ἐντολές τους.
Κοινὸς παρονομαστὴς πολλῶν ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἐντολὲς εἶναι νὰ ἀποφεύγουμε τὶς μετακινήσεις, ὥστε νὰ συμβάλουμε στὴν καταπολέμηση τῆς ὑγειονομικῆς, τῆς κλιματικῆς ἢ τῆς ἐνεργειακῆς κρίσης, καὶ νὰ προτιμοῦμε νὰ παραμένουμε ἀσφαλεῖς, κλεισμένοι στὰ σπίτια μας σὰν «φασκιωμένα βρέφη», ποὺ θὰ πρέπει ἁπλῶς νὰ γυρίζουν πλευρό, ἀντὶ νὰ στέκονται στὰ πόδια τους καὶ νὰ καταγγέλλουν τὴν ἐξουσία πρωτίστως γιὰ τὴν ἀνείπωτη διαφθορά της καὶ τὴν κατάλυση τοῦ Συντάγματος.
Οὐδεὶς μπορεῖ νὰ ξεχάσει ὅτι, στὶς 17 Μαρτίου 2020, ὁ πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, ἀφοῦ πῆρε τὴν σκυτάλη ἀπὸ τὸν Γάλλο πρόεδρο, κήρυξε τὸν «πόλεμο κατὰ τοῦ ἀόρατου ἐχθροῦ», γιὰ νὰ ἐπιβάλει τὸ ἀντισυνταγματικὸ λοκντάουν, λέγοντας, μεταξὺ ἄλλων, τὴν ἑξῆς ἀνεκδιήγητη φράση: «τὸ cocooning [= χουχούλιασμα] ἀπὸ τάση καὶ μόδα γιὰ τοὺς νέους ἔγινε πιὰ ἀνάγκη καὶ χρέος γιὰ ὅλους»! Καί, δυστυχῶς, οἱ βρεφοποιημένοι Νεοέλληνες, ἀκόμη κι ἐκεῖνοι ποὺ ἀντιλαμβάνονταν ὅτι ὅσα διδάσκονταν μέχρι τότε στὴν ἰατρικὴ καὶ τὴν νομικὴ ἐπιστήμη εἶχαν ἀναποδογυρίσει, ἔσκυψαν τὸ κεφάλι καὶ ἐκτέλεσαν τὴν πρωθυπουργικὴ ἐντολή, «ἐκτελώντας» συνάμα τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν ἀξιοπρέπειά τους.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Ι. ΒΑΘΙΩΤΗΣ



