Η συμμετοχή προσώπων που κατέχουν καίριες θέσεις στους εκκλησιαστικούς και φιλανθρωπικούς θεσμούς της Εκκλησίας σε πολιτικές πρωτοβουλίες δημιουργεί εύλογα ερωτήματα και προκαλεί σοβαρό προβληματισμό.
Κανείς δεν αμφισβητεί το αυτονόητο: κάθε πολίτης έχει το αναφαίρετο δικαίωμα να πιστεύει σε όποια πολιτική ιδεολογία επιθυμεί, να στηρίζει όποιο κόμμα επιλέγει και να εκφράζει ελεύθερα τις πολιτικές του προτιμήσεις.
Το ζήτημα όμως αλλάζει όταν δεν μιλάμε για έναν απλό πολίτη, αλλά για πρόσωπο που κατέχει θεσμική θέση σε οργανισμό της Εκκλησίας και θεωρείται στενός συνεργάτης του Αρχιεπισκόπου. Τότε οι προσωπικές επιλογές παύουν να είναι αποκλειστικά προσωπικές. Αποκτούν θεσμικό βάρος και παράγουν συμβολισμούς που αγγίζουν ολόκληρη την Εκκλησία.
Η δημόσια εμπλοκή του διευθυντή της «Αποστολής» κ. Κωστή Δήμτσα σε μια νέα πολιτική απόπειρα, η οποία συνδέεται με τον χώρο του πρώην πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Και αυτό διότι η μνήμη δεν είναι τόσο κοντή όσο ορισμένοι θα επιθυμούσαν.
Η Εκκλησία και ιδιαίτερα ο εφημεριακός κλήρος βρέθηκαν πριν από λίγα χρόνια- επί Πρωθυπουργίας του κ. Τσίπρα- αντιμέτωποι με σχέδια που θα οδηγούσαν στην απομάκρυνση των κληρικών της χώρας μας από το υφιστάμενο καθεστώς μισθοδοσίας.Και στα σχέδια αυτά συμμετείχαν και Ιεράρχες οι οποίοι στη συνέχεια έκαναν ότι δεν ήξεραν.
Ωστόσο αν εκείνη η προσπάθεια δεν αναχαιτιζόταν από την δυναμική αντίδραση της Ιεραρχίας- και μάλιστα συγκεκριμένων Ιεραρχών- αλλά και του ίδιου του Ιερού Κλήρου, οι συνέπειες θα ήταν βαθιές και μακροχρόνιες.
Γι’ αυτό προκαλεί απορία το γεγονός ότι σήμερα εμφανίζονται πρόσωπα που είτε είχαν συμμετάσχει είτε είχαν στηρίξει εκείνες τις επιλογές που θα εξοστράκιζαν τον ιερό κλήρο από το δημόσιο λογισμικό, να ζητούν εκ νέου πολιτική νομιμοποίηση.
Η ιστορία όμως δεν διαγράφεται. Και η Εκκλησία δεν μπορεί να λειτουργεί με επιλεκτική αμνησία.
Ακόμη μεγαλύτερα ερωτήματα γεννά η επιλογή να εμπλακεί, έστω και εμμέσως, το κύρος του Αρχιεπισκόπου σε επικοινωνιακές πρωτοβουλίες με τηλεοπτικές συνεντεύξεις που αφορούν την πολιτική επαναφορά του κ. Τσίπρα στην ενεργό πολιτική.
Ας μην λησμονούμε ότι ο Αρχιεπίσκοπος είναι πνευματικός ηγέτης εκατομμυρίων πιστών με διαφορετικές πολιτικές πεποιθήσεις.
Η θέση του οφείλει να βρίσκεται πάνω από κομματικές στρατηγικές, πολιτικές συμμαχίες και προσωπικά σχέδια.
Κανείς δεν μπορεί να στερήσει από οποιονδήποτε συνεργάτη της Εκκλησίας το δικαίωμα να πολιτεύεται ή να στηρίζει πολιτικά εγχειρήματα. Εφόσον όμως επιλέγει να διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο σε τέτοιες κινήσεις, οφείλει να αναλογιστεί αν μπορεί ταυτόχρονα να εκπροσωπεί έναν κορυφαίο εκκλησιαστικό θεσμό. Οι δύο ιδιότητες δεν είναι πάντοτε συμβατές.
Η «Αποστολή» δεν ιδρύθηκε για να λειτουργεί ως γέφυρα πολιτικών σχεδιασμών. Υπάρχει για να υπηρετεί τον άνθρωπο, την κοινωνική αλληλεγγύη και το φιλανθρωπικό έργο της Εκκλησίας. Οποιαδήποτε σκιά κομματικής εμπλοκής τραυματίζει την αξιοπιστία της και εκθέτει την Εκκλησία σε αχρείαστες αντιπαραθέσεις.
Εάν κάποιοι επιθυμούν να ακολουθήσουν ενεργό πολιτική πορεία, είναι δικαίωμά τους. Η καθαρή λύση όμως είναι μία: να διαχωρίσουν πλήρως τον θεσμικό εκκλησιαστικό τους ρόλο από τις πολιτικές τους φιλοδοξίες. Η Εκκλησία δεν έχει ανάγκη από κομματικούς διαμεσολαβητές. Έχει ανάγκη από ανθρώπους που υπηρετούν απερίσπαστα την αποστολή της και διαφυλάσσουν την υπερκομματική της φυσιογνωμία.
🔺Από την Συντακτική Ομάδα του Χ-ΨΑΛΜΟΣ
