Ὑπὸ Γέροντος Παϊσίου Μοναχοῦ Καρεώτου
Περίληψις
Ἡ παροῦσα εἰσήγηση προσφέρει μία ὀρθόδοξη κριτικὴ ἐπὶ τῆς Οἰκουμενικῆς κίνησης, ἀποδεικνύοντας ὅτι αὐτὴ δὲν ξεκίνησε ὡς γνήσια ἐκκλησιαστικὴ πρωτοβουλία, ἀλλὰ οὐσιαστικὰ ὡς ἕνα κοινωνικοπολιτικὸ ἐργαλεῖο ἐλέγχου τῶν (πρώτιστα ἀμερικανικῶν προτεσταντικῶν) ἐκκλησιῶν, ποὺ προωθήθηκε κυρίως ἀπὸ τὸν Ἀμερικανὸ βιομήχανο Ροκφέλερ (ἀλλὰ καὶ ἄλλους, ὅπως ὁ μεγαλοτραπεζίτης Μόργκαν). Ὁ Ροκφέλερ ὑποστήριξε οἰκονομικὰ καὶ ὀργανωτικὰ ἐκκλησιαστικοὺς καὶ θρησκευτικοὺς ὀργανισμοὺς (YMCA(Χ.Ε.Ν.), IWM, IMC κ.ἄ.), ὥστε νὰ προωθήσουν ἰδέες καὶ πρακτικὲς ποὺ ἦταν ἀπαραίτητες γιὰ τὴν ἀναμόρφωση τῆς ἀμερικανικῆς κοινωνίας, στὰ πρότυπα αὐτοῦ ποὺ πλέον ὀνομάζουμε “ἀστική, καταναλωτικὴ κοινωνία”, καὶ ποὺ στὶς πρῶτες δεκαετίες τοῦ 20οῦ Αἰώνα, θεμελιωνόταν. Στόχος ἦταν ἡ ἐξασθένηση τοῦ παραδοσιακοῦ προτεσταντικοῦ πνεύματος τοῦ (ἀντίθετου πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ καταναλωτισμοῦ) εὐσεβισμοῦ καὶ τῆς δογματικῆς ἀκρίβειας. Ἡ ἐπίδραση τοῦ μεγάλου τραπεζικοῦ/βιομηχανικοῦ κεφαλαίου, ἐκτείνεται ἕως καὶ στὴν ἵδρυση τοῦ ΠΣΕ, τὸ ὁποῖο ἐξ ἀρχῆς χρησίμευσε στὴν διάδοση τῶν ἀμερικανικῶν φιλελεύθερων ἀξιῶν, καὶ τοῦ συναφοῦς φιλελεύθερου, ἀνομολογιακοῦ, προτεσταντικοῦ πνεύματος, πρώτιστα στὴν καταστρεμένη ἀπὸ τὸν πόλεμο Εὐρώπη, ἐξασφαλίζοντας τὴν ἀμερικανικὴ ἡγεμονία καὶ στὸν τόσο ζωτικὸ χῶρο τῆς θρησκείας, ἰδιαίτερα τοῦ Χριστιανισμοῦ. Καθὼς ὁ Οἰκουμενισμὸς σχετικοποιεῖ τὴν αἵρεση ὡς ἁπλὰ κάτι τὸ «διαφορετικό», ἀποδεχόμενος ὅλα τὰ βαπτίσματα ὡς ἰσότιμα, ἡ Ὀρθόδοξη ἀπάντηση δὲν ἄργησε νὰ ἔλθει, προλαβαίνοντας τὸ κακό: ἡ Ὀρθόδοξη πανορθόδοξη Σύνοδος τῆς Μόσχας καταδίκασε τὸν Οἰκουμενισμὸ ὡς ἐπικίνδυνη ἑτεροδιδασκαλία, χαράσσοντας τὴν εὐδιάκριτη γραμμὴ μεταξὺ πλάνης καὶ ἀληθείας, Ὀρθοδοξίας καὶ αἱρέσεως.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ὁ ὅρος «Οἰκουμενισμὸς» εἶναι εὐρύτερα γνωστός, περισσότερο κατὰ τὶς τελευταῖες δεκαετίες. Ὑπάρχει ὅμως μία ποικιλία διαφορετικῶν κατανοήσεων, ἀλλὰ καὶ ἀξιολογήσεων αὐτῆς τῆς διεκκλησιαστικῆς κίνησης. Ὡς ἀπαρχὴ τῆς κινήσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, πολλοὶ θεωροῦν τὴν ἵδρυση τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν (Π.Σ.Ε.) τὸ 1948. Ἐκ προοιμίου, νὰ σημειώσω, ὅτι ἕνα μόλις μῆνα πρὶν ἱδρυθεῖ τὸ ΠΣΕ, τὸν Αὔγουστο τοῦ 1948 στὸ Ἄμστερνταμ, ὑπῆρξε διορθόδοξη συνοδικὴ καταδίκη του Οἰκουμενισμοῦ, ἀπὸ τὴν συντριπτικὴ πλειοψηφία τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν -πλὴν τριῶν- στὴ Μόσχα . Εἶναι πάντως ἐνδιαφέρον νὰ δοῦμε ποιοὶ ἔδωσαν τὴν ἀρχικὴ ὤθηση τὸν Οἰκουμενισμό, γιὰ ποιοὺς λόγους τὸ ἔκαναν, κυρίως ὅμως, ποιοὶ τὸν χρηματοδότησαν ἀφειδῶς, ὥστε νὰ γιγαντωθεῖ. Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ κατανοήσουμε τὸ ἱστορικὸ περιβάλλον στὸ ὁποῖο κυοφορήθηκε. Ἂς προσπαθήσουμε λοιπὸν νὰ βάλουμε τὰ πράγματα σὲ μία σειρά.
ΙΣΤΟΡΙΑ
Σὲ ὅλο τὸν 19ο αἰ. ἡ λέξη «φιλελευθερισμὸς» ἦταν ἡ ἔννοια κλειδὶ ποὺ τὸν καθόρισε. Γέννημα τοῦ Διαφωτισμοῦ ποὺ ἁπλώθηκε σὲ ὅλη τὴν πολύμορφη πραγματικότητα τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς καὶ ἔφερε μία κατάρρευση τῶν παραδοσιακῶν ἀξιῶν. Εἶναι λοιπὸν ἐξαιρετικὰ κρίσιμη, ἡ εὐρύτερη σημασία ποὺ ἀποκτοῦν μὲ τὸν «φιλελευθερισμό», οἱ ἱστορικοὶ ἰδεολογικοπολιτικοὶ μετασχηματισμοί, στὴν περίοδο ποὺ ἀνοίγεται μετὰ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Διαφωτισμοῦ στὴν Εὐρώπη πρῶτα καὶ μετὰ στὴν Ἀμερική, καθὼς καὶ τῶν νέων ἰσορροπιῶν ποὺ αὐτὸς ἔφερε. Τὸ νέο ποὺ ἀνέτειλε καὶ ποὺ ἀποτέλεσε ἀπειλὴ στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἦταν ἡ ἐκκοσμίκευση ποὺ ἔφερνε ὁ Διαφωτισμὸς ἐντὸς τῶν ἕως τότε παραδοσιακῶν ἱεραρχικῶν κοινωνικῶν σχέσεων, ποὺ ὁρίζονταν σταθερὰ ἀπὸ ἕνα θρησκευτικῆς ὑφῆς Κόσμο.
Ὁ «φιλελευθερισμὸς» διαπότισε τὴν πολιτική, κοινωνική, οἰκονομική, νομικὴ καὶ φιλοσοφικὴ θεωρία. Εἰδικά, ὅμως ὡς οἰκονομικὴ θεωρία ἔπαιξε σημαντικὸ ρόλο, διότι μὲ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ οἰκονομικοῦ μοντέλου, ἀλλάζει σύνολη τὴν κοινωνία καὶ τὶς ἀξίες ποὺ τὴν χαρακτηρίζουν. Μὴ ξεχνᾶμε ὅτι τέλη τοῦ 19ου αἰ. καὶ ἀρχὲς τοῦ 20οῦ, ἔχουμε στὶς ΗΠΑ τὴν ἀνάπτυξη τῆς δεύτερης βιομηχανικῆς ἐπανάστασης μὲ μεγάλες κοινωνικοοικονομικὲς ἐπιπτώσεις. Συνεχῶς καταφθάνουν ἀπὸ τὴν Εὐρώπη οἰκονομικοὶ μετανάστες γιὰ τὶς ἐργατικὲς ἀνάγκες τῶν βιομηχανιῶν. Παράλληλα μεταφέρουν καὶ τὶς θρησκευτικὲς πεποιθήσεις τους, ποὺ κυρίως εἶναι προτεσταντικῶν ἀποχρώσεων. Ἀναβαπτιστές, Κουάκεροι, Λουθηρανοί, Μορμόνοι, Καλβινιστές, Ἀγγλικανοί, Μεθοδιστὲς καὶ πολλοὶ ἄλλοι. Ὅλοι ἀποτελοῦσαν μικρὲς κλειστὲς κοινωνίες, μὲ τάξη καὶ αὐστηρὲς ἀρχές. Στοὺς μὲν ἦταν κάποιος πιστός, στοὺς ἄλλους αἱρετικός. Ὅσες οἱ συνοικίες, τόσα καὶ τὰ δόγματα.
Ἡ ἐκκοσμίκευση –καὶ συγκεκριμένα ὁ θεολογικὸς νεωτερισμός– δὲν ἦταν ἁπλῶς πνευματικὴ ἐξέλιξη, ἀλλὰ στοχευμένος μηχανισμὸς προσαρμογῆς στὶς νέες συνθῆκες. Μετέτρεψε τὶς Προτεσταντικὲς ἐκκλησίες ἀπὸ δογματικὰ κλειστὲς -“ἀπηρχαιωμένες”- ὁμολογίες, σὲ σύγχρονες “ἀνοικτές” ἀστικὲς κοινωνικὲς δυνάμεις ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ ἐγγυηθοῦν τὴν κοινωνικὴ εἰρήνη, καθιστώντας τες ἱκανὲς νὰ διαχειρίζονται τὴν κοινωνικὴ ἀστάθεια ποὺ προκαλοῦσε ἡ ταχεῖα καὶ ἀνεξέλεγκτη βιομηχανικὴ ἀνάπτυξη, κάτι πολὺ βολικὸ γιὰ τὸ Σύστημα. Ἡ «κοινωνικὴ εἰρήνη» δὲν προωθοῦνταν ἑπομένως ὡς ἀνθρωπιστικὸ ἰδανικό, ἢ ἔμπρακτη χριστιανικὴ ἀγάπη, ἀλλὰ ὡς οἰκονομικὴ προϋπόθεση: χωρὶς αὐτήν, ἡ ἐλεύθερη ἀγορὰ καὶ οἱ τεράστιοι μονοπωλιακοὶ ὅμιλοι (τὰ τράστ, ἀγγλ. trusts), μέσῳ τῆς ἀδηφάγου κερδοσκοπικῆς πλεονεξίας τους, θὰ ἀπειλοῦνταν. Στὶς ἐργατικὲς παραγκουπόλεις τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ αἰώνα, ὅπου ἡ ἀκραία πτώχεια ἦταν ὁ κανόνας, τὸ κοινωνικὸ ἔδαφος ἦταν ὄντως ἐκρηκτικό, καὶ αὐξανόταν ἀπὸ τὶς συχνὲς οἰκονομικὲς κρίσεις, ποὺ ἔφερνε τότε ἡ διαδικασία σχηματισμοῦ τῶν τεράστιων μονοπωλιακῶν ὁμίλων. Ἀκριβῶς γι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, ἐμφανίστηκαν δύο κινήσεις τὸ λεγόμενο “Κοινωνικὸ Εὐαγγέλιο” καὶ ὁ Οἰκουμενισμός, ποὺ ἀναδιάρθρωσαν ἐκ βάθρων τὶς Προτεσταντικὲς Ἐκκλησίες, ὥστε νὰ εὐθυγραμμιστοῦν μὲ τὸ καινούργιο ποὺ ἔφερνε ἡ νέα οἰκονομία στὴν Ἀμερική.
Τότε πρωτεμφανίζεται καὶ ἡ λεγόμενη “φιλανθρωπία” τῶν μεγάλων Ἀμερικανῶν ὀλιγαρχῶν τοῦ πλούτου, ποὺ ἀσκεῖται μέσῳ ἱδρυμάτων μὲ πρῶτο καὶ κυριότερο, τὸ Ἵδρυμα Rockefeller (1913). Αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ “φιλανθρωπία”, δὲν εἶχε τίποτε τὸ χριστιανικὸ ἢ τὸ ἀνιδιοτελές. Χρηματοδότησε ἐπὶ τούτου καὶ συστηματικὰ θεολογικὲς σπουδὲς καὶ οἰκουμενικὲς πρωτοβουλίες μὲ ἕνα σαφῆ στόχο: τὴ διαμόρφωση μίας ἑνιαίας Προτεσταντικῆς συνείδησης, ἀπαλλαγμένης ἀπὸ κάθε εἴδους διομολογιακῶν τριβῶν ἢ προσήλωσης στὸ δόγμα. Ἡ θρησκεία δὲν ἀπορρίφθηκε· ἁπλῶς ἐπαναπροσδιορίστηκε. Στὸ ἐπίκεντρο τέθηκαν ἡ ἠθικὴ συμπεριφορὰ καὶ ἡ ἀτομικὴ πνευματικότητα, ἐνῶ οἱ αὐστηρὲς ὁμολογιακὲς διατυπώσεις ὑποχωροῦσαν σὲ δεύτερο πλάνο. Ὅπως χαρακτηριστικὰ τονιζόταν, «ἡ θεολογία δὲν ταυτίζεται πλέον μὲ τὴ θρησκεία»· ἀρκοῦσε ἡ πίστη, ἰδιωτική, ἑπομένως καὶ μὴ ἐνοχλητική, γιὰ τὴν καταναλωτικὰ προσανατολιζόμενη ἀγορά. Μία ἀγορὰ ὅπου ὁ ἀσκητικὸς χριστιανικὸς βίος ἦταν ἁπλῶς ἀπορριπτέος, καθότι τὴν κατέστρεφε… Ἦταν ἡ ἀπαρχὴ τῆς πλουραλιστικῆς-ἀνεκτικῆς κοινωνίας ποὺ σήμερα ζοῦμε. Μίας ἄθεης καὶ ὑλιστικῆς κοινωνίας.
Αὐτὴ ἡ προσαρμογὴ ἦταν στὴν πραγματικότητα ἡ θεολογικὴ ἔκφραση τοῦ (ψευδὸ)προοδευτισμοῦ: ἐπιδίωκε κοινωνικὴ ἁρμονία μέσῳ τῆς ἐξουδετέρωσης τῆς θρησκευτικῆς ὁμολογιακῆς ταυτότητας, καὶ ἀποτελοῦσε ἕνα κρίσιμο στοιχεῖο στὴν ἀναμορφωμένη κοσμικοῦ τύπου κοινωνία, ἐπιτυγχάνοντας κοινωνικὴ εἰρήνη ποὺ ἐξυπηρετοῦσε πρῶτα ἀπ’ ὅλα τὴν ἀδιάλειπτη καὶ ἀπρόσκοπτη λειτουργία τῆς οἰκονομίας, ὅπως ἀκριβῶς ἐπιθυμοῦσαν οἱ μεγαλο-ὀλιγάρχες.
Ἡ θεολογικὴ διαμάχη καὶ ἡ οἰκονομικὴ πλατφόρμα τοῦ νεωτερισμοῦ (1890-1930)
Ὡς ἀπαραίτητη προεργασία ἐκ μέρους τῶν Σχεδιαστῶν τῆς νέας Χριστιανικῆς πνευματικότητας, ποὺ λειτούργησε ὡς βάση γιὰ τὶς κατοπινὲς ἐξελίξεις, ἐντάσσεται ἡ θεολογικὴ σύγκρουση ποὺ ξεσπᾶ στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰώνα μεταξὺ τῶν «Παραδοσιακῶν» καὶ τῶν «Φιλελεύθερων Νεωτεριστῶν». Ἀρχικὰ περιορισμένη στὴ Μεθοδιστικὴ Ἐκκλησία, ἡ διαμάχη ἐπεκτείνεται ραγδαῖα σὲ ὅλες τὶς κύριες προτεσταντικὲς ὁμολογίες τῶν ΗΠΑ κατὰ τὴ δεκαετία τοῦ 1920-1930. Τὸ ἀποκορύφωμα αὐτὸ ἦταν ἡ συνέπεια μίας μακροχρόνιας διαπάλης (1890–1910), ἡ ὁποία εἶχε ὡς ἄξονα τὴν ἀπόρριψη τῶν δογματικῶν σημείων ποὺ διαφοροποιοῦσαν τοὺς Μεθοδιστὲς ἀπὸ τὶς λοιπὲς ὁμολογίες. Οἱ Νεωτεριστὲς ἐπιδίωκαν ἕνα θεολογικὸ-δογματικὸ μινιμαλισμό, προσαρμόζοντας τὴν πίστη στὶς νέες ἐπιστημονικὲς ἀνακαλύψεις καὶ στὶς ἠθικὲς πιέσεις της ποὺ ἐπέφερε ὁ προελαύνων καταναλωτισμός, μὲ στόχο τὸν «ἐκσυγχρονισμὸ» τοῦ ἀμερικανικοῦ Προτεσταντισμοῦ.
Στόχος τῶν Νεωτεριστῶν ἦταν ἡ ἐπανερμηνεία τοῦ Εὐαγγελίου ὑπὸ τὸ πρῖσμα τῆς νεώτερης ἐπιστήμης καὶ φιλοσοφίας, καθὼς καὶ ἡ ἐλευθερία ἐπιλογῆς ὅσον ἀφορᾶ κεντρικὰ δογματικὰ σημεῖα (ὅπως ἡ ἐκ παρθένου γέννηση τοῦ Χριστοῦ). Ἀντιθέτως, οἱ Παραδοσιακοὶ —ὀνομαζόμενοι «Φονταμενταλιστὲς» ἀπὸ τοὺς ἀντιπάλους τους— κατηγορήθηκαν γιὰ ὀπισθοδρομικότητα καὶ μισαλλοδοξία, καθὼς ἀπέρριπταν τὴ δογματικὴ ποικιλομορφία. Ὡστόσο, μέχρι τὸ τέλος τῆς δεκαετίας τοῦ 1930, οἱ φιλελεύθεροι εἶχαν κερδίσει τὴ μάχη: ἐλέγχοντας τὶς πανεπιστημιακὲς θεολογικὲς σχολές, τοὺς ἐκδοτικοὺς οἴκους καὶ τὶς ἱεραρχίες τῶν μεγάλων ἐκκλησιῶν. Οἱ Φονταμενταλιστὲς ἀναγκάστηκαν νὰ ἀποχωρήσουν ἀπὸ τὰ μεγάλα Πανεπιστήμια καὶ τὶς ἀντίστοιχες θεολογικὲς σχολές, ἱδρύοντας δικά τους, μικρότερης σημασίας.
Ὁ ρόλος τοῦ Rockefeller καὶ τὸ YMCA (Χ.Ε.Ν.) ὡς κινητήριος δύναμις
Κεντρικὸς ἄξονας αὐτῆς τῆς νίκης ἦταν ἡ τεράστια ἐπιρροὴ τοῦ John D. Rockefeller Jr., κυρίως μέσῳ τῆς χρηματοδότησης τῆς Χριστιανικῆς Ἕνωσης Νέων (YMCA). Ἡ ΧΕΝ (YMCA), μὲ τὰ παραρτήματά της, ποὺ κάλυπταν τὴν Ἀμερική, τὴν Εὐρώπη, τὴ Ρωσία, τὰ Βαλκάνια καὶ τὴν Ἀσία, ἀποτελοῦσε τὸν κινητήριο μοχλὸ τῶν Νεωτεριστῶν. Μέσῳ τοῦ ἐλέγχου στὰ πανεπιστήμια καὶ τῆς δημιουργίας τῆς Διεκκλησιαστικῆς Παγκόσμιας Κίνησης (Interchurch World Movement – IWM), διαμορφώθηκε γιὰ πρώτη φορὰ ἕνας ὑπερ-ὁμολογιακὸς ὀργανισμὸς ποὺ συσπείρωνε τὶς νεωτεριστικὲς δυνάμεις.
Τὸ φιλελεύθερο πνεῦμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ βρῆκε τότε ἕνα πανίσχυρο προστάτη καὶ ἀνθρώπους σὲ καίριες θέσεις, ἱκανοὺς νὰ διαμορφώσουν τοὺς συσχετισμοὺς δύναμης ὑπὲρ τῆς ἐπικράτησής τους. Πρωταγωνιστὴς αὐτῆς τῆς στρατηγικῆς ἦταν ὁ John Mott (1865–1955), ὁ «πατέρας τῆς Οἰκουμενικῆς Κίνησης». Μεθοδιστὴς ὁ ἴδιος, ὁ Mott διετέλεσε Γενικὸς Γραμματέας καὶ Πρόεδρος τῆς Χ.Ε.Ν.(τοῦ YMCA), ἱδρυτὴς τῆς Παγκόσμιας Ὁμοσπονδίας Φοιτητικῶν Χριστιανικῶν Ἑνώσεων (WSCF), πρόεδρος τοῦ Συνεδρίου τοῦ Ἐδιμβούργου (1910, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν ἐπίσημη ἀπαρχὴ τῆς Οἰκουμενικῆς Κίνησης), καὶ τοῦ Διεθνοῦς Ἱεραποστολικοῦ Συμβουλίου (IMC, 1921). Ἐπίσης ἀποτέλεσε μέλος τῆς ἡγεσίας τοῦ συνεδρίου «Ζωὴ καὶ Ἔργο» τῆς Ὀξφόρδης τὸ 1937 (τὸ ὁποῖο τὸ 1948 ἐνσωματώθηκε ὡς ἡ ἀντίστοιχη Ἐπιτροπὴ στὸ ΠΣΕ), καὶ ἔγινε τέλος ἀντιπρόεδρος τῆς προσωρινῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ΠΣΕ.
Τὸ «Κοινωνικὸν Εὐαγγέλιον» καὶ ἡ ὑπηρεσία του εἰς τὸ μεγάλον κεφάλαιον
Εἰδικότερα, ἡ ΧΕΝ (τὸ YMCA) ποὺ ἔλεγχε ὁ Mott, ἐνσάρκωνε τὸ πλέον φιλελεύθερο πνεῦμα στὸν ἀμερικανικὸ Προτεσταντισμὸ καὶ ἔγινε τὸ διεθνὲς ὄχημα προώθησης τῶν δύο κεντρικῶν ἀξόνων τοῦ φιλελεύθερου Προτεσταντισμοῦ: τοῦ “Κοινωνικοῦ Εὐαγγελίου” (Social Gospel) καὶ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Στὶς καταστατικὲς Ἀρχὲς του (Παρίσι 1855), καταγράφηκε ἡ δογματική του πεποίθηση ὅτι οἱ χριστιανικὲς ἐκκλησίες εἶναι ἑνωμένες καὶ ἡ ΧΕΝ (YMCA) ἀποτελεῖ ἕνα τρόπο ἔκφρασης αὐτῆς τῆς ἑνότητας! Ὡς δὲ Κοινωνικὸ Εὐαγγέλιο, ἐννοοῦμε τὴν προτεσταντικὴ θεώρηση τῆς ἐφαρμογῆς εὐαγγελικῶν κανόνων στὴν ἐργασία. Στὶς ΗΠΑ ἰδιαιτέρως, οὐσιαστικὰ ἕως καὶ τὴν δεκαετία τοῦ 1930, οἱ ἀνάγκες ποὺ κάλυπτε τὸ Κοινωνικὸ Εὐαγγέλιο ἦσαν τεράστιες: εὐρεῖα χρήση παιδικῆς ἐργασίας, ἀνυπαρξία κρατικῆς πρόνοιας, ἀνυπαρξία ἐργατικῆς νομοθεσίας, ἀνυπαρξία ἰατρικῆς περίθαλψης. Διότι, ὁ οἰκονομικὸς φιλελευθερισμός, ἐνῶ ἀρχικὰ προϋποθέτει ΙΣΟΝ ἀγώνα μεταξὺ τῶν ἀτόμων, δὲν εἶναι παρὰ ἕνα κατὰ συνθήκη ψεῦδος, ἐπειδὴ στὴν πράξη ἐνισχύονται ΜΟΝΟ τὰ πανίσχυρα οἰκονομικὰ μονοπώλια ποὺ ἐλέγχουν τὰ πάντα.
Ἡ ΧΕΝ (YMCA) ἐργαζόταν ἔτσι ἄοκνα, μαζὶ μὲ ἄλλες ἐκκλησιαστικοῦ χαρακτήρα ὀργανώσεις (πχ Στρατὸς Σωτηρίας), παρέχοντας ἀνακούφιση στὶς ἐργατικὲς μᾶζες, καὶ τὸ κυριότερο: ἐπιτυγχάνοντας τὴν πολυπόθητη κοινωνικὴ εἰρήνη ποὺ ἀπαιτοῦνταν ἀπὸ τὸ Κεφάλαιο καὶ ποὺ χρηματοδοτοῦσε τὴν δράση τῆς ΧΕΝ(YMCA), ὥστε νὰ μὴ διακοπεῖ τὴν κρίσιμη ἐκείνη ἐποχὴ (1880-1920) ἡ διαδικασία μετασχηματισμοῦ τῶν μεγάλων ἑταιρειῶν σὲ μονοπωλιακοὺς ὁμίλους. Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἀκριβῶς ἔγκειται ἡ διαπλοκὴ μεταξὺ τῶν Ὀλιγαρχῶν τοῦ πλούτου, τῶν ἐκκλησιαστικῶν ὀργανώσεων καὶ τῶν προσώπων ποὺ ἡγοῦνταν αὐτῶν. Γιὰ τὴν ἐποχὴ ποὺ συζητᾶμε (1900-1930), ἡ πλέον γνωστὴ σχέση, ἦταν αὐτὴ τοῦ Mott μὲ τὴν οἰκογένεια Rockefeller (Ροκφέλερ), ἰδιοκτήτριας τῆς μεγαλύτερης πετρελαϊκῆς ἑταιρείας τοῦ Κόσμου, τῆς Standard Oil (Στάνταρτ Ὄϊλ). Ὁ Mott, ἀπὸ τὴν θέση του ὡς ἡγέτης τῆς ΧΕΝ(YMCA), καθοδήγησε, συνεργαζόμενος στενὰ μὲ τοὺς Rockefeller (πατέρα καὶ υἱό), στὴν ἀπομόνωση ριζοσπαστικῶν στοιχείων ἐντὸς τοῦ Κινήματος τοῦ Κοινωνικοῦ Εὐαγγελίου (ποὺ ζητοῦσαν περισσότερα ἐργατικὰ δικαιώματα ποὺ ἡ ἐργοδοσία δὲν ἤθελε νὰ παραχωρήσει), ὅπως ἐπίσης, ἐργάστηκε στὴν προσαρμογὴ καὶ διαμόρφωση τῶν ὅρων μετατροπῆς τοῦ Προτεσταντισμοῦ στὶς ΗΠΑ, πρὸς τὴν φιλελεύθερη κατεύθυνση, ποὺ σήμαινε τὴν ἐκκοσμίκευσή του, καθιστώντας τον μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἀνταγωνιστὴ στὶς σοσιαλιστικὲς ἰδέες ποὺ στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ Αἰώνα, ἦσαν πολὺ διαδεδομένες μεταξὺ τῶν Εὐρωπαίων πτωχῶν μεταναστῶν, καὶ ποὺ προκαλοῦσαν τρόμο στοὺς ἐργοδότες.
Ἡ Διεκκλησιαστικὴ Παγκόσμιος Κίνησις (IWM) ὡς «μηχανισμός»
Εἰδικότερα, ὁ ρόλος τοῦ Rockefeller υἱοῦ στὴν διαμάχη ἦταν τεράστιος. Πρώτιστα μέσῳ τῆς σταθερῆς χρηματοδότησης τῆς ΧΕΝ(YMCA), ποὺ ἀποτέλεσε κινητήριο μοχλὸ τῶν Νεωτεριστῶν στὴν διαμάχη, μέσῳ τοῦ ἐλέγχου ποὺ ἀσκοῦσε στὰ πανεπιστήμια. Ἡ σημασία ποὺ ἔδινε ὁ Ροκφέλερ στὴν Κίνηση ἦταν τεράστια. Ἐπικοινωνώντας, μὲ πλούσιους φίλους του, ζήτησε τὴν οἰκονομική τους ἀρωγὴ στὴν ἐνίσχυση τῆς Δι-ἐκκλησιαστικῆς Παγκόσμιας Κίνησης (IWM), καὶ ὄχι τῶν διάφορων προτεσταντικῶν ἐκκλησιῶν ξεχωριστά, διότι, ὅπως ἔγραψε χαρακτηριστικὰ σὲ ἕνα πλούσιο φίλο του: Δὲν γνωρίζω κανένα καλύτερο ἀσφαλιστήριο συμβόλαιο γιὰ ἕνα ἐπιχειρηματία, γιὰ τὴν ἀσφάλεια τῶν ἐπενδύσεών του, τὴν εὐημερία τῆς χώρας καὶ τὴ μελλοντικὴ σταθερότητα τῆς κυβέρνησής μας, ἀπὸ αὐτὸ τὸ Κίνημα.
Ἡ Διεκκλησιαστικὴ Παγκόσμια κίνηση, ἀποδείχθηκε ὅτι ἦταν ὁ κρίσιμος παράγοντας ποὺ ὑποστήριξε, διεύρυνε καὶ καθοδήγησε τὴν διασπορὰ τῆς διαμάχης τῶν Παραδοσιακῶν μὲ τοὺς Νεωτεριστὲς Φιλελεύθερους, πέραν τῶν ἀρχικῶν ὁρίων της, πέραν δηλαδὴ τῆς Πρεσβυτεριανῆς ἐκκλησίας, στὸ σύνολο τῶν μεγαλυτέρων Προτεσταντικῶν ἐκκλησιῶν τῶν ΗΠΑ. Οὐσιαστικὰ λειτούργησε ὡς ὁ ἄμεσος πρόδρομος τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν (ΠΣΕ), ἀποτελώντας τὴν προετοιμασία τοῦ ἐδάφους γιὰ τὸ ἑπόμενο -μεγαλύτερο- βῆμα. Οὐσιαστικὰ ἦταν ἕνας μεταβατικὸς μηχανισμὸς ποὺ διερεύνησε καὶ κατεύθυνε τὶς ὑπάρχουσες δυνατότητες γιὰ ἕνωση, μεταξὺ τῶν προτεσταντικῶν ἐκκλησιῶν, ἐνῶ συντόνισε δράσεις καὶ πρωτοβουλίες, ἔχοντας συγκεντρώσει σὲ ἕνα ἑνιαῖο φορέα, τοὺς προθύμους ἀπὸ τὶς ἐπὶ μέρους ἐκκλησίες, δηλαδὴ ὅσους ἐμφοροῦνταν ἀπὸ τὸ Οἰκουμενιστικὸ πνεῦμα καὶ τὴ τόσο χρήσιμη, γιὰ τὸν Ροκφέλερ καὶ τὴν Τάξη τῶν Ὀλιγαρχῶν, νέα διδασκαλία τοῦ “Κοινωνικοῦ Εὐαγγελίου”.
Ἀναφορικὰ δὲ μὲ τὰ ἰδιαίτερα ἐκκλησιαστικὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ Κινήματος, ὁ ἴδιος ὁ Ροκφέλερ, ἐξηγοῦσε τὸν ρόλο του, ὡς ἑξῆς: “Τὸ Κίνημα δὲν στοχεύει στὴν ἵδρυση μίας ὑπερ–ἐκκλησίας, δὲν εἶναι τίποτα ἄλλο, παρὰ οἱ ἴδιες οἱ ἐκκλησίες ποὺ συνεργάζονται μέσῳ αὐτοῦ τοῦ ἁπλοῦ μηχανισμοῦ, τὸν ὁποῖο οἱ ἴδιοι ἔχουν δημιουργήσει καὶ ἐλέγχουν”.
Ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ Κινήματος ὡς “μηχανισμοῦ”, εἶναι ἀποκαλυπτικός. Παραδόξως, ὁ ὁρισμὸς ποὺ δίνεται εἶναι ἀκριβῶς ὁ ἴδιος μὲ αὐτὸν ποὺ ἐπίσημα ἐξακολουθεῖ νὰ προβάλεται ἕως καὶ σήμερα ἀπὸ τὸ ΠΣΕ καὶ τοὺς θιασῶτες του, ὅτι τὸ ΠΣΕ δὲν εἶναι ὑπερ-ἐκκλησία…
Ἡ ὑπὲρ-ὁμολογιακότητα τῶν ὀργανισμῶν ποὺ χρηματοδοτοῦσε ὁ Ροκφέλερ, δὲν ἦταν ἁπλὰ μία ἐπιλογή, ἦταν ἡ βαθειὰ πεποίθηση τῆς ἀνάγκης νὰ ἀλλάξει ὁ Χριστιανισμὸς καὶ νὰ ὑπερβεῖ τὶς ὁμολογιακές, δογματικὲς διαφοροποιήσεις. Γιὰ παράδειγμα, σὲ ὁμιλία ποὺ ἔδωσε στοὺς φοιτητὲς μέλη τῆς ΧΕΝ (YMCA), τοῦ πανεπιστημίου Brown, ἤδη τὸ 1894, ξεκαθάριζε ὅτι:
«Ἕνας Χριστιανὸς εἶναι Χριστιανὸς ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν ἐκκλησία στὴν ὁποία ἀνήκει».
Τὸ Κίνημα, λοιπόν, στελεχωνόταν ἀπὸ ἀνθρώπους μὲ τὸ νέο ἱεραποστολικὸ ὅραμα ποὺ ἔφερνε ὁ Οἰκουμενισμὸς μαζὶ μὲ τὸ Κοινωνικὸ Εὐαγγέλιο, εἶχε στὴν ἡγεσία του τὸν Mott, καὶ τὸ κυριότερο, εἶχε τεράστια ἄμεση χρηματοδότηση ἀπὸ τοὺς Rockefeller. Οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι -ὅσον ἀφορᾶ τὶς ΗΠΑ- στελέχωσαν τὸ Διεθνὲς Ἱεραποστολικὸ Συμβούλιο (IMC), ποὺ κατάφερε νὰ δημιουργήσει ὁ Mott τὸ 1921, ὑλοποιώντας τὶς ἀποφάσεις τοῦ Ἐδιμβούργου τὸ 1910, σὲ ἕνα ὀργανισμὸ ποὺ διεθνοποίησε τὸ νέο ἱεραποστολικὸ πνεῦμα τοῦ φιλελεύθερου Προτεσταντισμοῦ καὶ μετέφερε τὸ νέο Ἀμερικανικὸ πνεῦμα, ἐκτὸς τῶν ΗΠΑ. Ἄλλωστε οἱ χρηματοδότες τοῦ νέου ἐγχειρήματος ἦταν καὶ πάλι τὰ ἴδια πρόσωπα…
Ἡ θεολογικὴ ἐπέκτασις:
Τὸ Ἰνστιτοῦτον τοῦ Ἁγίου Σεργίου
Ὅμως, ἡ δράση τῆς ΧΕΝ(YMCA) δὲν περιοριζόταν στὶς ΗΠΑ. Ἐξ ἀρχῆς εἶχαν θέσει ὡς στόχο τὴν Ρωσία. Πρὶν τὴν ἐπανάσταση τοῦ 1917, ἡ παρουσία του καὶ ἡ ἰσχύς του ἐντὸς τῆς Ρωσίας ἦταν μεγάλη, ἔχοντας δημιουργήσει ἕνα τεράστιο δίκτυο σχέσεων μὲ ἐκκλησιαστικούς, πολιτικοὺς καὶ οἰκονομικοὺς παράγοντες, λειτουργώντας ὡς γέφυρα μεταξὺ τῶν ΗΠΑ καὶ τῆς Ρωσίας. Μὲ τὴν τελικὴ ἐπικράτηση τῆς Ἐπανάστασης, μὲ τὴ φροντίδα τῆς ΧΕΝ(YMCA), φιλόσοφοι καὶ θεολόγοι, μεταφέρθηκαν ἀρχικὰ στὴν Πράγα καὶ ἔπειτα στὸ Παρίσι, ὅπου μὲ τὴν ἀποκλειστικὴ χρηματοδότηση τοῦ Ροκφέλερ, μέσῳ τῆς ΧΕΝ(YMCA), ἱδρύθηκε τὸ Ἰνστιτοῦτο τοῦ Ἁγίου Σεργίου. Ἐκεῖ διαμορφώθηκαν ὁ θεολογικὸς Περσοναλισμὸς καὶ ἡ Εὐχαριστιακὴ Ἐκκλησιολογία, τὰ ὁποῖα ἔγιναν τὸ θεολογικὸ ὄχημα γιὰ τὸν Οἰκουμενισμό.
Οἱ χρηματοδότες τοῦ Ἁγίου Σεργίου εἶχαν τὴν πεποίθηση ὅτι ἡ ἐπανάσταση τοῦ 1917 στὴ Ρωσία θὰ ἀνατρεπόταν στὸ ἐγγὺς μέλλον, καὶ ἤθελαν νὰ ἔχουν μίαν διαμορφωμένη φιλελεύθερη οἰκουμενιστικὴ Ρωσικὴ Συνείδηση, ὅταν θὰ ἐπέστρεφαν πίσω οἱ ἐκδιωχθέντες καὶ θὰ ἔπαιρναν τὴν ἐξουσία. Μία ἀνάλογη προσπάθεια γίνεται σήμερα στὴν Οὐκρανία.
Ἰδοὺ λοιπὸν γιατί ὁ Οἰκουμενισμὸς θριαμβεύει: διότι πανίσχυροι οἰκονομικοὶ παράγοντες, μὲ τεράστια ἐπιρροὴ καὶ στὴ πολιτική, προσφέρουν ἀμέριστη ὑποστήριξη καὶ πλούσια χρηματοδότηση στοὺς ὀργανισμοὺς ποὺ τὸν προβάλλουν καὶ στοὺς ἀνθρώπους ποὺ τὸν προπαγανδίζουν.
Ὀλίγα λόγια διὰ τὴν ἵδρυσιν τοῦ ΠΣΕ:
Ὅπως ἤδη ἐλέχθη, κατὰ τὰ προπολεμικὰ χρόνια, οἱ ΗΠΑ εἶχαν καθοριστικὴ παρουσία ἐντὸς τῶν τριῶν κύριων οἰκουμενικῶν ὀργανισμῶν: τοῦ Διεθνοῦς Ἱεραποστολικοῦ Συμβουλίου (IMC), τοῦ κινήματος «Πίστις καὶ Τάξις» (Faith and Order) καὶ τοῦ κινήματος «Ζωὴ καὶ Ἔργο» (Life and Work), ἔχοντας πρώτιστα τακτοποιήσει τὸ «ἐσωτερικὸ μέτωπο»: τὴ φιλελεύθερη μορφὴ τοῦ Προτεσταντισμοῦ στὶς ἴδιες τὶς ΗΠΑ. Ἀπὸ τὸ 1937, προετοιμάζονταν πιὰ γιὰ τὰ ἑπόμενα βήματα: τὸ γραφεῖο τοῦ ΠΣΕ στὴ Νέα Ὑόρκη εἶχε ἤδη ἀναλάβει τὸ κύριο οἰκονομικὸ βάρος τοῦ ὑπὸ διαμόρφωση ὀργανισμοῦ. Ὁ Ροκφέλερ παρεῖχε ξανὰ ἄμεση καὶ γενναία χρηματοδοτικὴ στήριξη, ἐξασφαλίζοντας ἔτσι τὴν ὑλικὴ βάση τοῦ ἐγχειρήματος.
Κάνοντας ἕνα ἅλμα στὴν μετὰ τὸν Β΄ΠΠ κατάσταση, συναντᾶμε –ὅπως ἦταν ἀναμενόμενο– τοὺς ἴδιους παράγοντες νὰ ἐργάζονται γιὰ τὴν ἵδρυση τοῦ ΠΣΕ, ἡ ὁποία ἐπετεύχθη τελικὰ τὸ 1948. Πρῶτος Γενικὸς Γραμματέας ὁρίστηκε ὁ Δρ. Βίσερ τ’ Χούφτ (Dr. Visser ’t Hooft), ὁ ὁποῖος παράλληλα συνέχιζε νὰ ὑπηρετεῖ ὡς γραμματέας τῆς Παγκόσμιας Ἐπιτροπῆς τῆς ΧΕΝ(YMCA), (μὲ τὸν Mott πρόεδρο) καὶ γενικὸς γραμματέας τῆς Παγκόσμιας Ὁμοσπονδίας Φοιτητικῶν Χριστιανικῶν Ἑνώσεων (WSCF), πάλι μὲ τὸν Mott ἐπικεφαλῆς. Ὁ δὲ Mott, ἐπαναλαμβάνοντας τὴν καθοριστική του συμβολὴ στὴ γέννηση τοῦ ΠΣΕ, τιμήθηκε ἀπὸ τὸν ὀργανισμὸ γιὰ τὶς «ἀνεκτίμητες ὑπηρεσίες» του πρὸς τὸ Οἰκουμενικὸ Κίνημα μὲ τὸν τίτλο τοῦ ἰσόβιου προέδρου.
Παράλληλα, μέσῳ τῆς ἰσχυρῆς θεσμικῆς ἐκπροσώπησης καὶ τῆς ἐκτεταμένης χρηματοδότησης, οἱ φιλελεύθερες Ἀμερικανικὲς Προτεσταντικὲς Ἐκκλησίες κατεστάθησαν ἡ κυρίαρχη δύναμη ἐντὸς τοῦ ΠΣΕ. Ἔτσι, μετὰ τὸ 1948, ἡ Οἰκουμενικὴ Κίνηση, ἔχοντας πλέον ἕνα κεντρικὸ θεσμικὸ ὄργανο ποὺ εἶχε ἀπορροφήσει τὶς ἐπιτροπὲς «Πίστις καὶ Τάξις» καὶ «Ζωὴ καὶ Ἔργο», ἐργαλειοποιήθηκε γρήγορα στοὺς μακρόπνοους σχεδιασμοὺς τῶν ΗΠΑ γιὰ τὸ μέλλον τῆς (Δυτικῆς) Εὐρώπης. Μίας Εὐρώπης ποὺ ὄφειλε νὰ προσαρμοστεῖ στὶς νέες γεωπολιτικὲς συνθῆκες καὶ νὰ ἐπανεκπαιδευτεῖ στὶς φιλελεύθερες ἀξίες τῆς ἀμερικανικῆς ἐκδοχῆς τῆς δημοκρατίας. Μέσῳ τοῦ Σχεδίου Μάρσαλ (ποὺ ἐνεργοποιήθηκε τὸ 1948, ταυτόχρονα μὲ τὴν ἵδρυση τοῦ ΠΣΕ), ἡ μείωση τῶν διακρατικῶν φραγμῶν καὶ ἡ οἰκονομικὴ ἑνοποίηση τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης διαμόρφωσαν τὶς συνθῆκες γιὰ τὴν μετέπειτα εὐρωπαϊκὴ πολιτικὴ ἑνοποίηση.
Στὸ ἴδιο πλαίσιο, ἡ προώθηση τῆς «ἀξίας» τῆς Δυτικῆς Δημοκρατίας ἀποτέλεσε ἕνα ἀπὸ τοὺς κεντρικοὺς στόχους τοῦ νεοπαγοῦς ΠΣΕ, φθάνοντας νὰ τὴν ταυτίσει –ὅπως καὶ τὸ κεφαλαιοκρατικὸ οἰκονομικὸ σύστημα– μὲ τὴν ἀνθρώπινη ἐλευθερία, τὴν ἀξιοπρέπεια καὶ τὸν ἴδιο τὸν Χριστιανισμό. Ἐνδεικτικά, ὁ John Dulles (Τζὸν Ντάλες, μετέπειτα Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν τῶν ΗΠΑ τὸ 1953 ἐπὶ Ἀϊζενχάουερ) συνέγραψε ἕνα καθοριστικὸ κείμενο γιὰ λογαριασμὸ τῆς Ἐπιτροπῆς Μελέτης τοῦ ΠΣΕ (Study Department Commission). Τὸ κείμενο αὐτὸ παρουσιάστηκε στὸ ἱδρυτικὸ συνέδριο τοῦ Ἄμστερνταμ ὑπὸ τὸν τίτλο: «Ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ Διεθνὴς Ἀναταραχὴ» (The Church and the International Disorder).
Ἡ μέθοδος ποὺ προτείνεται ἀπέναντι στοὺς μη-δυτικοὺς πολιτισμοὺς δὲν εἶναι ἡ ταχεῖα πολιτικὴ φιλελευθεροποίηση, ἀλλὰ ἡ σταδιακὴ φιλελευθεροποίηση: δηλαδή, ἡ σταδιακὴ ἐνσωμάτωση κρατῶν, κοινωνιῶν καὶ θρησκειῶν στὶς κυρίαρχες δυτικὲς ἀντιλήψεις τοῦ φιλελευθερισμοῦ καὶ τῆς ἄνευ ὁρίων καὶ περιορισμῶν ἀγορᾶς, ἔχοντας ὡς πλαίσιο ἀναφορᾶς τὸν κοσμοπολίτικο διεθνισμὸ (cosmopolitan internationalism), ποὺ ἀντιτίθεται σθεναρὰ στὴν ἔννοια τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας καὶ ἀνεξαρτησίας, καὶ σὲ κάθε μορφὴ παραδοσιακῆς ἀξίας.
Στόχος ἑπομένως γίνεται ἡ “ψυχὴ” μίας κοινωνίας, καὶ τὸ μέσο ποὺ χρησιμοποιεῖται, ἡ σταδιακὴ ἐνσωμάτωση στὶς δυτικὲς ἀξίες μέσῳ τῆς πολιτισμικῆς ὤσμωσης σὲ αὐτές. Τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ξέρουμε: εἶναι ἡ ἐκκοσμίκευση τῶν θεμελιωδῶν ὑποστηριγμάτων τῆς κοινωνίας, ἀνάμεσα στὶς ὁποῖες -ἴσως ἡ πιὸ σημαντική- τῆς θρησκευτικῆς της ταυτότητας, ποὺ σημαίνει τὴν ἀπόσπαση ἀπὸ τὴν οἰκεία Παράδοση, τὴν υἱοθέτηση τῆς θεμελιώδους φιλελεύθερης ἰδέας τοῦ ἀτομισμοῦ, ποὺ εἶναι μὲ τὴν σειρά του ἀπαραίτητος, στὴν διαμόρφωση τῆς καταναλωτικῆς κουλτούρας, σημεῖο ἀναφορᾶς τοῦ Ἀμερικανικοῦ προτύπου, ποὺ ὀφείλει ὁπωσδήποτε νὰ ἀντιγραφεῖ. Ἡ ἀντίσταση καὶ ἡ μὴ φιλελευθεροποίηση τῆς θρησκείας (στὴν περίπτωση ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει, τῆς Ὀρθοδοξίας), δὲν δύναται παρὰ νὰ ὑποσκάψει τὴν διαδικασία ἐκμοντερνισμοῦ τῆς χώρας-κοινωνίας στόχου, μὲ κίνδυνο νὰ ἀνατραπεῖ ὁ συνολικὸς σχεδιασμός. Τὸ ζητούμενο εἶναι δηλαδὴ ἡ ἀπορρόφηση τῆς διακριτῆς Ὀρθόδοξης ταυτότητας σὲ μία ὑπερεθνική, διαπνεόμενη ἀπὸ τὶς δυτικὲς φιλελεύθερες ἀξίες, ὀντότητα (Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση).
Παράλληλα, τὸ ΠΣΕ συγκρότησε τὸ 1950 τὴν Οἰκουμενικὴ Ἐπιτροπὴ γιὰ τὴν Εὐρωπαϊκὴ Συνεργασία (Ecumenical Commission on European Cooperation), μὲ σκοπὸ νὰ ἐξετάσει τὸν τρόπο ποὺ οἱ εὐρωπαϊκὲς Ἐκκλησίες ὀφείλουν νὰ συνδράμουν στὴν πρόοδο τῆς Εὐρωπαϊκῆς ἑνοποίησης, ὅπως τὴν ὁραματίστηκαν ὁ Ζὰν Μονὲ καὶ ὁ Ρομπὲρ Σουμὰν (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν της Γαλλίας). Ἡ διαδικασία αὐτὴ βρῆκε θεσμικὴ ἔκφραση στὴ Διακήρυξη Σουμὰν τὸ 1950, ἡ ὁποία ἄνοιξε τὸν δρόμο γιὰ τὴν ἵδρυση τῆς Εὐρωπαϊκῆς Κοινότητας Ἄνθρακα καὶ Χάλυβα (1951/Συνθήκη τοῦ Παρισιοῦ). Ἡ Ἐπιτροπὴ διατύπωσε ρητὰ ὅτι σκοπός της ἦταν ἡ καλλιέργεια ἑνὸς κλίματος “χριστιανικῆς ὑπευθυνότητας, ποὺ ὀφείλει νὰ ὁδηγήσει στὴν ἐπανασυμφιλίωση τῶν εὐρωπαϊκῶν λαῶν, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν μόνη ἀσφαλῆ ὁδὸ γιὰ τὴν Εὐρωπαϊκὴ Συνεργασία”.
Πέραν αὐτῶν, οὐκ ὀλίγα κρίσιμα ζητήματα παραμένουν ἐκτὸς πεδίου ἀνάλυσης, ὡστόσο ἡ σιωπή τους δὲν ὑποβαθμίζει τὴν κεντρικὴ ὑπόθεση. Ἀρκεῖ νὰ ἀναρωτηθεῖ κανείς:
Ποιὰ ἦταν ἡ δράση τῆς ΧΕΝ(YMCA) στὴν προεπαναστατικὴ Ρωσία καὶ πῶς ἐπηρέασε τὸν οἰκουμενιστικὸ προσανατολισμὸ τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας;
Ποιὸς ὁ καίριος ρόλος τῆς ΧΕΝ(YMCA) στὴν ἵδρυση καὶ χρηματοδότηση τοῦ Ὀρθοδόξου Θεολογικοῦ Ἰνστιτούτου Ἁγίου Σεργίου κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ μεσοπολέμου, ἕνα ἰνστιτοῦτο ποὺ ἀποδείχθηκε καταλυτικὸ γιὰ τὴν ἐπικράτηση τῆς οἰκουμενι(στι)κῆς θεολογίας στὸν Ὀρθόδοξο Κόσμο καὶ γιὰ τὴ σύμπλευση μὲ τοὺς φιλελεύθερους περσοναλιστὲς θεολόγους τοῦ Παπισμοῦ;
Ποιὰ ἡ σημασία τῆς συντονισμένης δράσης τοῦ Διεθνοῦς Ἱεραποστολικοῦ Συμβουλίου(IMC) καὶ τῆς ΧΕΝ(YMCA) στὸ ζήτημα τῆς «διάσωσης» τῶν Ρώσων Ὀρθοδόξων ἀντι-σοβιετικῶν «προσφύγων» –ποὺ εἶχαν ἀνοικτὰ συνεργαστεῖ μὲ τὴ Ναζιστικὴ Γερμανία κατὰ τὸν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο–, μὲ τελικὸ προορισμὸ τὶς ΗΠΑ καὶ τὴν ἐπακόλουθη ἐργαλειοποίησή τους στὸ ἀντι-κομμουνιστικὸ μέτωπο;
Ποιὲς ἦταν οἱ συνεννοήσεις τῶν ΗΠΑ μὲ τὸ Βατικανὸ πρὶν τὸ 1948, καθὼς καὶ ὁ μετασχηματισμὸς τοῦ ἴδιου τοῦ Βατικανοῦ πρὸς πλήρη στοίχιση μὲ τὶς ἀμερικανικὲς ἐπιδιώξεις φιλελευθεροποίησης, ποὺ ἔλαβε ἀποκορύφωμα στὴ Β΄ Βατικανὴ Σύνοδο (1962–1965);
Καὶ πολλὰ ἄλλα ἀκόμη.
Τὰ στοιχεῖα ποὺ παραλείφθηκαν θὰ ἐνίσχυαν ἀναμφίβολα τὴν εἰκόνα ποὺ ἐπιχειρήσαμε ἐδῶ νὰ περιγράψουμε. Ἡ κεντρικὴ πρόταση παραμένει ἀμετάβλητη: ὁ Οἰκουμενισμός, ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμή, ἀποτελεῖ ἕνα καθαρὰ Δυτικὸ ἐγχείρημα (project), μὲ σκοπὸ τὴ διάχυση τῆς Ἀμερικανικῆς πολιτισμικῆς ἐπιρροῆς στὸν Χριστιανικὸ Κόσμο. Ἡ ἴδια ἡ Δυτικὴ Εὐρώπη ὑπέκυψε σὲ μία διαδικασία ἀμερικανοποίησης ποὺ τὴν μετέτρεψε σὲ ἐξαρτημένο γεωπολιτικὸ χῶρο, στερημένο οἰκείας βούλησης. Καὶ ὁ ρόλος τῆς θρησκείας –εἰδικὰ κατὰ τὴ πρώτη εἰκοσαετία μετὰ τὸ 1945– ἦταν κρίσιμος, καθὼς ὑπηρέτησε ὡς ἰδεολογικὸς καὶ θεσμικὸς μοχλὸς γιὰ τὴν ὑλοποίηση αὐτοῦ τοῦ σχεδίου.
Θεολογικαὶ θέσεις ἔναντι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ
Ἂς φανταστοῦμε μία στρογγυλὴ τράπεζα, ὅπως λέγεται, ὅπου κάθονται ἄνετα, οἱ Ἅγιοι Διδάσκαλοι, Βασίλειος, Χρυσόστομος, Γρηγόριος, Ἀθανάσιος, Κύριλλος, μαζὶ μὲ τοὺς αἱρετικούς, Ἄρειο, Εὐνόμιο, Μακεδόνιο, Νεστόριο, Ἰωάννη Βέκκο. Ἡ συζήτησή τους περὶ Πίστεως δὲν ἑστιάζει στὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ στὴ διαβούλευση: «ἡ γνώμη σου καὶ ἡ γνώμη μου», ἀρκεῖ νὰ ἐπικρατεῖ ἡ ἀγάπη. Μὲ ἁπλὰ λόγια, τὸ κρίσιμο ζήτημα τῆς σωτηρίας διὰ τῆς πίστεως διαγράφεται καὶ ἐξοστρακίζεται. Ἀκυρώνεται παντελῶς τὸ ἄρθρο τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως ποὺ ὁρίζει: «Εἰς μίαν ἁγίαν καθολικὴν καὶ ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν».
Ἡ ἀπαρασάλευτη διδασκαλία τῆς Γραφῆς καὶ τῶν Πατέρων, ὅτι ἐκτὸς Ἐκκλησίας δὲν ὑπάρχει σωτηρία, οὔτε ἀλήθεια, οὔτε φωτισμός, οὔτε Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, οὔτε ζωογόνα μυστήρια, οὔτε κανονικὴ ἱερωσύνη, ὄχι μόνο σχετικοποιεῖται, ἀλλὰ ἀντίθετα, ἐντὸς τῆς οἰκουμενιστικῆς ἰδεοληψίας, ἀναγνωρίζεται καὶ γίνεται ἀποδεκτὴ ἡ ἐγκυρότητα ὅλων αὐτῶν ἀνεξαρτήτως δογματικῆς ὁμολογίας, ἀνεξαρτήτως τοῦ περιεχομένου τῆς πίστεως. Κατὰ συνέπεια, διαλύεται ἡ θεμελιώδης διάκριση μεταξὺ βεβήλου καὶ ἱεροῦ, φωτὸς καὶ σκότους, ὅπως διδάσκει τὸ Εὐαγγέλιο. Οἱ αἱρετικὲς διδασκαλίες ἐξισώνονται θεολογικὰ μὲ τὴν ἁγιοπνευματικὴ ὀρθόδοξη πίστη καὶ ταξινομοῦνται ὡς ἁπλῶς «διαφορετικὲς» παραδόσεις, ποὺ ἀναπτύχθηκαν σὲ ἑτερογενῆ πολιτισμικὰ πλαίσια. Ὁ ἀνὰ τοὺς Αἰῶνες ἀγώνας τῶν Ἁγίων ἐναντίον τῶν αἱρέσεων ἀκυρώνεται ὁλοσχερῶς. Ἡ σχέση ὀρθοδόξων καὶ αἱρετικῶν δομεῖται πλέον σὲ ἕνα φιλελεύθερο πνεῦμα, ὅπου τὰ πάντα σχετικοποιοῦνται καὶ θεωροῦνται «καθ’ ὁδὸν» πρὸς μία ἀδιαμόρφωτη, ἀόριστη ἀλήθεια.
Ἡ νέα αὐτὴ θεολογικὴ ὀπτικὴ ἀρθρώνει τὸν λεγόμενο «δογματικὸ μινιμαλισμὸ» (δηλαδὴ τὴν ἐλαχιστοποίηση τῶν δογμάτων πίστεως), ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴ δογματικὴ ἔκφραση τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἔννοιες ὅπως «σχετικοποίηση», «ἀνεκτικότητα», «πλουραλισμὸς» καὶ «ἐμπλουτισμὸς» κυριαρχοῦν στὰ κείμενα καὶ στὸν προφορικὸ λόγο τῶν ἐκπροσώπων του. Ἡ ἐλευθεριότητα μὲ τὴν ὁποία κινοῦνται, καταπατώντας πλῆθος ἱερῶν κανόνων –τοὺς ὁποίους περιφρονοῦν ὡς «τείχη τοῦ αἴσχους»–, ἑδράζεται στὴν πεποίθηση ὅτι ἡ Ἱερὰ Παράδοση εἶναι ἕνα μουσειακὸ μνημεῖο ἄλλων ἐποχῶν, κάτι ξεπερασμένο καὶ ἀχρείαστο. Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο ὁμιλοῦν γιὰ τὴν «κωδικοποίηση τῶν ἱερῶν κανόνων», δηλαδὴ γιὰ μία ἐπιλεκτικὴ προσαρμογή τους στὸ πλαίσιο τῆς οἰκουμενικῆς ἀντίληψης. Σὲ τί μεταφράζεται αὐτὸ πρακτικά; Στὴν ἀποδοχὴ τοῦ δεύτερου γάμου κληρικῶν, στὸν γάμο ἐπισκόπων, στὴν πλήρη ἀναγνώριση κάθε αἱρετικοῦ βαπτίσματος, ἱερωσύνης καὶ μυστηρίων, στὴ γυναικεία ἱερωσύνη, στὴ συνεχῆ τριβὴ μὲ αἱρετικοὺς μέσῳ συμπροσευχῶν καὶ συνεδρίων, στὴν ἀλλαγὴ τῶν Λειτουργικῶν κειμένων τῆς Ἐκκλησίας, στὴν κατάργηση νηστειῶν καὶ ἱερῆς ἀμφίεσης. Δηλαδή, πρόκειται γιὰ ἕνα πλήρη ἐκμοντερνισμὸ τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖος ἰσοδυναμεῖ μὲ τὴν κατάργηση τοῦ Ἀποστολικοῦ περιεχομένου τῆς πίστεώς της.
Ἕνα χαρακτηριστικὸ παράδειγμα τῆς οἰκουμενιστικῆς σχετικοποίησης τῶν πάντων, σχεδὸν καθόλου γνωστό, ἕως καὶ σὲ αὐτοὺς ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὰ θέματα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καὶ τὸ ὁποῖο ἀποτυπώνει τὴν θεολογικὴ δουλειὰ τῆς Δ’ Παγκόσμιας Διάσκεψης τοῦ ΠΣΕ, στὸ Μόντρεαλ τὸ 1963, εἶναι τὸ κείμενο «Γραφή, Παράδοση καὶ παραδόσεις». Τὸ κείμενο καλεῖ τὶς Ἐκκλησίες νὰ ἐπανεξετάσουν τὴ σχέση Γραφῆς καὶ Παράδοσης μέσα ἀπὸ τὸν οἰκουμενικὸ διάλογο, διακρίνοντας τρεῖς ἔννοιες τῆς λέξης «παράδοση»:
1. Ἡ Παράδοση (μὲ κεφαλαῖο Π): Εἶναι τὸ ἴδιο τὸ Εὐαγγέλιο, ὁ Χριστὸς ποὺ εἶναι παρὼν στὴ ζωὴ τῆς ἀδιαίρετης Ἐκκλησίας.
2. Ἡ παράδοση (μὲ μικρὸ π): Ἀναφέρεται στὴ διαδικασία μετάδοσης τῆς Παράδοσης στὶς ἐπὶ μέρους ὁμολογίες.
3. Οἱ παραδόσεις: Ὁ ὅρος χρησιμοποιεῖται, γιὰ νὰ ὑποδηλώσει τὴν ποικιλομορφία τῶν μορφῶν ἔκφρασης τῶν λεγόμενων «ὁμολογιακῶν παραδόσεων» (π.χ. Λουθηρανική, Ὀρθόδοξη κλπ). Στὸ τελευταῖο μέρος τοῦ κειμένου, ἡ λέξη ἀποκτᾶ ἀκόμη τὴν ἔννοια τῶν πολιτιστικῶν παραδόσεων.
Ἡ κυρίαρχη θεολογικὴ προοπτικὴ ποὺ ἐπικρατεῖ στὸ κείμενο εἶναι ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ θεολογία τοῦ ΠΣΕ ἀποτελεῖ τὸ «ὅλον», ἐνῶ τὰ μέλη-ἐκκλησίες ἀποτελοῦν τὰ «ἐπὶ μέρους». Μὲ ἄλλα λόγια, τὸ μέρος δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἔξω ἀπὸ τὸ «ὅλον», ἀπὸ τὸ ὁποῖο ζωοποιεῖται. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι τὸ «ὅλον», ἀπολυτοποιεῖται καὶ γίνεται ἡ ἀναγκαία συνθήκη γιὰ τὴν ὕπαρξη καὶ ἀνάπτυξη τῶν ἐπὶ μέρους μερῶν ποὺ τὸ συναποτελοῦν, ποὺ εἶναι οἱ Ἐκκλησίες.
Τὸ δὲ κείμενο τοῦ ΠΣΕ στὸ Πόρτο Ἀλέγκρε (2006) ἀποτελεῖ τὴν κατάργηση τῆς Ἐκκλησιολογίας τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως. Ἡ πίστη ποὺ τέθηκε ὡς βάση τῆς ἑνώσεως δὲν εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη, ἀλλὰ ἡ προτεσταντική. Τὰ βασικὰ ὀρθόδοξα δόγματα ἀπορρίφθηκαν ὡς «ἀγκυλώσεις τοῦ παρελθόντος». Τὸ κείμενο διακηρύττει ρητά:
«Ἐπιβεβαιώνουμε ἐκ νέου ὅτι ὁ πρωταρχικὸς σκοπὸς τῆς κοινωνίας τῶν ἐκκλησιῶν, στὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν εἶναι ἡ μεταξύ τους κλήση γιὰ ὁρατὴ ἑνότητα σὲ μία πίστη καὶ σὲ μία εὐχαριστιακὴ κοινωνία, ἐκφραζόμενη στὴ λατρεία καὶ στὴ κοινὴ ἐν Χριστῷ ζωή […]» (παράγρ. 1).
Στὴ συνέχεια διατυπώνεται ἡ φοβερὴ ἐκκλησιολογικὴ αἵρεση ὅτι τὸ σύνολο τῶν μελῶν τοῦ ΠΣΕ ἀπαρτίζουν τὴν καθολικὴ Ἐκκλησία, καὶ ὄχι κάποια ἐπὶ μέρους «ἐκκλησία». Κάθε ἐκκλησία ἐκπληρώνει τὴν καθολικότητά της ΜΟΝΟ ὅταν βρίσκεται σὲ κοινωνία μὲ τὶς ἄλλες ἐκκλησίες-μέλη. Μέσα στὰ ἄρθρα τοῦ κειμένου στὸ Πόρτο Ἀλέγκρε, τὸ ὁποῖο ὑπογράφηκε καὶ ἀπὸ τὰ Πατριαρχεῖα μας, ἀναπτύσσεται τὸ προτεσταντικὸ δόγμα περὶ τῆς «ἀδιαιρέτου ἐκκλησίας» καὶ τῆς δογματικῆς πολυμορφίας ἐντὸς αὐτῆς. Πρόκειται γιὰ μία θέση ποὺ ἔχει ἤδη καταδικασθεῖ ρητῶς ἀπὸ τὴν Σύνοδο τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ 1672.
Ἐδῶ ὅμως πρέπει νὰ ποῦμε, ὅτι ὑπῆρξε Ὀρθόδοξη Συνοδικὴ καταδίκη τῆς οἰκουμενιστικῆς παναιρέσεως. Τὸ ἐκκλησιαστικὸ γεγονὸς ἦταν ἡ Σύνοδος τῆς Μόσχας τὸν Ἰούλιο τοῦ 1948, ἕνα μόλις μήνα πρὶν τὸ ἱδρυτικὸ Συνέδριο τοῦ ΠΣΕ στὸ Ἄμστερνταμ! Τὸ Συνέδριο τῆς Μόσχας ἔγινε στὸ περιθώριο τῶν ἑορτασμῶν τῶν 500 ἐτῶν αὐτοκεφαλίας τοῦ Πατριαρχείου της.
Οὐσιαστικά, ἦταν μία πανορθόδοξη Σύνοδος στὴν ὁποία συμμετεῖχαν μὲ ἀντιπροσώπους ἢ ἐπικεφαλῆς ἱεράρχες ὅλες οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, πλὴν ἐκείνων ποὺ βρίσκονταν σὲ ἄμεση ἐξάρτηση ἀπὸ τὸν Δυτικὸ παράγοντα:
1. Τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, καθοδηγούμενου ὑπὸ τοῦ ἀκραίου οἰκουμενιστῆ καὶ Μασόνου Μητροπολίτη Θυατείρων Γερμανοῦ, μὲ τὸν Πατριάρχη Μάξιμο Ε’ σὲ οὐσιαστικὴ ὁμηρία (ὁδηγήθηκε σὲ παραίτηση τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1948 ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς ψυχοπάθειας), ἕως ὅτου ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀμερικῆς Ἀθηναγόρα (ὁ ὁποῖος κατέφθασε στὴν Τουρκία μὲ τὸ προσωπικὸ ἀεροπλάνο τοῦ Προέδρου Τρούμαν, τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1949).
2. Τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, μὲ τὴν Ἑλλάδα νὰ βιώνει τὶς τελευταῖες τραγικὲς ἡμέρες τοῦ Ἐμφυλίου Πολέμου, (ποὺ προκάλεσε ἡ Μ. Βρετανία), καὶ οὐσιαστικὰ νὰ βρίσκεται ὑπὸ Ἀμερικανικὴ στρατιωτικὴ κατοχή).
3. Καὶ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου (μὲ τὴν Κύπρο ἀκόμη ὑπὸ σκληρὴ Βρετανικὴ κατοχή).
Οἱ ἀποφάσεις τῆς Μόσχας ἀποτέλεσαν καίριο πλῆγμα στὸ ἐπερχόμενο ἀμερικανοκίνητο ἱδρυτικὸ συνέδριο τοῦ ΠΣΕ, καθὼς τορπίλισαν θεολογικὰ -ἐπαναλαμβάνω: θεολογικὰ- τὴ νομιμοποίηση συμμετοχῆς τῶν τριῶν προαναφερθεισῶν Ἐκκλησιῶν. Οἱ ἀποφάσεις συμπεριλάμβαναν μία ἄνευ προηγουμένου καταδίκη τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ὡς ξένου πρὸς τὴν ὀρθόδοξη δογματικὴ αὐτοσυνειδησία ὅτι ἀποτελεῖ τὴν Μία Ἁγία Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία. Σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν καταδίκη τοῦ Παπισμοῦ καὶ τὴν ἄρνηση ἀναγνώρισης τοῦ κύρους τῶν Ἀγγλικανικῶν χειροτονιῶν (τὶς ὁποῖες εἶχαν ἀναγνωρίσει ἡ Κωνσταντινούπολη, ἡ Ρουμανία καὶ ἡ Ἀλεξάνδρεια) –στηριζόμενη θεολογικὰ στὴν ἑρμηνεία τῆς Ἑβδόμης Οἰκουμενικῆς Συνόδου περὶ τῆς ἱερωσύνης τῶν αἱρετικῶν–, οἱ ἀποφάσεις αὐτὲς ἀποτέλεσαν τὴν ὁριστικὴ θεολογικὴ ταφόπλακα τῆς συνδυασμένης ἐπίθεσης πρὸς τὴν Ὀρθοδοξία καὶ τοὺς ὀρθόδοξους λαούς.
Προβληματισμοὶ
Ἡ Οἰκουμενιστικὴ θεολογικὴ κατανόηση, ποὺ ἔχουμε ἐν συντόμῳ ἀναφέρει, πρέπει μὲ κάποιον τρόπο νὰ περάσει «ἀνώδυνα» στὸ λαό, μετὰ τὴν ἀποδοχή της στοὺς κόλπους τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοίκησης (Βλ. Κολυμπάρι), χωρὶς ὅμως ὁ λαὸς νὰ καταλάβει τὸ μέγεθος τῆς φοβερῆς προδοσίας ποὺ συντελεῖται. Μὲ τὴ συνεργασία τῆς πολιτικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς ἡγεσίας, ἔχει συντελεσθεῖ τὶς τελευταῖες δεκαετίες, ἕνας δυσδιάκριτος πόλεμος, ὥστε ὁ λαὸς νὰ «ὡριμάσει» καὶ νὰ εἶναι ἕτοιμος γιὰ τὴν πνευματική του ἅλωση. Δηλαδή, νὰ προσπερνᾶ ἀδιάφορος, τὸ ὅτι πολλοὶ ἱεράρχες εἶναι πλήρως ἀποκομμένοι ἀπὸ τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν ὁμολογία της. Νὰ δέχεται ἀναντίρρητα τὶς ὅποιες ἀποφάσεις ἐκδίδονται, μὲ τὸ ἐπιχείρημα: «ἔτσι ἀποφάσισε ἡ σύνοδος καὶ ὁ λαὸς ὀφείλει νὰ ὑπακούσει». Νὰ μὴ ἔχουν τὴ δυνατότητα νὰ σκεφθοῦν ὅτι ἡ ὑπακοὴ στὴ διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι τυφλή, ἀλλὰ δογματικὰ προϋποθετημένη ἐπὶ τῆς ὁμολογίας τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως.
Ὁ ρόλος τοῦ λαοῦ ὅμως δὲν εἶναι νὰ εἶναι ἕνας παθητικὸς δέκτης, ἀλλὰ νὰ εἶναι ὁ φύλακας τῆς πίστεως. Ὁ πιστὸς λαὸς δὲν εἶναι ἕνας καταναλωτὴς «ἀποφάσεων», εὔκολη λεία στὴν Οἰκουμενιστικὴ λαίλαπα. Ὁ πιστὸς λαὸς δὲν εἶναι οἱ νερόβραστοι «χριστιανοί», ποὺ δὲν θέλουν νὰ ὑστεροῦν στὴν ψευδοπρόοδο τοῦ κόσμου καὶ δειλιάζουν ὑπὸ τὸ βάρος τοῦ στιγματισμοῦ καὶ σιωποῦν, ἀκολουθώντας τὰ τοῦ Κόσμου.
Κλείνοντας, θὰ παραθέσω στὴν ἀγάπη σας, μία ἱστορικὴ μαρτυρία, γιὰ νὰ ἐννοήσουμε ὅλοι, τὸ τί σημαίνει «Λαὸς τοῦ Θεοῦ» καὶ πῶς διαφυλάσσει τὴν Σωτήριο Πίστη του. Ἡ μαρτυρία βρίσκεται στὰ Πρακτικὰ τῆς Ε΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (MANSI CONSILIORUM, 8 τόμ., σελ. 1062-1066). Τὸ 518, στὶς 15 Ἰουλίου, ὁ Πατριάρχης Κων/λεως Ἰωάννης Β’ εἰσερχόμενος στὴν Ἁγία Σοφία μὲ συνοδεία κληρικῶν καὶ 12 ἐπισκόπων καὶ φθάνοντας στὸ μέσον τοῦ Ναοῦ, ὅλος ὁ λαὸς ἄρχισε νὰ τὸν πολυχρονίζει. Στὴ συνέχεια ὅμως ἄρχισε ἕνας χείμαρρος διαμαρτυριῶν ἀπὸ τὸν λαό. Ἀπαιτοῦσαν νὰ παύσει ὁ Πατριάρχης τὴν ἐπαμφοτερίζουσα τακτική του, νὰ ἀναθεματίσει τοὺς αἱρετικοὺς καὶ νὰ ὁρίσει Σύναξη ἑορταστικὴ πρὸς τιμὴ τῆς Δ’ τετάρτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Δὲν ἔλειψαν καὶ οἱ ἀπειλὲς ἀπὸ τὸν λαό, «ὁ μὴ λαλῶν, Μανιχαῖός ἐστι», «ἢ κηρύσσεις, ἢ ἐξέρχη». Ὁ Πατριάρχης ἐζήτησε τότε νὰ προσκυνήσει πρῶτα τὸ θυσιαστήριον καὶ μετὰ νὰ ἀπαντήσει. Νέες ἰσχυρότερες φωνὲς τὸν ἀνάγκασαν νὰ ἀνέλθει στὸν ἄμβωνα, ὅπου ὁμολόγησε δημοσίως πίστη στὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως καὶ στὶς 4 Οἰκουμενικὲς Συνόδους, χωρὶς ὅμως νὰ ἀναθεματίσει τοὺς αἱρετικούς, ἢ νὰ ὁρίσει ἑορτὴ γιὰ τὴν Δ’ Οἰκουμενική, ὅπου ζητοῦσε ὁ λαός.
Ἀναφέρει τὸ κείμενο, ὅτι οἱ φωνὲς ἐξηκολούθησαν ἐπὶ πολύ, λέγοντας ὅτι δὲν ἀναχωροῦν. «Τὴν μνήμην τῶν Πατέρων τῆς Συνόδου κήρυξον, ἂν σήμερον κηρύξης, αὔριον ἐπιτελεῖται, …οὐκ ἀναχωροῦμεν… οὐ κατέρχη ἐκ τοῦ ἄμβωνος, ἐὰν μὴ λάβωμεν ἀπόκρισιν, ἕως νυκτὸς ἐδῶ θὰ εἴμαστε». Ὁ Πατριάρχης εἶπε ὅτι θὰ ὥριζε τὴν ἑορτή, ἐὰν συμφωνοῦσε καὶ ὁ Βασιλέας. Ἀμέσως, οἱ χριστιανοὶ τὸ ἀπέρριψαν καὶ ὁρκίζοντο στὸ Εὐαγγέλιο, ὅτι δὲν φεύγουν, ἂν δὲν κηρυχθῆ ἡ ἑορτή. Τότε ὁ Πατριάρχης δέχθηκε καὶ ὥρισε τὴν ἑπομένη, τὴν 16η Ἰουλίου, ὡς ἑόρτιο μνήμη τῶν 4 Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
Ὁ λαὸς ὅμως ἐπέμενε καὶ ἀπαιτοῦσε ΚΑΙ τὸν ἀναθεματισμὸ τῶν αἱρετικῶν κατ’ ὄνομα, τὴν διαγραφή τους ἀπὸ τὰ δίπτυχα καὶ τὴν ἐγγραφὴ τῶν Ὀρθοδόξων Πατέρων. Ζητοῦσαν ἐπιμόνως, γιὰ ἀσφάλεια νὰ ἀναγνωσθοῦν τὰ δίπτυχα ἀπὸ τὸν ἄμβωνα. Ὁ Πατριάρχης ἄρχισε νὰ ὁμιλεῖ ἐκτενῶς γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη, τὴν προσήλωση στὴν Παράδοση τῶν Πατέρων καὶ γιὰ τὸ θεῖο κῦρος τῶν 4 Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἀλλὰ δὲν ἔκανε λόγο γιὰ τὰ δίπτυχα, οὔτε καὶ ἀναθεμάτισε τοὺς αἱρετικούς.
Νέα θύελλα διαμαρτυριῶν, ἀναγκάζει τὸν Πατριάρχη νὰ ζητάει χρόνο, γιὰ νὰ συμφωνήσει ὁ Βασιλέας καὶ θὰ πράξει αὐτὸ ποὺ ζητοῦν. Τότε οἱ χριστιανοὶ ἔκλεισαν τὶς θύρες τῆς Ἁγίας Σοφίας καὶ ἐπέμεναν φωνάζοντας ἐκτενῶς. Ὁ Πατριάρχης ἔδωσε ἐντολὴ καὶ ἔγραψαν τὶς 4 Οἰκουμενικὲς Συνόδους στὰ δίπτυχα.
Τότε μὲ μεγάλη φωνὴ ἅπαντες ὡς ἐξ ἑνὸς στόματος, ἐβόησαν «Εὐλογητὸς Κύριος ὁ Θεός, ὅτι ἐπεσκέψατο καὶ ἐποίησε λύτρωσιν τῷ λαῷ αὐτοῦ». Ἐπὶ πολλὴν ὥραν ἔψαλλον ἀντιφωνοῦντες αὐτό. Ἔπειτα ἀνῆλθον οἱ ψάλτες στὸν ἄμβωνα, ψάλλοντες τὸν Τρισάγιον Ὕμνον. Ὁ λαὸς ἐσιώπα, ψάλλων καὶ εὐχόμενος. Κατὰ τὴν τάξη ἐσυνεχίσθη ἡ Θεία Λειτουργία, ἐνῶ ἦσαν οἱ θύρες τοῦ Ναοῦ κλειστές. Μετὰ δὲ τὸ «Πιστεύω», τὴν ὥρα τῶν διπτύχων, συνέδραμε ὅλος ὁ λαὸς κύκλῳ τοῦ θυσιαστηρίου,καὶ ὅταν ἄκουσαν τὸν Διάκονο νὰ ἐκφωνεῖ τὶς 4 Οἰκουμενικὲς Συνόδους καὶ νὰ μνημονεύει τοὺς ἐν ὁσίᾳ τῇ μνήμῃ Ἀρχιεπισκόπους Εὐφήμιον, Μακεδόνιον, Λέοντα, μεγάλῃ τῇ φωνῇ ἔκραξαν ἅπαντες, «Δόξα Σοι Κύριε, Δόξα Σοι». Μετὰ τοῦτο, μετὰ μεγίστης εὐταξίας ἐπληρώθη, σὺν Θεῷ, ἡ Θεία Λειτουργία.
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, μὲ φρόνημα καὶ ἐπίγνωση πίστεως ἑνὸς τέτοιου λαοῦ, οὐδεὶς Οἰκουμενισμὸς μπορεῖ νὰ γίνει ἀπειλὴ γιὰ τὴν Ἐκκλησία.
* Ἡ Ὁμιλία, τὴν ὁποίαν ἐξεφώνησεν ὁ Γέρων Παΐσιος Μοναχὸς Καρεώτης, εἰς τὴν ἡμερίδα «Ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας», τὴν ὁποίαν ὠργάνωσεν ἡ Ἑστία Πατερικῶν Μελετῶν τὴν Κυριακὴν 3 Μαΐου 2026 εἰς τὴν αἴθουσαν ἐκδηλώσεων τοῦ Πολεμικοῦ Μουσίου.



