Skip to content
Λιγότερο από 1 λεπτό Διάρκεια άρθρου: Λεπτά

Ἡ Θεία Χάρις κατὰ τὸν Θωμᾶν Ἀκινάτην

Τοῦ κ. Παντελεήμονος Τομάζου,

ὑπ. Διδάκτορος Δογματικῆς θεολογίας

  Ἡ ἔννοια τῆς θείας χάρης ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους ἄξονες τῆς χριστιανικῆς θεολογίας, γιατί συνδέεται ἄμεσα μὲ τὸ ἐρώτημα τοῦ πῶς ὁ ἄνθρωπος σώζεται καὶ πῶς ἑνώνεται μὲ τὸν Θεό. Στὴ δυτικὴ μεσαιωνικὴ θεολογία, ἰδιαίτερα στὸ ἔργο τοῦ Θωμᾶ Ἀκινάτη, ἡ χάρη ἀποκτᾶ μία συστηματικὴ φιλοσοφικὴ καὶ θεολογικὴ ἐπεξεργασία, βασισμένη κυρίως στὴν ἀριστοτελικὴ μεταφυσική. Ὁ Ἀκινάτης ἐπιχειρεῖ νὰ ἐξηγήσει μὲ λογικὴ ἀκρίβεια τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς ἐνεργεῖ μέσα στὸν ἄνθρωπο χωρὶς νὰ καταργεῖ τὴν ἀκεραιότητα τῆς ἀνθρώπινης φύσης.

  Γιὰ τὸν Θωμᾶ Ἀκινάτη, ἡ χάρη εἶναι μία ὑπερφυσικὴ δωρεὰ τοῦ Θεοῦ ποὺ δὲν ἀνήκει στὴ οὐσία τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ τὴν ἀνυψώνει καὶ τὴν τελειοποιεῖ. Ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀπὸ μόνη της δὲν μπορεῖ νὰ φθάσει στὴ θέωση ἤ, ἀλλιῶς, στὴ μακαρία κοινωνία μὲ τὸν Θεό. Χρειάζεται τὴ θεία χάρη, ἡ ὁποία λειτουργεῖ ὡς ὑπερφυσικὴ ἐνίσχυση καὶ μεταμόρφωση τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Ἡ χάρη, ἑπομένως, δὲν καταργεῖ τὴ φύση, ἀλλὰ τὴ θεραπεύει καὶ τὴ συμπληρώνει, δίνοντάς της δυνατότητες ποὺ ξεπερνοῦν τὰ φυσικά της ὅρια.

  Ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ χαρακτηριστικὰ σημεῖα τῆς σκέψης τοῦ Ἀκινάτη εἶναι ὅτι χαρακτηρίζει τὴ χάρη ὡς «συμβεβηκὸς» τῆς ψυχῆς. Ὁ ὅρος προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀριστοτελικὴ φιλοσοφία. Στὴν ἀριστοτελικὴ μεταφυσική, τὸ συμβεβηκὸς εἶναι κάτι ποὺ δὲν ὑπάρχει αὐτόνομα, ἀλλὰ μέσα σὲ ἕνα ὑποκείμενο. Γιὰ παράδειγμα, ἡ λευκότητα δὲν ὑπάρχει ἀπὸ μόνη της, ἀλλὰ μόνο μέσα σὲ ἕνα λευκὸ σῶμα. Μὲ παρόμοιο τρόπο, ἡ χάρη δὲν ἀνήκει στὴν οὐσία τῆς ψυχῆς ἀλλὰ εἶναι μία ποιότητα ποὺ προστίθεται σὲ αὐτήν. Μὲ λίγα λόγια, ὑπάρχει μόνο μέσα στὸν ἄνθρωπο ποὺ τὴ δέχεται.

  Αὐτὸ ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι ἡ χάρη εἶναι κάτι δευτερεῦον ἢ ἀσήμαντο. Ἀντίθετα, γιὰ τὸν Ἀκινάτη εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία γιὰ τὴ σωτηρία. Ἡ χάρη μεταμορφώνει πραγματικὰ τὸν ἄνθρωπο, τὸν κάνει μέτοχο τῆς θείας ζωῆς καὶ τοῦ ἐπιτρέπει νὰ στραφεῖ ἐλεύθερα πρὸς τὸν Θεό. Ὁ Θεὸς δὲν δρᾶ ὡς ἐξωτερικὴ δύναμη ποὺ ἐπιβάλλεται βίαια στὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ ὡς ἐσωτερικὴ παρουσία ποὺ ἐνεργεῖ μέσα του καὶ τὸν καθιστὰ ἱκανὸ νὰ πράττει τὸ ἀγαθό.

  Ὁ Ἀκινάτης διακρίνει ἐπίσης ἀνάμεσα στὴν ἄκτιστη καὶ στὴν κτιστὴ χάρη, διάκριση ἀπαράδεκτη ἐξ ἐπόψεως ὀρθοδόξου. Ἡ ἄκτιστη χάρη εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ποὺ προσφέρεται στὸν ἄνθρωπο, δηλαδὴ ἡ παρουσία τῆς Ἁγίας Τριάδας. Ἡ κτιστὴ χάρη, ἀντίθετα, εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς θείας παρουσίας μέσα στὴν ψυχή: μία ὑπερφυσικὴ ποιότητα ποὺ δημιουργεῖται στὸν ἄνθρωπο. Μὲ αὐτὴ τὴ διάκριση, ὁ Ἀκινάτης προσπαθεῖ νὰ διαφυλάξει δύο βασικὲς ἀλήθειες: πρῶτον, ὅτι ὁ Θεὸς παραμένει ἄκτιστος καὶ ὑπερβατικός· καὶ δεύτερον, ὅτι ἡ παρουσία Του παράγει πραγματικὴ μεταβολὴ μέσα στὸν ἄνθρωπο.

  Στὴ συνέχεια, ὁ Ἀκινάτης προχωρᾶ σὲ μία ἀκόμη διάκριση τῆς χάρης, βασισμένη κυρίως στὴν Α΄ Πρὸς Κορινθίους ἐπιστολὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Διακρίνει τὴ gratia gratum faciens καὶ τὴ gratia gratis data.

  Ἡ gratia gratum faciens, δηλαδὴ «ἡ χάρη ποὺ καθιστᾶ τὸν ἄνθρωπο εὐάρεστο στὸν Θεό», εἶναι ἡ λεγόμενη ἁγιαστικὴ χάρη. Πρόκειται γιὰ τὴ χάρη ποὺ σώζει καὶ ἁγιάζει τὸν ἄνθρωπο. Μὲ αὐτὴν ὁ ἄνθρωπος γίνεται φίλος τοῦ Θεοῦ, ἑνώνεται μαζί Του καὶ ὁδηγεῖται στὴ σωτηρία. Αὐτὴ ἡ χάρη ἀφορᾶ ἄμεσα τὴν ἐσωτερικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴ μεταμόρφωση τῆς ὕπαρξής του.

  Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ἡ gratia gratis data, δηλαδὴ «ἡ δωρεὰν δοσμένη χάρη», ἀναφέρεται στὰ χαρίσματα ποὺ δίνονται ὄχι γιὰ προσωπικὸ ἁγιασμό, ἀλλὰ γιὰ τὸ κοινὸ καλὸ τῆς Ἐκκλησίας. Παραδείγματα τέτοιων χαρισμάτων εἶναι ἡ προφητεία, ἡ διδασκαλία, τὰ θαύματα καὶ ἡ γλωσσολαλιά. Ὁ σκοπὸς αὐτῶν τῶν δωρεῶν δὲν εἶναι νὰ κάνουν τὸν ἄνθρωπο ἅγιο, ἀλλὰ νὰ ὑπηρετήσουν τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα καὶ τὴν ἀποστολή της, τὴ διάδοση τοῦ εὐαγγελίου.

  Μέσα στὴν ἁγιαστικὴ χάρη (gratia gratum faciens), ὁ Ἀκινάτης κάνει μία ἐπιπλέον διάκριση ἀνάμεσα στὴν ἐνεργοῦσα χάρη καὶ στὴν χάρη ὡς ἕξη. Ἡ ἐνεργοῦσα χάρη (gratia actualis) εἶναι μία προσωρινὴ θεία βοήθεια ἔκτακτου χαρακτήρα. Πρόκειται γιὰ τὴν ἐσωτερικὴ κίνηση ποὺ δίνει ὁ Θεὸς στὴν ψυχή, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νὰ πραγματοποιήσει μία καλὴ πράξη ἢ νὰ στραφεῖ πρὸς τὸ ἀγαθό. Εἶναι μία συγκεκριμένη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ποὺ λειτουργεῖ σὲ ὁρισμένες στιγμὲς τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου καὶ γι’ αὐτὸ καὶ τὴν καλέσαμε ἔκτακτου χαρακτήρα (τέτοιος ἰσχυρισμὸς ἔχει γίνει καὶ ἀπὸ τὸν καθ. Παναγιώτη Τρεμπέλα).

Ἀντίθετα, ἡ ἁγιαστικὴ χάρη ὡς ἕξη ἢ συνήθεια (gratia habitualis ἢ sanctificans) εἶναι μία μόνιμη κατάσταση τῆς ψυχῆς. Εἶναι μία σταθερὴ ὑπερφυσικὴ ποιότητα, ἐννοεῖται πάντοτε κτιστή, ποὺ ἐγκαθίσταται μέσα στὸν ἄνθρωπο καὶ τοῦ δίνει τὴ δυνατότητα νὰ ζεῖ διαρκῶς σὲ κοινωνία μὲ τὸν Θεό. Ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἁγιαστικὴ χάρη προέρχονται οἱ θεολογικὲς ἀρετὲς — πίστη, ἐλπίδα καὶ ἀγάπη — καθὼς καὶ οἱ τέσσερις βασικὲς ἀριστοτελικὲς ἠθικὲς ἀρετές, ὅπως ἡ φρόνηση, ἡ ἀνδρεία, ἡ σωφροσύνη, ἡ δικαιοσύνη, τὰ δῶρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, οἱ καρποὶ καὶ οἱ μακαρισμοί.

Κριτικὴ ἀπὸ ὀρθόδοξον σκοπιὰν

  Ὡστόσο, ἡ ὀρθόδοξη θεολογία ἀντιμετωπίζει κριτικὰ ἀρκετὲς ἀπὸ αὐτὲς τὶς θέσεις τοῦ Θωμᾶ Ἀκινάτη. Ἀπὸ ὀρθόδοξη σκοπιά, ἡ ἰδέα τῆς «κτιστῆς χάρης» δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ἀποδεκτή. Στὴν Ὀρθοδοξία, ἡ θεία χάρη δὲν θεωρεῖται μία κτιστὴ ποιότητα ποὺ δημιουργεῖται μέσα στὴν ψυχή, ἀλλὰ εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ στὴ θεοποιό της ἔκφανση. Ἐπίσης, ἡ διάκριση ἀνάμεσα σὲ ἄκτιστη καὶ κτιστὴ χάρη θεωρεῖται προβληματική, ἐπειδὴ φαίνεται νὰ εἰσάγει κάτι κτιστὸ ἀνάμεσα στὸν Θεὸ καὶ στὸν ἄνθρωπο.

  Σύμφωνα μὲ τὴν ὀρθόδοξη θεολογία, ὅπως ἤδη εἴπαμε, ἡ χάρη εἶναι ἡ ἄκτιστη θεία ἐνέργεια στὴ θεοποιό της μορφή. Ὁ ἄνθρωπος, ὅταν βρίσκεται σὲ καθεστὼς θέωσης, δὲν μετέχει σὲ ἕνα κτιστὸ ἀποτέλεσμα τῆς θείας παρουσίας, ἀλλὰ στὸν ἴδιο τὸν Τριαδικὸ Θεὸ μέσῳ τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν Του. Γιὰ αὐτὸν τὸν λόγο, ἡ χάρη δὲν νοεῖται ὡς ποιότητα ἢ συμβεβηκὸς τῆς ψυχῆς, ἀφοῦ ποιότητα μπορεῖ νὰ εἶναι μόνο κάτι κτιστό.

  Ἡ διαφορὰ αὐτὴ συνδέεται καὶ μὲ τὴν κατανόηση τῶν ἀρετῶν. Στὸν Ἀκινάτη, οἱ ἀρετὲς μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν ὡς ἐγχυθεῖσες ἤ, ἀλλιῶς, εἰσαγόμενες ποιότητες ποὺ δίνονται ἀπὸ τὴν κτιστὴ χάρη. Ἀντίθετα, στὴν ὀρθόδοξη παράδοση οἱ ἀρετὲς θεωροῦνται ἔμφυτες στὴν ἀνθρώπινη φύση, ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ὁμοίωσιν Θεοῦ». Τὸ κατ’εἰκόνα ἀναφέρεται στὴ λογικὴ καὶ τὴν ἐλεύθερη βούληση τοῦ ἀνθρώπου, ἐνῶ οἱ ἀρετὲς ἀναφέρονται στὸ καθ’ὁμοίωσιν, ὅπως μᾶς ἀναφέρει χαρακτηριστικὰ ὁ Ἅγ. Ἰωάννης Δαμασκηνός. Μετὰ τὴν πτώση ἔχουμε τὴν ἀμαύρωση τοῦ κατ’ εἰκόνα, ἕνεκα τοῦ ὅτι ὁ ἄνθρωπος χάνοντας τὴ θέα τοῦ Θεοῦ, ἔπαυσε νὰ ἐνεργεῖ τὶς κτιστὲς ἀρετές, οἱ ὁποῖες εἰκονίζουν τοὺς ἄκτιστους θείους χαρακτῆρες. Παρ’ὅλα αὐτά, οἱ φυσικὲς ἀρετὲς παραμένουν ὡς ἀγαθὰ τῆς ἀνθρώπινης φύσης καὶ μετὰ τὴν πτώση, ἁπλῶς μὴ ἐνεργηθεῖσες ἐπαρκῶς. Ἔτσι, ὁ πνευματικὸς ἀγώνας τοῦ κάθε πιστοῦ δὲν ἀποσκοπεῖ στὴν εἰσαγωγὴ ἀρετῶν «ἀπ’ ἔξω», ἀλλὰ στὴν ἀποκατάσταση τῆς φυσικῆς κατάστασης τοῦ ἀνθρώπου.

  Σύμφωνα μὲ τὴν ὀρθόδοξη θεολογία, ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νὰ ἀποβάλει τὶς ἁμαρτωλὲς ἕξεις καὶ τὶς πλάνες ποὺ ὁ ἴδιος δημιούργησε μέσῳ τῆς κακῆς χρήσης τοῦ γνωμικοῦ θελήματος. Ὅταν καθαρίζεται ἀπὸ τὰ πάθη ποὺ εἰσχώρησαν στὴν ψυχὴ διὰ τῆς κακῆς χρήσης τῆς αἰσθήσεως, ὅπως μᾶς λέει ὁ Ἅγ. Μάξιμος Ὁμολογητής, τότε ἀποκαλύπτεται τὸ φυσικὸ κάλλος τῆς ἀνθρώπινης φύσης καὶ οἱ ἔμφυτες ἀρετές της. Συνεπῶς, ἄλλο εἶναι οἱ κτιστὲς ἀρετὲς τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἄλλο ἡ θεία χάρη. Ὅταν θεωροῦμε ὅτι ἡ θεία χάρη εἶναι κτίσμα, στὴν πραγματικότητα τὴν κάνουμε μέρος τῶν κτιστῶν ἀρετῶν, συγχέοντας ἔτσι ἀναπόφευκτα τὸ κτιστὸ μὲ τὸ ἄκτιστο.

  Συμπερασματικά, τόσο ὁ Θωμᾶς Ἀκινάτης ὅσο καὶ ἡ ὀρθόδοξη θεολογία ἐπιδιώκουν νὰ περιγράψουν τὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας καὶ τῆς ἕνωσης τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ διὰ τῆς θείας χάριτος. Ὡστόσο, χρησιμοποιοῦν διαφορετικὲς φιλοσοφικὲς καὶ θεολογικὲς προϋποθέσεις. Ὁ Ἀκινάτης μιλᾶ γιὰ μία κτιστὴ ὑπερφυσικὴ χάρη ποὺ μεταμορφώνει τὴν ψυχὴ ὡς ποιότητα, ἐνῶ ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία τονίζει τὴ μετοχὴ τοῦ ἀνθρώπου στὶς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, χωρὶς νὰ ἐγκλωβίζεται σὲ κτιστὰ ἀποτελέσματα. Διότι ἡ δημιουργικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν κτιστὴ πραγματικότητα· ἡ θεοποιὸς ὅμως ἐνέργεια τί ἀποτέλεσμα μπορεῖ νὰ ἔχει; Ὁ Ἅγ. Γρηγόριος Παλαμᾶς ἀπαντᾶ ὅτι ἡ θεοποιὸς ἐνέργεια δὲν ἔχει ἀποτέλεσμα, ἐπειδὴ ταυτίζεται μὲ τὴν κατὰ χάριν μετάδοση στὸν ἄνθρωπο ἢ στὸν ἄγγελο ὅλων ἐκείνων ποὺ ὁ Θεὸς ἔχει φυσικῶς.

Το πρωτότυπο άρθρο https://orthodoxostypos.gr/%E1%BC%A1-%CE%B8%CE%B5%CE%AF%CE%B1-%CF%87%CE%AC%CF%81%CE%B9%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CF%84%E1%BD%B0-%CF%84%E1%BD%B8%CE%BD-%CE%B8%CF%89%CE%BC%E1%BE%B6%CE%BD-%E1%BC%80%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%AC%CF%84%CE%B7/ ανήκει στο Ορθόδοξος Τύπος .