
Μιὰ μέρα συνάντησα στὸ δρόμο ἕναν κρεοπώλη γείτονά μου, ὁ ὁποῖος εἶχε ἕνα δικαστήριο ἀγρονομικὸ καὶ μὲ εἶπε: –κ. Παναγόπουλε, σήμερα πάω ἄδικα στὸ δικαστήριο.
–Θὰ μοῦ ἐπιτρέψεις, νὰ σὲ παρηγορήσω καὶ τοῦ εἶπα τὴν ἑξῆς ἱστορία: “Κάποτε ὁ Ὅσιος Ἐφραὶμ ὁ Σῦρος πήγαινε στὴν Ἀλεξάνδρεια, ὅμως νύχτωσε καὶ δὲν πρόλαβε νὰ μπεῖ στὴν πόλη. Ἀναγκάστηκε ἔτσι νὰ διανυκτερεύσει, λίγο ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, σὲ ἕνα ποιμνιοστάσιο ἑνὸς βοσκοῦ, ὁ ὁποῖος ἦταν γνωστός του. Τὸ βράδυ ὅμως, ἦρθαν κλέφτες καὶ ἔκλεψαν τὰ πρόβατα τοῦ βοσκοῦ καὶ τὸ πρωὶ ὅταν ἦρθε ἡ ἀστυνομία κατηγόρησαν τὸν Ἅγιο, ὅτι πῆγε ἐκεῖ, μὲ σκοπὸ νὰ ἀπασχολήσει τὸ βοσκὸ καὶ νὰ βροῦν ἔτσι τὴν εὐκαιρία οἱ κλέφτες νὰ ἐπιτελέσουν τὸ ἔργο τους.
Ἔτσι φυλακίστηκε ὁ Ὅσιος, παρ’ ὅλο ποὺ δὲν ἔκανε τίποτα. Στὸ κελὶ ποὺ τὸν βάλανε, ὑπῆρχαν ἄλλοι 2 συγκρατούμενοι. Αὐτοὶ ρώτησαν τὸν Ὅσιο, τί ἔκανε καὶ τὸν ἔφεραν ἐδῶ.
–Τίποτα δὲν ἔκανα τέκνα μου, ἀπάντησε αὐτός. Εἶμαι ἀθῶος! –Δὲν μπορεῖ, ἐπέμεναν αὐτοί.
Κάτι θὰ ἔχεις κάνει. Δηλαδὴ ὁ Θεὸς εἶναι ἄδικος, ὥστε ἐπέτρεψε νὰ σὲ βάλουν φυλακή, χωρὶς νὰ ἔχεις κάνει τὸ παραμικρό; Καὶ ἀκόμα φορᾶς τὸ ράσο καὶ δὲν τὸ ἔχεις πετάξει, μὲ ὅλα αὐτὰ ποὺ σοῦ συμβαίνουν; Ὁ Ὅσιος δὲν τοὺς…
➪ Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου στο orthodoxia.gr


