Skip to content
Διάρκεια άρθρου: Λιγότερο από 1 λεπτό Λεπτά

Όσο η Χίος μικραίνει στον ορίζοντα…

Του Σωτήρη Μ. Τζούμα

Στέκομαι και κοιτάζω.

Πάντα η αναχώρηση από έναν τόπο αγαπημένο έχει κάτι από ξερίζωμα και ένα μικρό αποχωρισμό. 

Πολύ περισσότερο όταν αυτός ο τόπος δεν είναι απλώς ένας καλοκαιρινός προορισμός. Όταν είναι η γενέθλια γη. Όταν μέσα στα χώματά του υπάρχουν ρίζες, πρόσωπα, παιδικές μνήμες, φωνές ανθρώπων που είναι ακόμη κοντά μας αλλά και άλλων που έφυγαν και εξακολουθούν, με έναν παράξενο τρόπο, να μας περιμένουν εκεί.

Η Χίος είναι όλα αυτά μαζί.

Είναι η Μυροβόλος που δεν τη γνωρίζεις μόνο με τα μάτια. Τη γνωρίζεις με τις αισθήσεις και κυρίως με την καρδιά. Είναι η μυρωδιά του σκίνου,της μαστίχας και των βασιλικών, η αρμύρα του Αιγαίου, τα καμπαναριά των εκκλησιών, οι αυλές, τα περιβόλια με τις μανταρινιές και τις λεμονιές, τα παλιά σπίτια,τα αρχοντικά, τα υψηλά τείχη των σπιτιών του Κάμπου, τα τραπέζια που γεμίζουν ανθρώπους και ιστορίες.

Και είναι εκείνο το χιώτικο φως που πέφτει πάνω στις πέτρες και στη θάλασσα και κάνει ακόμη και το πιο συνηθισμένο απόγευμα να μοιάζει πολύτιμο.

Δύο εβδομάδες  πέρασαν.

Κι όμως τώρα, καθώς το νησί μικραίνει πίσω από το πλοίο, αναρωτιέμαι πού χώρεσαν τόσες ημέρες.

Χώρεσαν σε πρωινά με καφέ και ανοιχτό παράθυρο. Σε βουτιές στη θάλασσα. Σε μεσημέρια που ο ήλιος έκαιγε τις πέτρες. Σε βραδιές με αγαπημένους φίλους και συγγενείς. Σε κουβέντες που άρχιζαν χωρίς λόγο και τελείωναν πολύ αργότερα. 

Σε γέλια, πειράγματα, συναντήσεις, μικρές διαδρομές και εκείνα τα ηλιοβασιλέματα του Αιγαίου που, όσες φορές κι αν τα δεις, ποτέ δεν τα συνηθίζεις.

Αυτές είναι τελικά οι μεγάλες στιγμές της ζωής μας.

Οι μικρές.

Εκείνες που την ώρα που συμβαίνουν δεν καταλαβαίνουμε τη σημασία τους. Δεν τις φωτογραφίζουμε πάντοτε. Δεν τις αναρτούμε. Δεν τις καταγράφουμε.

Κι όμως αυτές επιστρέφουν αργότερα και μας κρατούν συντροφιά.

Αλλά η ζωή δεν είναι μόνο καλοκαίρια και γαλάζιες θάλασσες. Κάθε εποχή της κουβαλά και τον δικό της σταυρό. Και ίσως γι’ αυτό γίνεται περισσότερο αληθινή.

Γιατί δίπλα στη χαρά υπάρχει η δοκιμασία. Δίπλα στο γέλιο, η αγωνία. Δίπλα στην ξεγνοιασιά, η ευθύνη για τον άνθρωπο που μας χρειάζεται.

Και τότε καταλαβαίνεις κάτι που στα εύκολα ίσως ξεχνάς: ότι η αγάπη δεν αποδεικνύεται στα μεγάλα λόγια.

Αποδεικνύεται στην παρουσία.

Στην υπομονή.

Στην καθημερινή φροντίδα.

Σε ένα χέρι που κρατά ένα άλλο χέρι.

Σε ένα βλέμμα που παραμένει εκεί ακόμη κι όταν το απέναντι βλέμμα δυσκολεύεται πια να σε αναγνωρίσει.

Η πραγματική αγάπη ίσως αρχίζει ακριβώς εκεί όπου σταματά η απαίτηση της ανταπόδοσης.

Και γι’ αυτό έφυγα  από τη Χίο με ένα βαθύ αίσθημα ευγνωμοσύνης.

Όχι επειδή όλα ήταν εύκολα.

Αλλά επειδή όλα ήταν ζωή.

Ευχαριστώ τον Θεό για όσα μου χάρισε και αυτό το καλοκαίρι. Για τους ανθρώπους που κάθισαν δίπλα μου. Για εκείνους που με θυμήθηκαν. Για τα τραπέζια που στρώθηκαν. Για τα γέλια που ακούστηκαν. Για τις θάλασσες που μας δρόσισαν. Για τις δυσκολίες που μας ωρίμασαν. Για τα μάτια που μας είδαν και μας φθόνησαν και για μια ακόμη φορά μας κουτσομπόλεψαν. Ακόμη και για τις σιωπές που μας ανάγκασαν να κοιτάξουμε λίγο βαθύτερα μέσα μας.

Η Χίος γίνεται ολοένα μικρότερη. Και αυτό με στενοχωρεί! 

Και είναι τότε συμβαίνει αυτό το παράξενο: όσο μικραίνει μπροστά στα μάτια μου , τόσο μεγαλώνει μέσα σου.

Γιατί η πατρίδα δεν είναι μόνο γεωγραφία.

Πατρίδα είναι οι ψυχές! 

Είναι η φωνή της μάνας που κάποτε μας φώναζε από μια αυλή. Είναι μια πόρτα που ανοίγαμε χωρίς να χτυπήσουμε. Ένα οικογενειακό τραπέζι. Ένα καντήλι αναμμένο μπροστά σε μια εικόνα. Μια εκκλησιά που με το χτύπο της καμπάνας της μας θυμίζει ανθρώπους και γεγονότα. Ένας δρόμος που τον περπατήσαμε εκατοντάδες φορές και κάθε φορά κουβαλά κάτι από εμάς.

Πατρίδα είναι ακόμη και οι απόντες.

Ίσως περισσότερο αυτοί.

Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που έφυγαν από τη ζωή αλλά δεν έφυγαν ποτέ από τους τόπους όπου τους αγαπήσαμε. Τους συναντούμε ξανά σε μια γωνιά, σε μια μυρωδιά, σε μια παλιά φωτογραφία, σε μια φράση που ξαφνικά θυμηθήκαμε και μας τους έφερε στο νου.

Και τότε ο χρόνος καταργείται.

Το χθες γίνεται σήμερα.

Και η μνήμη γίνεται μια άλλη μορφή παρουσίας.

Σε λίγο η Χίος θα χαθεί από τον ορίζοντα.

Δεν θα χαθεί όμως από μέσα μου.

Τους τόπους που αγαπήσαμε πραγματικά δεν τους εγκαταλείπουμε ποτέ. Τους παίρνουμε μαζί μας. Γίνονται ένα αόρατο κομμάτι των αποσκευών μας και ταξιδεύουν παντού μαζί μας.

Έτσι παίρνω κι εγώ σήμερα τη Χίο μαζί μου.

Λίγη αρμύρα.

Λίγο άρωμα μαστίχας.

Μερικά ηλιοβασιλέματα.

Πρόσωπα αγαπημένα.

Γέλια.

Προσευχές.

Μνήμες.

Και εκείνη τη γλυκιά βεβαιότητα ότι, πρώτα ο Θεός, θα επιστρέψουμε.

Η ζωή ξαναμπήκε στους γρήγορους ρυθμούς της και ο καθένας επιστρέφει στις υποχρεώσεις, στις αγωνίες, στις μάχες του.

Αλλά κάπου μέσα μας πρέπει να κρατήσουμε λίγο Αύγουστο.

Για τις δύσκολες μέρες του χειμώνα.

Γυρίζω για μια τελευταία ματιά.

Η Μυροβόλος είναι πια μια σκιά μέσα στο φως.

Και καθώς χάνεται από τα μάτια μου, μου έρχεται μόνο μία κουβέντα:

Καλό αντάμωμα, Χίος μου αγαπημένη!

Να είμαστε καλά να ξανασμίξουμε.

Να βρούμε πάλι τους ανθρώπους μας γύρω από τα ίδια τραπέζια. Να ξαναδούμε το ίδιο Αιγαίο. Να ξανακούσουμε τις ίδιες καμπάνες. Να περπατήσουμε πάλι τους γνώριμους δρόμους.

Κι εσύ, μέχρι να επιστρέψουμε, φύλαξέ μας λίγο από το φως σου.

Λίγο από το άρωμά σου.

Λίγο από το καλοκαίρι μας.

Εμείς θα φυλάμε εσένα μέσα μας.

Καλό φθινόπωρο. Και του χρόνου στη Μυροβόλο, πρώτα ο Θεός!

Το πρωτότυπο άρθρο https://exapsalmos.gr/oso-i-chios-mikrainei-ston-orizonta/ ανήκει στο Εξάψαλμος .
‹ ›