Skip to content
Διάρκεια άρθρου: Λιγότερο από 1 λεπτό Λεπτά

Ο Χριστόδουλος της καρδιάς μας- Ένα ιστορικό ντοκουμέντο από τα χρόνια που ήταν Αρχιμανδρίτης.

Υπάρχουν κείμενα που, όσα χρόνια κι αν περάσουν, διατηρούν τη ζωντάνια τους και μας ξαναφέρνουν κοντά στον άνθρωπο που τα έγραψε. Ένα τέτοιο κείμενο είναι αυτό του μακαριστού Χριστοδούλου Παρασκευαΐδη, γραμμένο όταν ήταν ακόμη ένας νέος, πολυτάλαντος Αρχιμανδρίτης, με φλόγα πίστεως, αγάπη για την πατρίδα και αγωνία για το μέλλον του Ελληνισμού.

Με αφετηρία την 28η Οκτωβρίου, ο νεαρός κληρικός υπερβαίνει τον επετειακό έπαινο και θέτει ένα ερώτημα που εξακολουθεί να μας αφορά: πώς θα διατηρήσει ο Ελληνισμός την πνευματική του ταυτότητα μέσα σε έναν κόσμο που αλλάζει; Η γραφή του είναι σφριγηλή, ο λόγος του έχει παλμό και η μέριμνά του για τη νέα γενιά διατρέχει το κείμενο.

Η αυστηρή κριτική στη μεταπολεμική κοινωνία και ορισμένες πολιτικές αναφορές φέρουν, ασφαλώς, τη σφραγίδα της εποχής τους και πρέπει να διαβαστούν μέσα στο ιστορικό τους πλαίσιο.

Πέρα, όμως, από την ιστορική του αξία, το κείμενο φωτίζει τη συνέχεια της σκέψης και της μαρτυρίας του Χριστοδούλου. Ο Χριστός και η Ελλάδα βρίσκονταν στον πυρήνα του λόγου του πολύ πριν ανέλθει στον αρχιεπισκοπικό θρόνο. Ήδη ως Αρχιμανδρίτης μιλούσε και έγραφε με τη βεβαιότητα ότι η ιστορική μνήμη αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο όταν γίνεται συνείδηση, ευθύνη και έμπνευση για το μέλλον.

Το πολύτιμο αυτό τεκμήριο εντόπισε στο αρχείο του ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Σάμου κ. Ευσέβιος, συνοδοιπόρος του μακαριστού Χριστοδούλου και πρώτος διάκονός του κατά την ποιμαντορία του στη Μητρόπολη Δημητριάδος. 

Όπως σημειώνει ο ίδιος ο Χριστόδουλος επάνω στο δακτυλογραφημένο κείμενό του, είχε δημοσιευθεί το κείμενο αυτό  στα «Ιεροψαλτικά Νέα Αγρινίου».Ήταν πολυγραφότατος παντα.

Ευχαριστώ από καρδιάς τον Σεβασμιώτατο Σάμου για την ευλογία να μοιραστεί μαζί μας αυτό το εύρημα. Το δημοσιεύουμε ως μια πολύτιμη ιστορική μαρτυρία, αλλά και ως ευκαιρία να ξανασυναντήσουμε, μέσα από τον νεανικό του λόγο, τον Χριστόδουλο της καρδιάς μας: τον κληρικό που από νωρίς είχε κάνει την πίστη, την πατρίδα και την ευθύνη απέναντι στις επόμενες γενιές υπόθεση ζωής.

Σ.Μ.Τζ.

                       💢💢💢

Τη επετείω της 28ης Οκτωβρίου 1940

ΠΑΡΕΛΘΟΝ, ΠΑΡΟΝ ΚΑΙ ΜΕΛΛΟΝ

Υπό του Αρχιμ. Χριστοδούλου Κ. Παρασκευαΐδη
Πτυχ. Νομ.

Εις την μακραίωνα διαδρομήν του διά μέσου των αιώνων, το μικρόν μας έθνος, πολλάκις έγραψεν ιστορίαν. Είναι μέσα εις την υπόστασίν του το μέγα τούτο έργον. Ολόκληρος η παρουσία του εις τον ιστορικόν στίβον, υπήρξε μία διαρκής ιστορία, γραμμένη με θυσίας και εκατόμβας, με απαράμιλλον σθένος και με ανυπέρβλητον ηρωισμόν. Σελίδες ολόκληροι δόξης και μεγαλείου, απασχολούν τας δέλτους της ιστορίας μας. Από των αρχαιοτάτων χρόνων η ψυχή του έλληνος, συνεκλονίζετο από την ιστορικήν δημιουργίαν, από την υπεύθυνον ιστορικήν παρουσίαν εις τον πλανήτην αυτόν. Και τούτο την στιγμήν που άλλοι λαοί ηρκούντο εις την παθητικήν ραστώνην που τους επέβαλλεν η έλλειψις ευθύνης και εθνικής προϊστορίας.

Πολλαί καμπαί της ζωής μας ως έθνους φέρουν την σφραγίδα αυτής της ιστορικότητος, που δεν γνωρίζει να περισφίγγεται από σκοπιμότητας και μικροϋπολογισμούς. Άλλοι εις την θέσιν μας θα εθυσίαζον την αίγλην της ιστορίας —όπως την εθυσίασαν— εμπρός εις την ανάγκην του μικροσυμφέροντος και της σκοπιμότητος, ποτέ όμως ημείς. Διότι δι’ ημάς αξίαν δεν έχει το πρόσκαιρον, αλλά το διαρκές, η ύλη αλλά το πνεύμα, η ποταπότης αλλ’ ο ηρωισμός. Και το εδείξαμεν αυτό εις όλους τας δυσκόλους στιγμάς τας οποίας έζησεν η ανθρωπότης. Εις ημάς —το λέγομεν με καύχησιν— δύναται να υπολογίζη ολόκληρος η οικουμένη. Διότι εμπρός εις την επιταγήν του ιστορικού καθήκοντος, το οποίον κατανοούμεν ως χρέος εθνικόν, παραμερίζονται όλα τα προσωπικά, όλα τα ατομικά. Κυριαρχεί το κοινόν, το εθνικόν, το παγκόσμιον.

Απότοκος αυτού ακριβώς του πνεύματος ήτο και η συγκλονιστική θέσις που ελάμβανεν η πατρίς μας κατά τον φοβερόν εκείνον Οκτώβριον του 1940. Εκείνο που οι άλλοι λαοί το ήτενιζον με δέος, ημείς το εθεωρούσαμεν ως φυσικόν επακόλουθον της τρισχιλιετούς ιστορίας μας. Διότι όταν η Ευρώπη ολόκληρος γονατισμένη προ των σιδηροφράκτων λεγεώνων του κατακτητού, ικέτευεν οικτιρμόν και περίφροντις περιέφερε το βλέμμα εκλιπαρούσα έλεος, μόνη τότε η μικρά Ελλάς, η πατρίς μας, πιστή εις τας προαιωνίους παραδόσεις της, και τας χρυσάς της σελίδας, ύψωνε το ταπεινόν της ανάστημα διά να φράξη τον δρόμον εις τον περιφρονητήν των ιερών της και των οσίων της, και διά να διδάξη αυτή η ταπεινή τον αλάστορα, ποίαν αξίαν ημπορούν να έχουν και εις τον αιώνα μας αι αξίαι και τα υψηλά ιδεώδη των λαών.

Πατρίς, θρησκεία, βωμοί και εστίαι, ηλέκτριζον τότε τα στήθη των Πανελλήνων. Και με ανυπέρβλητον ενθουσιασμόν έσπευδον όλοι να τα υπερασπίσουν, να τα εξαγιάσουν μ’ το τίμιον αίμα των. Αυτό είχον θέσει ως πρωτεύον καθήκον των, ως σκοπόν της ζωής των. Και το έφεραν εις πέρας, παρ’ όλας τας δυσκολίας, παρ’ όλους τους κινδύνους, παρ’ όλας τας θυσίας που εξήτουν αι περιστάσεις.

Και τότε εγίναμεν όλου του κόσμου το καύχημα. Και μεγαλόστομοι ηκούσθησαν από πάσαν κατεύθυνσιν, του θαυμασμού της οικουμένης τα ρήματα. Και αυτός ο πολύς και αλαζονικός επιδρομεύς, δεν απέκρυψε τον θαυμασμόν του. Απεκάλυψη και υπεκλίθη προ του αφθάστου ηρωισμού μας. Εκείνος διέθετε υλικόν σύγχρονον, υλικήν υπεροχήν. Ημείς πίστιν εις τον Θεόν μας και εις τα ιδανικά μας. Ακλόνητον πεποίθησιν και εμπιστοσύνην εις τον δίκαιον αγώνα μας. Ενώπιον του ελληνικού, ως το ωνόμασαν, θαύματος, οι πάντες εστάθησαν με δέος. Μας απεκάλεσαν ήρωας και πρότυπα ηρώων. Μας υπεσχέθησαν αιωνίαν δόξαν και τιμήν. Μας έδωκαν τιμητικόν το προβάδισμα. Και ηθέλησαν να προβάλουν το παράδειγμά μας ως γνήσιον πρότυπον και πατριωτισμού και αυτοθυσίας.

Πόσην υπερηφάνειαν ησθάνθημεν τότε. Εθνικήν, Χριστιανικήν υπερηφάνειαν. Υπερηφάνειαν διά την ζώσαν πίστιν μας. Υπερηφάνειαν διά την φυλήν μας διά τα ιδανικά μας. Τα ετραγουδήσαμε τότε με παλμόν. Τα διεκηρύξαμεν παντού ως το πρωταίτιον του θριάμβου μας. Τα επιστεύσαμεν περισσότερον. Τα είχομεν άλλωστε υπογράψει με αίματα και θυσίας. Και εβιασθήκαμεν επάνω εις αυτά να θεμελιώσωμε «μια καινούργια Ελλάδα».

Αλλά τα χρόνια επέρασαν. Τον πόλεμον διεδέχθη η ειρήνη η συμβατική. Η ειρήνη που εστηρίζετο εις την υπεροχήν του νικητού. Και οι πρώτοι εκείνοι ενθουσιασμοί, μέσα εις τον μόχθον της αγρίας καθημερινής βιοπάλης, διελύθησαν. Οι παλαιοί μας θνηταί ανέλαβον τον ρόλον ηθικού μας καθοδηγητού. Η εποχή ήλλαξε. Το φως μας έσβυσε. Κι εζητήσαμεν ξένα φώτα. Όταν δε επρυτάνευσαν τα συμφέροντα και εις τον δημόσιον και εις τον ιδιωτικόν μας βίον, τότε εχάσαμεν και ημείς τον προσανατολισμόν μας. Και ηκολουθήσαμεν μοιραίως, τον δρόμον των πολλών. Ποίον δρόμον; Τον δρόμον τον σύγχρονον. Που ήτο δρόμος απεμπολήσεως παντός φραγμού, δρόμος αρνητικός, δρόμος απαρνήσεως του παρελθόντος. Πιστοί, παρασυρόμενοι από την λάμψιν της μεταπολεμικής Ευρώπης, από οδηγοί εγίναμεν ουραγοί, και ελησμονήσαμεν τον εαυτόν μας. Εχάσαμεν την επαφήν μας με το ιδικόν μας παρελθόν, που εν τούτοις ήτο τόσον ένδοξον και τόσον μεστόν διδαγμάτων διά την ζωήν. Κατεπατήσαμεν την ιστορίαν μας. Και αφήσαμεν κηρύγματα ιερόσυλα να εύρουν τόπον εις τον τόπον μας.

Αλλ’ αυτή μας η τακτική έφερε την αποσύνθεσιν. Μας ωδήγησεν εις την αποτυχίαν. Και το χειρότερον είναι πως ολίγοι μόνον ήσαν εις θέσιν να έχουν συνείδησιν αυτής της λυπηράς στροφής προς τα οπίσω. Οι πολλοί ενόμιζον ως «εξέλιξιν» και «πολιτισμόν» τας παραφόρους εκδηλώσεις της εθνικής, ιδεολογικής, οικογενειακής και ατομικής αποσυνθέσεως. Ηρέσκοντο εις ό,τι το νέον. Και εκάλεσαν τους αποτυχημένους να γίνουν χειραγωγοί των. Το πνεύμα της εποχής που εδέσποζεν εις την πατρίδα μας τότε, επέβαλλεν απαγκίστρωσιν από το παρελθόν, μιμητισμόν του εξωφρενικού, θεοποίησιν της ύλης. Απήτει απάρνησιν του πνεύματος, λατρείαν του εκκεντρικού, παραθεώρησιν των αξιών. Και ημείς, πολλοί από ημάς —επιλήσμονες της μακράς μας ιστορίας— εδέχθημεν αδιαμαρτυρήτως τον παράξενον εγκεντρισμόν, που μετέτρεψεν —αλλοίμονον— την καλλιέλαιον εις αγριέλαιον, τον ήμερον εις άγριον, τον ηθικόν εις ανήθικον, τον χαριτωμένον εις απαίσιον, τον έλληνα εις κοσμοπολίτην…

Η διάβρωσις επροχώρησε βαθύτερον ακόμη. Έθιξεν αξίας όπως η Θρησκεία, η Πατρίς, η Ελευθερία, η Θυσία. Ήρχισαν πολλοί, υπό την επίδρασιν κηρυγμάτων ξένων προς τας παραδόσεις μας, να διερωτώνται προς τι αι θυσίαι των πατέρων μας. Όλαι των αι θυσίαι, τα αγωνίσματα, τα παλαίσματα, οι αγώνες εις το ένδοξον ηθικόν πεδίον, ήρχισαν να εκλαμβάνωνται ως αφελής υπόθεσις. Ο διεθνισμός εκρήμνισε τα σύνορα. Επέβαλε τον φυλετικόν συγκρητισμόν και αφήρεσε παν νόημα από τον «υπέρ πάντων αγώνα». Η Πανευρώπη κατεδάφισε την έννοιαν της πατρίδος, και έκαμε πολλούς από την νέαν κυρίως γενεάν, να μη ευρίσκουν πλέον τον λόγον της 28ης Οκτωβρίου 1940. Τα νέα διδάγματα είχον φέρει τα καταλυτικά των αποτελέσματα. Και μικρόν κατά μικρόν εσύλησαν το ιερόν μας παλλάδιον, και ωδήγησαν εις το χάος.

Μα ωρισμέναι δυνάμεις του έθνους εγρηγόρουν. Προ του χάους επενέβησαν σωτηριωδώς διά την Ελλάδα μας. Είχον κατορθώσει να μείνουν αδιάφθοροι. Και με την επέμβασίν των εις την κατάλληλον στιγμήν, απεσόβησαν την ολοκληρωτικήν καταστροφήν, και απέτρεψαν την καταισχύνην από τον εκπλειστηριασμόν του ενδόξου μας παρελθόντος. Και ετόνισαν την αξίαν των εθνικών μας επετείων, που αποτελούν τονωτικάς ενέσεις εις το σώμα της φυλής μας.

Δι’ αυτό και σήμερον, σταθμοί όπως η 28η Οκτωβρίου 1940, επιβάλλεται να ασκήσουν επίδρασιν ευεργετικήν, κυρίως επί των νέων μας. Δεν πρέπει να παρέλθουν απαρατήρητοι. Απ’ εναντίας Εκκλησία και Πολιτεία, έχουν καθήκον να τονίσουν εις τους νεοέλληνας τα σωτήρια διδάγματα που εκπηδούν από την στάσιν και αντίστασιν εκείνην. Και όχι μόνον αυτό. Αλλά και να καλέσουν όλους εις ένα γενικόν πανελλήνιον συναγερμόν, συναγερμόν σωτηρίας των ηθικών θεσμών που διέβρωσεν η αμέλεια και αβελτηρία μας. Εάν σήμερον υπάρχη Ελλάς, το οφείλει εις τας ιδέας των πατέρων της, εις την θρησκευτικήν της προσήλωσιν εις τας ηθικάς αξίας που, αιώνιοι αυταί, δανείζουν φερέλπιδα αιωνιότητα και εις τους χοϊκούς φορείς της. Αδιάψευστος μάρτυς οι ιστορικοί σταθμοί του έθνους μας, μεταξύ των οποίων υπερέχουσαν θέσιν κατέχει η 28η Οκτωβρίου 1940.

Και αυτή μαζί με τας άλλας εθνικάς μας επετείους, τούτο δηλώνει με τρόπον κατηγορηματικόν: ότι εάν θέλωμεν να επιζήσωμεν εις την παρούσαν ιστορικήν καμπήν του κόσμου, καθ’ ην η διασταύρωσις των πολιτισμών απειλεί να ανατρέψη παραδεδομένας αληθείας και να δημιουργήση νέαν τάξιν πραγμάτων, οφείλομεν να επιστρέψωμεν οπίσω εις τας πηγάς μας, τας προγονικάς αειρρόους και ζηρορύτους πηγάς μας. Να αφήσωμεν αυτάς να ενσταλάξουν μέσα εις την καρδίαν μας τα ζωοπάροχα νάματα που ανέστησαν γενεάς γενεών, και να αισθανθώμεν την ικανοποίησιν που αυταί, με το γλυκύ των νέκταρ έχουν την δύναμιν να χαρίσουν εις τας ψυχάς μας.

Εάν δεν το κάμωμεν αυτό, τότε προδιαγράφεται το μέλλον μας, το μέλλον της Ελλάδος. Αφομοίωσις και εξαφανισμός. Να μη το δώση ο Θεός. Οι γείτονές μας καραδοκούν. Και θα επιχαρούν. Θα είναι όμως κρίμα, εάν τρισχιλιετής ιστορία παραδοθείσα εναγωνίως ως σκυτάλη από γενεάς εις γενεάν, εκφυλισθή επί των ημερών μας, που είναι διά την Ελλάδα μας κοσμογονικαί. Και κρίμα και εντροπή. Κρίμα δι’ ημάς. Εντροπή διά τους επιγόνους μας.

Το πρωτότυπο άρθρο https://exapsalmos.gr/o-christodoulos-tis-kardias-mas-ena-istoriko-ntokoumento-apo-ta-chronia-pou-itan-archimandritis/ ανήκει στο Εξάψαλμος .
‹ ›