Στις 13 Οκτωβρίου 1904, ο Παύλος Μελάς σκοτώθηκε σε μάχη με Οθωμανούς στις 13 Οκτωβρίου 1904 στο χωριό Στάτιστα, σημερινό Μελά.
Επιμνημόσυνη δέηση από τον Μητροπολίτη Κηφισιάς κ. Κύριλλο
Το πρωί της Κυριακής 11 Οκτωβρίου 2026 τελέσθηκε στον Ιερό Ναό Μεταμορφώσεως Σωτήρος Κηφισιάς επιμνημόσυνη Δέηση υπέρ Αναπαύσεως της ψυχής του. Ακολούθως, ο Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Μητροπόλεως π. Κωνσταντίνος Χαραλαμπόπουλος εκφώνησε τον πανηγυρικό της ημέρας. Η Ιερά Μητρόπολη αναλαμβάνει κάθε χρόνο την πρωτοβουλία αυτή, λόγω της στενής σχέσης του Παύλου Μελά με την Κηφισιά, όπου μεγάλωσε και κατοικούσε με την οικογένειά του πριν το θάνατό του.
Κατόπιν τελέσθηκε Τρισάγιο ενώπιον του αδριάντα του Παύλου Μελά, στην πλατεία του Κεφαλαρίου κοντά στον Ιερό Ναό.
Παρέστησαν εκπρόσωποι των πολιτικών αρχών και άλλοι. Παρών ήταν και ο Πρόεδρος της ΧΔ Γιαννης Ζερβός.
Θυσιάστηκε για να συμπαρασταθεί σε τυραννισμένους ανθρώπους
Με τη θέλησή του, άφησε την οικογένειά του και την άνετη ζωή της Αθήνας για να συνδράμει τους Έλληνες της οθωμανοκρατούμενης Μακεδονίας, οι οποίοι εκβιάζονταν από ένοπλα σώματα κομιτατζήδων να προσχωρήσουν στη βουλγαρική Εξαρχία.
Για την αντιμετώπιση του ένοπλου αυτού εκβιασμού των πληθυσμών της Μακεδονίας, δημιουργήθηκαν ένοπλα ανταρτικά σώματα του ντόπιου πληθυσμού, που ενισχύθηκαν με εθελοντικά σώματα από την Ελλάδα. Στο πλαίσο αυτό ο Παύλος Μελάς, ήδη αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού, προσφέρθηκε να συνδράμει και πέρασε στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία.
Η θυσία του αποτέλεσε σύμβολο και κίνητρο και για άλλους να προσφερθούν. Τη περίοδο 1904-1908 αναπτύχθηκε ο Μακεδονικός Αγώνας, με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν αποτελεσματικά οι ένοπλες επιδρομές των εξαρχικών και διασφαλίσθηκε η αυτοδιάθεση των πληθυσμών εκείνων της Μακεδονίας, οι οποίοι ήταν αντίθετοι με το βουλγαρικό σχίσμα και είχαν συνείδηση ελληνική. Το 1908 η Οθωμανική Αυτοκρατορία απέκτησε Σύνταγμα που αναγνώριζε τα δικαιώματα όλων των πολιτών της. Προσδοκίες που αποδείχθηκαν απατηλές. Ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος απάλλαξε τους Χριστιανούς από τον οθωμανικό ζυγό.
Οι περισσότεροι από αυτούς, συνήθως δίγλωσσοι, παρέμειναν πιστοί στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και είχαν ελληνική συνείδηση, όπως προκύπτει ενδεικτικά από το σλαβόφωνο δημοτικό τραγούδι “Πάβλε Καπετάντσε”, για τον Παύλο Μελά.
Παῦλε, βρὲ Παῦλε, Παῦλε καπετάνιε/Ποῦ θὰ ἀφήσεις τὴ γριὰ σου τὴ μάνα;
Ἐγὼ δὲν ἔχω μάνα, τί τὴ θέλω τὴ μάνα;/Ἡ δικά μου η μάνα εἶναι τὸ γέρικο βουνό
Παῦλε, βρὲ Παῦλε, Παῦλε καπετάνιε/Ποῦ θὰ ἀφήσεις τὸ γέρο πατέρα σου;
Ἐγὼ δὲν ἔχω πατέρα/Πατέρας μου εἶναι ὁ ἀνοιχτὸς κάμπος
Παῦλε, βρὲ Παῦλε, Παῦλε καπετάνιε/Ποῦ θὰ ἀφήσεις τὴ νέα γυναίκα σου;
Ἐγὼ δὲν ἔχω γυναίκα, τί τὴ θέλω τὴ γυναίκα;/Ἡ δική μου γυναίκα εἶναι τὸ λεπτὸ μάνλιχερ
Παῦλε, βρὲ Παῦλε, Παῦλε καπετάνιε/Ποῦ θὰ ἀφήσεις τὰ μικρὰ παιδιά σου;
Ἐγὼ δὲν ἔχω παιδιά/Δικά μου παιδιὰ εἶναι τὰ μικρά μου φυσίγγια
Ο ανθρωπισμός του χωρίς διάκριση
Αυτοί οι όμορφοι στίχοι, ύμνος στη λεβεντιά του Παύλου Μελά, στη ντοπιολαλιά των σλαβοφώνων Ελλήνων που εκτίμησαν βαθιά το γεγονός ότι άφησε τα πάντα πίσω του για να τους συνδράμει, είναι το καλύτερο Μνημόσυνο.
Οι Μακεδόνες είχαν εκτιμήσει ιδιαίτερα την αυτοθυσία του, την εντιμότητα και τον αθρωπισμό του. Όπως ο ίδιος σημείωνε, «…Διαρκώς ερωτούσα τον εαυτόν μου αν είχα το δικαίωμα εγώ να συλλάβω οιονδήποτε άνθρωπον, οσονδήποτε κακούργος και αν είναι, να τον τραβήξω από την οικογένειάν του και να τον φονεύσω. Και διαρκώς απαντούσα όχι, όχι…»…
Οι μεγάλες δυνάμεις διχάζουν τους λαούς
Με πίεση της τότε αυτοκρατορικής Ρωσίας που μετά την ήττα της στον Κριμαϊκό Πόλεμο ακολουθούσε την πολιτική του Πανσλαβισμού, η οθωμανική εξουσία είχε επιτρέψει να υπάρχει σε επαρχίες της δικαιοδοσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου με σλαβόφωνο πληθυσμό, παράλληλη δικαιοδοσία της βουλγαρικής Εξαρχίας, η οποία επίσης έδρευε στην Κωνσταντινούπολη. Εφόσον το δήλωναν τα 2/3 του πληθυσμού, η κάθε επαρχία θα αναγνωριζόταν και επίσημα στη δικαιοδοσία της Εξαρχίας. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν είχε αντίρρηση να δώσει αυτονομία στην Εκκλησία της Βουλγαρίας, αλλά με βάση γεωγραφικά όρια και όχι με κριτήριο την εθνολογική σύνθεση του πληθυσμού. Κι επειδή σε αυτή τη βάση συστήθηκε η Εξαρχία, Σύνοδος Πατριαρχών και Προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών του 1872 καταδίκασε το εγχείρημα, όπως και τον εθνοφυλετισμό:
“Ἀποκηρύττομεν κατακρίνοντες καί καταδικάζοντες τόν φυλετισμόν, τουτέστιν τάς φυλετικάς διακρίσεις καί τάς ἐθνικάς ἔρεις καί ζήλους καί διχοστασίας ἐν τῇ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία… Τούς παραδεχομένους τόν τοιοῦτον φυλετισμόν καί ἐπ΄ αὐτῷ τολμώντας παραπηγνῦναι καινοφανείς φυλετικάς παρασυναγωγάς κηρύττομεν, συνωδᾷ τοῖς Ἱεροῖς Κανόσιν, ἀλλοτρίους τῆς μίας Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, καί αὐτό δή τοῦτο σχισματικούς”.
Την εξωτερική πολιτική αυτή της Ρωσίας είχε καταδικάσει με δριμύτητα ο φιλόσοφος Κωνσταντίν Λεόντιεφ, που είχε και ο ίδιος υπηρετήσει ως διπλωμάτης στη σημερινή βόρεια Ελλάδα, επισημαίνοντας ότι προκάλεσε αιματηρό διχασμό σε δύο γειτονικούς λαούς, τον ελληνικό και το βουλγαρικό. Έχει μάλιστα επισημάνει ότι η πολιτική αυτή είναι το ίδιο αντιπαραδοσιακή με αυτή των δυτικοφίλων-ευρωπαϊστών, με την οποία φαινόταν να έρχεται σε αντιπαράθεση.
The post Μνήμη Παύλου Μελά appeared first on χριστιανική.
