Skip to content
Διάρκεια άρθρου: Λιγότερο από 1 λεπτό Λεπτά

Άμεση επιστροφή χειρογράφων και κειμηλίων στα μοναστήρια

  • Αρχαιολόγοι: “Εξαιρετικά δυσμενές προηγούμενο”η συμφωνία με τη Βουλγαρία

Έχει ήδη καταγγελθεί ως ετεροβαρής η συμφωνία Ελλάδας -Βουλγαρίας με την οποία αποδόθηκαν από την Ελλάδα λείψανα αποδιδόμενα στον Τσάρο Σαμουήλ που βρέθηκαν στην βασιλική του Αγίου Αχιλλείου στην Πρέσπα επί ελληνικού εδάφους, με ανταλλαγή σε όμοια βάση  κειμηλίων που είχαν διαρπαγεί από τα βουλγαρικά στρατεύματα κατοχής από ελληνικό έδαφος. Και τούτο παρά το γεγονός ότι η επιστροφή όλων των κειμηλίων αυτὠν αποτελεί μονομερή υποχρέωση της Βουλγαρίας, αφού προέρχονται από ελληνικό έδαφος και κατά συνέπεια η κυριότητα ανήγκει σε αυτούς από τους οποίους κλάπηκαν στην Ελλάδα. Αλλά και  βάσει ρητής πρόβλεψης της συνθήκης του Νεϊγί. Ενώ δεν ανήκουν στην κατηγορία αυτή τα αποδιδόμενα στον Σαμουήλ λείψανα, που βρέθηκαν επί ελληνικού εδάφους. Κατά συνέπεια, τα αντικείμενα που περιλήφθηκαν στη συμφωνία είναι ανεπίδεκτα τέτοιου είδους “αμοιβαιὀτητας”.  

Ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων εκφράζει φόβους ότι η επίμαχη συμφωνία “φαλκιδεύει το καθεστώς κυριότητας” των πιο πάνω κειμηλίων, αφού όπως έχει διαρρεύσει από τη βουλγαρική πλευρά, πρόκειται για “σύμβαση αμοιβαίας παρακαταθήκης (κατά την έννοια του άρθρου 822 ΑΚ), για αμοιβαία παράδοση δηλαδή της κατοχής των αντικειμένων «προς φύλαξη»”. Κατά παράβαση της πρόβλεψης της Συνθήκης του Νεϊγί για υποχρέωση επιστροφής τους, όπως επισημαίνουν οι αρχαιολόγοι, αφού τα κειμήλια που επαναπατρίζονται στην Ελλάδα λογίζεται ότι παραδίδονται ως “παρακαταθήκη”. Χωρίς να διαγράφονται από τα μητρώα του βουλγάρικού μουσείου όπου μέχρι τώρα φυλάσσονταν.

Επιπλέον, καταγγέλλεται ότι για τα κειμήλια που επιστρέφονται στην Ελλάδα, χρησιμοποιείται ο όρος “μεταφερθέντα” αντι του ορθού “κλαπέντα”. Και ότι επιστρέφονται μόλις 48 αντικείμενα (από την Ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοινίσσης και τη Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών), ενώ έχουν κλαπεί συνολικά περίπου 1.300 κειμήλια κατά την περίοδο της βουλγαρικής κατοχής το 1917. Εκ των οποίων οι επιστρεφόμενες λειψανοθήκες είναι αδειανές, χωρίς τα ιερά λείψανα που περιείχαν όταν λεηλατήθηκαν τα μοναστήρια από τις δυνάμεις κατοχής.   

Σε αναλυτικό άρθρο του βυζαντινολόγου Καθηγητής κ. Βασιλείου Κατσαρού στον ιστοχώρο “Παράλλαξη” αναλύεται διεξοδικά το ιστορικό της διαρπαγής των κειεμηλίων στην Ελλάδα και της διεκδίκησης της ελληνικής πλευράς για επιστροφή τους. Στο ἀρθρο γἰνεται αναφορά και στη λεηλασία των Μονών Αρχαγγελιωτίσσης και Καλαμούς της Ξάνθης, όπως και άλλων περιοχών της κατεχόμενης Μακεδονίας και Θράκης. Τονίζει χαρακτηριστικά περαιτέρω: “Διατηρώ αμφιβολίες για την τήρηση των υποσχέσεων, τόσο ως προς την ποσότητα όσο και ως προς την ποιότητα του υλικού που είναι διατεθειμένη να παραδώσει η βουλγαρική πλευρά στο αόριστο μέλλον, για να μην αναφερθώ και στη λεηλασία των χειρογράφων του Ιμαρέτ Καβάλας και του συνόλου των ελληνικών θησαυρών των Μονών της Ξάνθης, του Αγίου Όρους αλλά και της ευρύτερης Μακεδονίας και Θράκης, για τα οποία επίσης δεν γίνεται λόγος..”

Σύμφωνα με το Σύλλογο Ελλήνων Αρχαιολόγων, η συμφωνία αυτή, που δεν έχει δοθεί ολόκληρη στη δημοσιότητα, να “προετοιμάζει τη δημιουργία εξαιρετικά δυσμενούς προηγούμενου, που, εν είδει «καλής πρακτικής», θα επιχειρηθεί να καθορίσει και τους όρους διεξαγωγής της διαχρονικής προσπάθειας επανάκτησης και επιστροφής άλλων εμβληματικών μνημείων της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς, που σήμερα βρίσκονται έξω από τη χώρα (όπως τα γλυπτά του Παρθενώνα)”. 

Δεν έχουμε επί της ουσίας αντίρρηση να βρεθεί τρόπος τα λείψανα που αποδίδονται στον Σαμουήλ να αποδοδοθούν στο λαό της γειτονικής χώρας, για τον οποίο η ιστορική τους σημασία είναι μεγαλύτυερη απ΄ ό,τι για μας.

Όμως τούτο να γίνει χωρίς να φαλκιδεύονται τα δικαιώματα κυριότητας όχι μόνο των κειμηλίων της Ιεράς Μονής Εικοσιφοινίσσης (ΦΩΤΟ) και των άλλων λεηλατημένων μοναστηριών, αποκλειστικοί κύριοι των οποίων είναι οι Ιερές Μονές, αλλά και επί του συνόλου των αρχαιοτήτων που έχουν λεηλατηθεί και αρπαγεί από το ελληνικό έδαφος. Κι αυτές είναι πολλές και διασκορπισμένες σ’όλο τον κόσμο από τις αλλεπάλληλες λεηλασίες ανά τους αιώνες. Και με πλήρη διαφάνεια, η οποία απουσιάζει κατά τρόπο ανοίκειο και προκλητικό από τους κυβερνητικούς χειρισμούς.  

Συντασσὀμαστε με τη θέση του καθηγητή κ. Κατσαρού ότι η επιστροφή των χειρογράφων και των κειμηλίων στις Μονές που τα διαφύλαξαν για αιώνες είναι προς το συμφέρον και των δύο γειτονικών λαών.

Αναδημοσιεύουμε ολόκληρο το σχετικό υπόμνημα του Συλλὀγου Ελλήνων Αρχαιολόγων προς τα μέλη της Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου: 

ΥΠΟΜΝΗΜΑ
Προς τα μέλη της Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου

Επί του από 29.9.2026 «Μνημονίου Κατανόησης» μεταξύ των Υπουργών Πολιτισμού Ελλάδας και Βουλγαρίας

Ενώ συμπληρώνονται δύο εβδομάδες από την πανηγυρική υπογραφή του «Μνημονίου Κατανόησης» μεταξύ των Υπουργών Πολιτισμού Ελλάδας και Βουλγαρίας, Λίνας Μενδώνη και Evtim Miloshev και ενώ έχει ήδη ολοκληρωθεί η μεταφορά και παράδοση ή, κατά την ορολογία του Δελτίου Τύπου του Υπουργείου Πολιτισμού, η «αμοιβαία “κατάθεση” κειμηλίων ιστορικής αξίας για τις δύο χώρες», ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων, σε συνέχεια του από 2.10.2026 σχετικού Δελτίου Τύπου, εκφράζει την έντονη ανησυχία και τον σοβαρό προβληματισμό του, τόσο για την νομιμότητα όσο και -κυρίως-για τις ενδεχόμενες συνέπειες μιας εκτυλισσόμενης διαδικασίας μυστικής και ιδιωτικής πολιτιστικής διπλωματίας, με αντικείμενο πολιτιστικά αγαθά και μνημεία που αποτελούν τμήμα της πολιτιστικής κληρονομιάς του ελληνικού λαού. Μίας διαδικασίας, που, όπως φοβόμαστε, δεν περιορίζεται στην εργαλειακή επικοινωνιακή/πολιτική εκμετάλλευση των πολιτιστικών αγαθών που αποτελούν αντικείμενα του συγκεκριμένου
«Μνημονίου», δεν φαλκιδεύει μόνο το καθεστώς κυριότητας των ίδιων, αλλά και των υπόλοιπων αντικειμένων της ίδιας ιστορικής προέλευσης (δηλαδή, των λοιπών χειρογράφων, αρχείων ή αντικειμένων αρχαιολογικού, ιστορικού ή καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος που αφαιρέθηκαν από το έδαφος της Ελλάδας, κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, σύμφωνα με το άρθρο 126 της Συνθήκης του Νεϊγύ, όπως κυρώθηκε με το ν. 2433/1920 -Α’ 162), αλλά προετοιμάζει τη δημιουργία εξαιρετικά δυσμενούς προηγούμενου, που, εν είδει «καλής πρακτικής», θα επιχειρηθεί να καθορίσει και τους όρους διεξαγωγής της διαχρονικής προσπάθειας επανάκτησης και επιστροφής άλλων εμβληματικών μνημείων της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς, που σήμερα βρίσκονται έξω από τη χώρα (όπως τα γλυπτά του Παρθενώνα).

Δύο εβδομάδες μετά την υπογραφή και μετά την «αμοιβαία κατάθεση», το εν λόγω «Μνημόνιο Κατανόησης» (η σύνταξη και η επιστημονική τεκμηρίωση του οποίου -ως προς τα πολιτιστικά αγαθά/κινητά μνημεία που αποτελούν αντικείμενά του- συντελέστηκε, απ’ όσο γνωρίζουμε, εκτός της προβλεπόμενης υπηρεσιακής οδού, ερήμην των αρχαιολόγων που στελεχώνουν τις αρμόδιες υπηρεσίες και έχουν εκπονήσει σχετικές μελέτες) παραμένει μυστικό και αδημοσίευτο, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Βουλγαρία. Αδυνατούμε να κατανοήσουμε γιατί, αν -όπως διατείνεται η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Πολιτισμού- αυτό που συνομολογήθηκε ήταν η «επιστροφή στην Ελλάδα» των 48 κειμηλίων, ο «επαναπατρισμός» τους, σύμφωνα με την δήλωση του Πρωθυπουργού, δεν δίδεται στη δημοσιότητα το ακριβές κείμενο του «Μνημονίου», προκειμένου να καταστεί δυνατή, με την απαραίτητη διαφάνεια και σαφήνεια, η ακριβής νομική αξιολόγηση του (εξωνομικού) όρου «αμοιβαία κατάθεση» και των όσων αυτή συνεπάγεται για το καθεστώς κυριότητας των «αμοιβαία κατατιθέμενων» πολιτιστικών αντικειμένων και για την διατήρηση ισχυρών των σχετικών διεθνών αξιώσεων της χώρας, σύμφωνα με το άρθρο 126 της Συνθήκης του Νεϊγύ.

Ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων θα εξαντλήσει κάθε δυνατότητα απόδοσης του πλήρους κειμένου και των τυχόν παραρτημάτων του εν λόγω «Μνημονίου Κατανόησης» στη δημοσιότητα και στον δημόσιο έλεγχο. Μέχρι τότε, όμως, είμαστε υποχρεωμένοι να διατυπώσουμε τις σοβαρές επιφυλάξεις μας και κρίσιμα ερωτήματα που ανακύπτουν από την μόνη πληροφόρηση που έχει μέχρι στιγμής η ελληνική (και η βουλγαρική) κοινή γνώμη, δηλαδή από τις σχετικές ανακοινώσεις και δημόσιες τοποθετήσεις κρατικών αξιωματούχων και δημόσιων λειτουργών στις δύο χώρες:

Από την πλευρά της ελληνικής κυβέρνησης, η μόνη πληροφόρηση που έχουμε μέχρι στιγμής προέρχεται από το από 29.10.2026 Δελτίο Τύπου του Υπουργείου Πολιτισμού και τις σχετικές δηλώσεις που έγιναν κατά την τελετή υπογραφής των Πρωτοκόλλων Παράδοσης – Παραλαβής των κειμηλίων, την 3η.10.2026. Το Δελτίο Τύπου του Υπουργείου, χαρακτηρίζει τις πράξεις εκατέρωθεν παράδοσης της κατοχής των αντικειμένων του Μνημονίου ως αμοιβαία «κατάθεση» (σ.σ. τα εισαγωγικά τίθενται στο ίδιο το κείμενο του Δ.Τ.). Δεν γνωρίζουμε τον λόγο για τον οποίο, σε ένα επίσημο διακυβερνητικό κείμενο, με αντικείμενο την μεταβίβαση της κατοχής πολύτιμων στοιχείων πολιτιστικής κληρονομιάς, επιλέγεται ένας εξωνομικός (μη προβλεπόμενος στο ενοχικό δίκαιο) όρος για τον χαρακτηρισμό της σχετικής δικαιοπραξίας. Από τα όσα έχουν γίνει, μέχρι στιγμής, γνωστά (κυρίως μέσω σχετικών αναφορών της βουλγαρικής πλευράς, στις οποίες αναφερόμαστε στη συνέχεια), φαίνεται να πρόκειται για σύμβαση αμοιβαίας παρακαταθήκης (κατά την έννοια του άρθρου 822 ΑΚ), για αμοιβαία παράδοση δηλαδή της κατοχής των αντικειμένων «προς φύλαξη». Και, μπορεί το Δελτίο Τύπου να κάνει λόγο για «επιστροφή» 48 κειμηλίων (ή για «επαναπατρισμό», κατά την δήλωση του ΠΘ), πλην όμως, η απουσία οποιασδήποτε σαφούς αναφοράς σε διαρκή ή μόνιμο χαρακτήρα αυτής της «επιστροφής» και κυρίως η μη χρήση του όρου «απόδοση» στην Ελλάδα και η απουσία κάθε αναφοράς στην κυριότητα των 48 κειμηλίων, δεν δημιουργεί απλώς ερωτηματικά, αλλά επιτρέπει την εκτίμηση και πάντως την σοβαρή ανησυχία ότι αυτό το οποίο συνομολογήθηκε είναι μία σύμβαση αμοιβαίας παρακαταθήκης. Στην περίπτωση που πρόκειται πράγματι περί σύμβασης αμοιβαίας παρακαταθήκης, ακόμα και αν δεν συντελείται έμμεση αναγνώριση βουλγαρικής κυριότητας επί των 48 «κατατιθέμενων» κειμηλίων (και όσων πρόκειται να αποτελέσουν αντικείμενο επακόλουθης αντίστοιχης συμφωνίας), αναγνωρίζεται πάντως υποχρέωση του «θεματοφύλακα» να τα αποδώσει «όταν του ζητηθεί» (822 ΑΚ), ενώ προβλέπεται ότι αυτός (ο θεματοφύλακας) δεν έχει δικαίωμα να τα μεταχειρίζεται χωρίς την άδεια του παρακαταθέτη.

Δια του Δελτίου Τύπου του Υπουργείου Πολιτισμού, αλλά και δια του ίδιου του γεγονότος της ταυτόχρονης παράδοσης της κατοχής, αφενός των ως άνω 48 κειμηλίων και αφετέρου των σκελετικών καταλοίπων – λειψάνων που ανευρέθηκαν στην Βασιλική του Αγίου Αχιλλείου, το 1965 και αποδίδονται στον Τσάρο Σαμουήλ της Βουλγαρίας (δεν σχολιάζουμε την μη επαρκή επιστημονική ταύτιση), καθίσταται σαφής η αμοιβαιότητα της παράδοσης της κατοχής των αντίστοιχων αντικειμένων («αμοιβαία» κατάθεση). Επίσης, στο ίδιο Δ.Τ. αναφέρεται ότι τα «…48 κειμήλια προερχόμενα από την Ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοινίσσης, την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών και την Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης…είχαν μεταφερθεί στη Σόφια το 1917, κατά τη διάρκεια του Πρώτο Παγκοσμίου Πολέμου και τα οποία εκτίθεντο ή φυλάσσονταν στο Εθνικό Μουσείο Ιστορίας της Βουλγαρίας». Τέλος, στο Δ.Τ. αναφέρεται ότι «οι δύο πλευρές συμφώνησαν τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων για την ταυτοποίηση και ένταξη, σε επακόλουθη συμφωνία, ιστορικών αντικειμένου αμοιβαίου ενδιαφέροντος που δεν υπάχθηκαν στην παρούσα».

Από την πλευρά των Βουλγάρων κρατικών αξιωματούχων και δημόσιων λειτουργών, οι δημόσιες τοποθετήσεις για το θέμα, φαίνεται, όχι μόνο να επιβεβαιώνουν τον χαρακτήρα της σύμβασης ως αμοιβαίας παρακαταθήκης, αλλά και να εντείνουν τις ανησυχίες μας ως προς το περιεχόμενο και τις επιπτώσεις του εν λόγω «Μνημονίου Κατανόησης». Σε συνέντευξή του στη βουλγαρική δημόσια τηλεόραση, την ημέρα υπογραφής του Μνημονίου, ο Υπουργός Παιδείας και Επιστημών της Βουλγαρίας, Georgi Valchev, αφού επιβεβαίωσε ότι πρόκειται περί «αμοιβαίας κατάθεσης» πολιτιστικών αγαθών, δήλωσε ότι τα κράτη δεν παραιτούνται από την νομή (σ.σ. κατοχή «διανοία κυρίου») των αγαθών αυτών, ενώ επισήμανε ότι, πέραν αυτών των 48 αντικειμένων «δεν παραδίδεται απολύτως τίποτα». Η ίδια η βουλγαρική κυβέρνηση, στην επίσημη ανακοίνωση του Υπουργικού Συμβουλίου περιγράφει το Μνημόνιο ως «αμοιβαία παράδοση προς φύλαξη», ενώ η Προϊσταμένη του Τμήματος Εκθέσεων και Διεθνών Σχέσεων του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου της Βουλγαρίας, Petranka Nedelcheva, επισήμανε ότι τα αντικείμενα δεν δωρίστηκαν ούτε μεταβιβάστηκαν κατά κυριότητα, καθώς και ότι δεν έχουν διαγραφεί από το μητρώο του Μουσείου. Η ίδια η Διευθύντρια του Μουσείου, μάλιστα, Boni Petrunova, δήλωσε ότι τα 48 αντικείμενα παραδόθηκαν προσωρινά και όχι οριστικά και ότι η Βουλγαρία «δεν δίνει τίποτε για πάντα». Τέλος στον τίτλο της Απόφασης υπ’ αριθ. 761/30.9.2026 του βουλγαρικού Υπουργικού Συμβουλίου, που αφορά στην ανάληψη κρατικής εγγύησης για την μεταφορά των αντικειμένων, γίνεται αναφορά στην μεταφορά των 48 αντικειμένων από το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο της Βουλγαρίας στην Ελλάδα «και πίσω» .

Ερωτηματικά και ανησυχίες ως προς τις πιθανές επιπτώσεις του
«Μνημονίου Κατανόησης» στις διεθνείς αξιώσεις της χώρας από τη
Συνθήκη του Νεϊγύ.

Οι συγκεκριμένες διατυπώσεις αμφοτέρων των πλευρών, σε συνδυασμό με τις προεκτεθείσες ενδείξεις (και ό,τι αυτές συνεπάγονται) αναφορικά με τον χαρακτηρισμό των πράξεων αμοιβαίας παράδοσης κατοχής ως «παρακαταθήκης», δημιουργούν εύλογες και εξαιρετικά σοβαρές ανησυχίες ως προς τις νομικές ή de facto επιπτώσεις του υπογραφέντος «Μνημονίου Κατανόησης», στις, απορρέουσες από το άρθρο 126 της (κυρωθείσας με το ν. 2433/1920 -Α’ 162) Συνθήκης του Νεϊγύ, διεθνείς αξιώσεις της χώρας. Ειδικότερα:

Σύμφωνα με το άρθρο 126 της Συνθήκης του Νεϊγύ, όπως κυρώθηκε με το νόμο 2434/1920 (Α’ 162), «Ἡ Βουλγαρία ὑποχρεοῦται ν’ ἀναζητήσῃ καὶ ἀποδώσῃ τῇ Ἑλλάδι, τῇ Ρουμανίᾳ καὶ τῷ Σερβο-Κροατο-Σλοβενικῷ Κράτει πάντα τὰ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου ἐξ ἑκάστης τῶν χωρῶν τούτων ἁρπαγέντα ἔγγραφα ἢ ἀρχεῖα καὶ ἀντικείμενα ἀρχαιολογικοῦ, ἱστορικοῦ ἢ καλλιτεχνικοῦ ἐνδιαφέροντος….» [Σύμφωνα με το αγγλικό αυθεντικό κείμενο της συμφωνίας, “Bulgaria undertakes to seek for and forthwith to return to Greece, Roumania and the Serb-Croat-Slovene State respectively any records or archives or any articles of archaeological, historic or artistic interest which have been taken away from the territories of those countries during the present war”]. Είναι απολύτως σαφές ότι το κείμενο της Διεθνούς Συνθήκης κατοχυρώνει μία ασύμμετρη – μη αμοιβαία αξίωση οριστικής αποκατάστασης (restitutio) υπέρ της Ελλάδας, αναφορικά με αντικείμενα (έγγραφα ή αρχεία και αντικείμενα αρχαιολογικού, ιστορικού ή καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος) «αρπαγέντα» (“taken away from”).

Εάν, επομένως (και στον βαθμό που) η Ελλάδα, ήδη (είτε δια του κειμένου του Μνημονίου Κατανόησης -το οποίο αγνοούμε- είτε δια των παραπάνω επίσημων ανακοινώσεων της ελληνικής κυβέρνησης) αναγνωρίζει 1] Ότι τα 48 κειμήλια που παραδόθηκαν από την Βουλγαρία στην Ελλάδα (και κατ’ επέκταση, τα «ιστορικά αντικείμενα αμοιβαίου ενδιάφεροντος» που θα
«ταυτοποιηθούν» και θα «ενταχθούν σε επακόλουθη συμφωνία») είχαν
«μεταφερθεί» στην Σόφια κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου (και όχι «αρπαγεί» ή -έστω- «αφαιρεθεί» από την κατοχή του ελληνικού Δημοσίου ή των αντίστοιχων εκκλησιαστικών νομικών προσώπων που βρίσκονταν εντός της ελληνικής επικράτειας)∙ 2] Ότι τα αντικείμενα αυτά «εκτίθεντο ή φυλάσσονταν στο Εθνικό Μουσείο Ιστορίας της Βουλγαρίας»∙ 3] Ότι, δια της μεταφοράς των 48 κειμηλίων (και όσων πρόκειται να ακολουθήσουν, δυνάμει τυχόν επακόλουθης συμφωνίας) στην Ελλάδα συντελείται (όχι απόδοση της κατοχής και αναγνώριση της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου ή των αντίστοιχων εκκλησιαστικών νομικών προσώπων από τα οποία είχαν αφαιρεθεί τα αντικείμενα, αλλά) παράδοση προς φύλαξη (παρακαταθήκη) και μάλιστα προσωρινή και κυρίως 4] Ότι τα 48 κειμήλια που αποτελούν αντικείμενο του «Μνημονίου Κατανόησης» (και όσα θα ενταχθούν σε αντίστοιχη επακόλουθη συμφωνία) παραδίδονται στην Ελλάδα υπό τον όρο της αμοιβαιότητας, δηλαδή έναντι (σε ανταπόδοση) της αντίστοιχης παράδοσης από την Ελλάδα ιστορικών αντικειμένων ενδιαφέροντος της Βουλγαρίας, τότε υπάρχει σαφής και σοβαρός κίνδυνος αποδυνάμωσης (ή ακόμα και απόσβεσης/ματαίωσης) διεθνών αξιώσεων της Ελλάδας που απορρέουν από το άρθρο 126 της ΢υνθήκης του Νεϊγύ.

Στην περίπτωση αυτή, δηλαδή, υπάρχει ο κίνδυνος να θεωρηθεί ότι η Ελλάδα, αντίστοιχα, 1] Θα έχει αποδεχθεί την αμφισβήτηση του γεγονότος ότι τα συγκεκριμένα 48 αντικείμενα (και όσα θα ταυτοποιηθούν και θα ενταχθούν σε επακόλουθη συμφωνία) εμπίπτουν στο αντικείμενο προστασίας του άρθρου 126 της Συνθήκης του Νεϊγύ, εφόσον αυτά δεν αναγνωρίζονται, δεν περιγράφονται και δεν ταυτοποιούνται ως τα «αρπαγέντα» ή «αφαιρεθέντα», κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, αντικείμενα , 2] Θα έχει υπαναχωρήσει από την αξίωση έναντι της Βουλγαρίας να αναζητήσει αυτή και (αμέσως μόλις ανεύρει και προσδιορίσει) να επιστρέψει στο σύνολό τους (και όχι τμηματικά) τα αντικείμενα αυτά, αναγνωρίζοντας έτσι την κατοχή της Βουλγαρίας (είτε διανοία κυρίου -δηλαδή κατά νομή- είτε -έστω- και άνευ τέτοιας) επί των αντικειμένων που αυτή «εκθέτει» και «φυλάσσει» στο Εθνικό Μουσείο Ιστορίας της Βουλγαρίας, 3] Θα έχει περιορίσει τις διεθνείς αξιώσεις της για απόδοση των αντικειμένων στον δικαιούχο της κυριότητάς τους, σε απλή παράδοση της κατοχής αυτών, ακόμα και προσωρινή (με αντίστοιχη υποχρέωση απόδοσής τους και πάλι στην Βουλγαρία, εφόσον ζητηθεί) και κυρίως 4] Θα έχει υποχωρήσει από την ασύμμετρη – μη αμοιβαία αξίωσή της για οριστική αποκατάσταση (restitutio), θέτοντας αυτήν υπό την αίρεση της αμοιβαιότητας (και της παράδοσης, από την Ελλάδα στην Βουλγαρία, της κατοχής πολιτιστικών αντικειμένων αντίστοιχης σημασίας και πολιτιστικού ενδιαφέροντος) και καθιστώντας την, σε κάθε περίπτωση, αντικείμενο νέας διαπραγμάτευσης.

Ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων και τα μέλη του, με την υπευθυνότητα που επιβάλλει ο θεσμικός μας ρόλος, διευκρινίζουμε ότι τα ανωτέρω δεν συνιστούν εκ μέρους μας παραδοχή ότι, δια του «Μνημονίου Κατανόησης» ή δια των επίσημων τοποθετήσεων της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Πολιτισμού, έχουν ήδη συντελεστεί τα όποια δυσμενή αποτελέσματα ως προς την ισχύ των διεθνών αξιώσεων της χώρας. Καθίσταται, όμως, σε κάθε περίπτωση σαφές ότι η κυβέρνηση και η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Πολιτισμού, οφείλουν άμεσα να θέσουν στη δημοσιότητα το πλήρες κείμενο του «Μνημονίου Κατανόησης», να τοποθετηθούν με σαφήνεια ως προς τη νομική φύση της «αμοιβαίας κατάθεσης» των πολιτιστικών αντικειμένων και ως προς το καθεστώς κυριότητας αυτών και να παράσχουν πλήρεις και επαρκείς διαβεβαιώσεις ως προς το ότι οι διεθνείς αξιώσεις της χώρας, όπως απορρέουν από το άρθρο 126 της Συνθήκης του Νεϊγύ παραμένουν στο σύνολό τους ισχυρές και λυσιτελώς διεκδικήσιμες.

Ως προς τους όρους νομιμότητας της μεταβίβασης κατοχής και εξαγωγής από την ελληνική επικράτεια των σκελετικών καταλοίπων της Βασιλικής του Αγίου Αχιλλείου.
Στον απόηχο της πανηγυρικής υποδοχής (με όρους γεγονότος ιστορικής – εθνικής σημασίας) από την Βουλγαρία, των σκελετικών καταλοίπων που εντοπίστηκαν στο πλαίσιο ανασκαφικής αρχαιολογικής έρευνας, το 1965, στην Βασιλική του Αγίου Αχιλλείου, από τον Καθηγητή Ν. Μουτσόπολο και αποδίδονται στον Τσάρο Σαμουήλ της Βουλγαρίας, πέραν των όποιων εκτιμήσεων και ανησυχιών μπορούν να διατυπωθούν σε ακολουθία όσων ήδη εκθέσαμε (αναφορικά με τη σημασία και τις πιθανές νομικές συνέπειες της «αμοιβαίας κατάθεσης»), γεννώνται εξαιρετικά σοβαρά ερωτήματα και αναφορικά με την τήρηση των όρων νόμιμης παράδοσης της
κατοχής και εξαγωγής από την ελληνική επικράτεια των σκελετικών καταλοίπων, ως αρχαίου κινητού μνημείου. Ειδικότερα:
Ως εκ του γεγονότος ότι τα εν λόγω σκελετικά κατάλοιπα εντοπίστηκαν στο πλαίσιο ανασκαφής/αρχαιολογικής έρευνας, του γεγονότος ότι αυτά χρονολογούνται προ του 1453 και του αναμφισβήτητου χαρακτήρα αυτών ως «υλικής μαρτυρίας που ανήκει στην πολιτιστική κληρονομιά της χώρας», τα αντικείμενα αυτά είναι, σύμφωνα με τα άρθρα 2, 20 παρ. 1 περίπτ. α’ και παρ. 2 και 21 παρ. 1 και 3 του ν. 4858/2021 («Κώδικας νομοθεσίας για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς») αρχαία κινητά μνημεία, τα οποία προστατεύονται από το νόμο χωρίς να απαιτείται η έκδοση οποιασδήποτε διοικητικής πράξης, είναι δε ανεπίδεκτα χρησικτησίας και εκτός συναλλαγής, κατά την έννοια του άρθρου 966 ΑΚ. Πρέπει δε με έμφαση να σημειωθεί ότι τα εν λόγω σκελετικά κατάλοιπα αποτελούν αντικείμενα της συλλογής του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού της Θεσσαλονίκης και φέρουν αριθμούς καταγραφής και εισαγωγής στη συλλογή του Μουσείου.

Σύμφωνα με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 4858/2021, η εξαγωγή μνημείων από την Ελληνική Επικράτεια κατ’ αρχήν απαγορεύεται, με την επιφύλαξη των διατάξεων της Διεθνούς Σύμβασης των Παρισίων (ως προς τα ληπτέα μέτρα για την απαγόρευση και παρεμπόδιση της παράνομης εισαγωγής, εξαγωγής και μεταβίβασης κυριότητας των πολιτιστικών αγαθών), της Διεθνούς Σύμβασης Unidroit (για την επιστροφή κλαπέντων και παρανόμως εξαχθέντων πολιτστικών αγαθών) και των λοιπών κανόνων του διεθνούς δικαίου. Σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η εξαγωγή μνημείων επιτρέπεται ύστερα από άδεια, εφόσον αυτά δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία για την πολιτιστική κληρονομιά της Χώρας και δεν πλήττεται η ενότητα σημαντικών συλλογών. ΢ε κάθε περίπτωση,όμως, κατά την παρ. 10 του ίδιου άρθρου, η εξαγωγή μνημείων που ανήκουν στο Δημόσιο και βρίσκονται στην κατοχή του μπορεί να επιτραπεί μόνον εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις του άρθρου 25 του ίδιου νόμου, αναφορικά με τον δανεισμό και την ανταλλαγή κινητών μνημείων. Σύμφωνα με το άρθρο 25, οι προϋποθέσεις αυτές είναι:

  • Ως προς τον δανεισμό: Απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, ύστερα από εισήγηση της υπηρεσίας και γνώμη του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου (ΚΑΣ) – συνδρομή εξαιρετικής περίπτωσης – συνδρομή εκπαιδευτικού ή παιδαγωγικού σκοπού – τα υπό δανεισμό μνημεία να μην έχουν ιδιαίτερη σημασία για την πολιτιστική κληρονομιά της χώρας – ορισμένη διάρκεια, η οποία να μην υπερβαίνει την πενταετία, με δυνατότητα ανανέωσης.
  • Ως προς την ανταλλαγή: Απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, ύστερα από εισήγηση της υπηρεσίας και γνώμη του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου (ΚΑΣ) – τα ανταλλασσόμενα μνημεία να μην έχουν ιδιαίτερη σημασία για την πολιτιστική κληρονομιά της χώρας και να μην χρειάζονται για την συμπλήρωση συλλογών άλλων μουσείων της χώρας – η ανταλλαγή να γίνεται με ίσης σημασίας πολιτιστικά αγαθά που ανήκουν σε άλλα κράτη ή σε αλλοδαπά νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και έχουν ιδιαίτερη σημασία για τις συλλογές των δημόσιων μουσείων της Χώρας.

Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 11 του άρθρου 34, «Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου, μπορεί να επιτραπεί η προσωρινή εξαγωγή μνημείων, με σκοπό την έκθεσή τους σε μουσειακούς ή παρεμφερείς χώρους, εφόσον παρέχονται επαρκείς εγγυήσεις για την ασφαλή μεταφορά, έκθεση και επιστροφή τους και αφού σταθμιστεί η σημασία της έκθεσης για την προβολή της πολιτιστικής κληρονομιάς της Χώρας ή ενδεχόμενη αμοιβαιότητα ή με σκοπό τη συντήρησή τους ή για ερευνητικούς ή παιδαγωγικούς σκοπούς, εφόσον παρέχονται αντίστοιχες εγγυήσεις και οι σχετικές εργασίες συντήρησης και έρευνας δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν στην Ελλάδα. Στην ίδια απόφαση προσδιορίζονται οι όροι της προσωρινής εξαγωγής και ιδίως η διάρκειά της. Η παρ. 4 εφαρμόζεται και σε περίπτωση προσωρινής εξαγωγής».

Ενόψει των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι η μεταβίβαση της κατοχής και η εξαγωγή από την ελληνική επικράτεια του συγκεκριμένου κινητού αρχαίου μνημείου που παραδόθηκε στη Βουλγαρία, ως αντικείμενο «αμοιβαίας κατάθεσης», σύμφωνα με το Δελτίο Τύπου του Υπουργείου Πολιτισμού, δηλαδή των σκελετικών καταλοίπων που εντοπίστηκαν στο πλαίσιο ανασκαφής/αρχαιολογικής έρευνας στη Βασιλική του Αγίου Αχιλλείου και αποδίδονται στον Σσάρο ΢αμουήλ της Βουλγαρίας, προϋπέθετε σε κάθε περίπτωση την εκπλήρωση των ως άνω νόμιμων προϋποθέσεων. Είναι δε σημαντικό να επισημανθεί ότι η μοναδική περίπτωση κατά την οποία οι ανωτέρω νόμιμες προϋποθέσεις θα μπορούσαν να καμφθούν, θα ήταν δυνάμει διεθνούς κανόνα αυξημένης τυπικής ισχύος. Σύμφωνα δε με το άρθρο 28 του Συντάγματος, η διεθνής σύμβαση αποκτά αυξημένη τυπική ισχύ μόνο από την κύρωσή της με νόμο.

Κατά συνέπεια, με δεδομένο ότι το εν λόγω «Μνημόνιο Κατανόησης» δεν έχει κυρωθεί με νόμο, δεν δύναται να παράσχει επαρκές νόμιμο έρεισμα στην μεταβίβαση κατοχής ή την εξαγωγή κινητού μνημείου από την Ελληνική Επικράτεια, χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 34 του ν. 4858/2021. Παρά ταύτα, με βάση τουλάχιστον τα όσα είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, πέραν του ελέγχου της συνδρομής ή μη όλων των ανωτέρω ουσιαστικών προϋποθέσεων, δεν έχει ληφθεί μέχρι σήμερα η γνώμη του Κεντρικού Αρχαιολογικού ΢υμβουλίου (ΚΑ΢), αναφορικά με την εξαγωγή από την ελληνική επικράτεια και τη μεταβίβαση της κατοχής του συγκεκριμένου κινητού μνημείου.

Περαιτέρω, παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με το άρθρο 13 του ν. 5021/2023, μεταξύ των αρμοδιοτήτων του Διοικητικού Συμβουλίου των Μουσείων που αποτελούν Ν.Π.Δ.Δ.. είναι και «1… (η) άσκηση της πολιτικής του Μουσείου στο πλαίσιο του Κώδικα νομοθεσίας για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς», καθώς και «2…κάθε θέμα σχετικό με τη διοίκηση και λειτουργία του Μουσείου στο πλαίσιο επίτευξης των σκοπών του και ιδίως: …ζ) Ο δανεισμός, η παρακαταθήκη, η ανταλλαγή και η εξαγωγή αντικειμένων των συλλογών του Μουσείου, σύμφωνα με τα άρθρα 25 και 34 του Κώδικα νομοθεσίας για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς», από όσο είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, η μεταβίβαση της κατοχής και η εξαγωγή από την ελληνική επικράτεια του συγκεκριμένου κινητού αρχαίου μνημείου, των σκελετικών καταλοίπων της Βασιλικής του Αγίου Αχιλλείου, επετράπη από τη Διοίκηση του Μουσείου και συντελέστηκε χωρίς προηγούμενη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΝΠΔΔ – Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης.

Επισημαίνουμε ότι η εξαιρετική σημασία που αποδίδει η αρχαιολογική νομοθεσία στην διασφάλιση και τήρηση των όρων νομιμότητας ως προς το καθεστώς μεταβίβασης της κατοχής μνημείων, αποτυπώνεται και στην τυποποίηση του ποινικού αδικήματος του άρθρου 59 του ν. 4858/2021.

Ενόψει όλων των ανωτέρω, ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων καλεί τις Κ.Ο. και το σύνολο των Βουλευτών του Ελληνικού Κοινοβουλίου να ασκήσουν κάθε προβλεπόμενο, από τον Κανονισμό της Βουλής και το Σύνταγμα, μέσο κοινοβουλευτικού ελέγχου και να καλέσουν με κάθε τρόπο την κυβέρνηση και την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Πολιτισμού,

1] Να παραδώσει άμεσα στη δημοσιότητα το από 29.9.2026 «Μνημείο Κατανόησης» μεταξύ των Υπουργών Πολιτισμού Ελλάδας και Βουλγάριας,

2] Να παράσχει κάθε αναγκαία, ενόψει όσων εκθέσαμε ήδη, διαβεβαίωση περί της διασφάλισης της ισχύος και της λυσιτελούς άσκησης των διεθνών αξιώσεων της χώρας, σύμφωνα με το άρθρο 126 της Συνθήκης του Νεϊγύ, για την απόδοση και επιστροφή του συνόλου των αντικειμένων πολιτιστικής κληρονομιάς που αφαιρέθηκαν παράνομα από την ελληνική επικράτεια κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και

3] Να ενημερώσει την Βουλή και τον ελληνικό λαό, ως προς τους όρους εκπλήρωσης κάθε προϋπόθεσης που τίθεται από το ν. 4858/2021 για την -συντελεσθείσα ήδη- μεταβίβαση της κατοχής και την εξαγωγή από την ελληνική επικράτεια του κινητού αρχαίου μνημείου των σκελετικών καταλοίπων της Βασιλικής του Αγίου Αχιλλείου.

Αθήνα, 10 Οκτωβρίου 2026

Το Δ.Σ. του ΣΕΑ

The post Άμεση επιστροφή χειρογράφων και κειμηλίων στα μοναστήρια appeared first on χριστιανική.

Το πρωτότυπο άρθρο https://xristianiki.gr/%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CE%B9-%CE%B5%CE%BE%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B5%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AC-%CE%B4%CF%85%CF%83%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%AD%CF%82-%CF%80%CF%81%CE%BF/ ανήκει στο χριστιανική .
‹ ›