Ὁ τρόπος τῶν δύο γεννήσεων ἀποσιωπᾶται, ἐπειδή εἶναι μυστήριο, ἀλλά οἱ δύο γεννήσεις τοῦ Υἱοῦ εἶναι πραγματικές. «Καί ἀληθινά, Θεός γεννήθηκε ἀπό Θεό, καί ἀληθινά, ὡς ἄνθρωπος γεννήθηκε ὁ Ἴδιος ἀπό Παρθένο. Ὅπως ἀκριβῶς εἶναι ἀσεβές νά ἐπινοήση κανείς μητέρα γιά τήν ἄνω γέννηση, ἔτσι εἶναι βλασφημία νά δεχθῆ πατέρα γιά τήν κάτω γέννηση. Ὁ Πατήρ ἀσπόρως (καί θεοπρεπῶς) γέννησε καί ἡ Παρθένος ἀδιαφθόρως ἔτεκε. Οὔτε ἡ ἄνω γέν- νηση Αὐτοῦ ἐξηγεῖται, οὔτε ἡ κάτω ἀνέχεται τήν ἐπίμονη ἔρευνα»25. «Τόν τρόπο τῆς γεννήσεως οὔτε ὁ Ματθαῖος πού ἔ-γραψε ξέρει, οὔτε ὁ Γαβριήλ γνωρίζει»26.
Ἄν δέν ἦταν Θεάνθρωπος ὁ γεννηθείς στήν Βηθλεέμ, καί ἡ γέννησή Του ἦταν ὅπως ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἦταν ἀδύνατο νά σώση τόν ἄνθρωπο, διότι «δέν θά ἦταν νέος ἄνθρωπος, οὔτε θά μποροῦσε νά δεχθῆ μέσα Του τό πλήρωμα τῆς ἄφθαρτης Θεότητος, καί νά γίνη πηγή τοῦ ἁγιασμοῦ ἀνεξάντλητη»27.
Ἡ εἴσοδος τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ καί Λόγου στόν κόσμο εἶναι ἡ διά σαρκός Οἰκονομία, ἡ Γέννησή Του. «Ἦρθε πρός ἐμᾶς, ὄχι μέ τό νά ἀλλάξη τόπο, διότι πῶς εἶναι δυνατόν, ἀφοῦ εἶναι πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν, ἀλλά φανερώθηκε σέ μᾶς μέ τήν σάρκα»28, καί τό παραδοξότερο: «Ὁ Λόγος λαμβά- νει σάρκα καί ἀπό τόν Πατέρα δέν ἀποχωρίζεται»29. «Καί τό πλέον μυστηριῶδες εἶναι πῶς ὁ Αὐτός, καί ὅλος εἶναι Θεός κατά φύση καί ὅλος ἔγινε κατά φύση ἄνθρωπος»30. Ἐδῶ εἶναι τό πλέον ἀκατάληπτο τοῦ μυστηρίου τῆς γεννήσεως τοῦ Υἱοῦ. Ὅλη ἡ θεία φύση μέ τήν ὑπόσταση τοῦ Λόγου σαρκώθηκε. Ὁ Υἱός καί Λόγος ἑνώθηκε καθ᾿ ὑπόσταση μέ τήν ἀνθρώπινη φύση, ἀλλά παραμένει ἑνωμένος καί μέ τόν Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα. «Ὅλος ὁ Θεός σαρκώθηκε καί ἔτσι ὅλος ἔχει ἑνωθῆ ἀτρέπτως μέ ὅλον ἐμέ, δηλαδή ἡ θεία φύση καί ὅλη ἡ δύναμη καί ἐνέργεια σέ μία ἀπό τίς θεῖες ὑποστάσεις»31. Πράγμα-τι εἶναι «καινόν καί παράδοξον» τό μυστήριο τοῦ σπηλαίου, διότι «(ἡ Θεοτόκος) ἐγέννησε ὡς πρός τήν σάρκα τόν προαιώνιο Λόγο, τοῦ ὁποίου ὄχι μόνο ἡ Θεότητα εἶναι ἀνεξιχνίαστη, ἀλλά καί ὁ τρόπος τῆς ἑνώσεως μέ τήν σάρκα εἶναι ἀπερινόητος καί ἡ συγκατάβαση ἀνυπέρβλητη»32.
Ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ εἶναι μοναδικό γεγονός. «Τό σπουδαιότερο τῆς σωτηρίας μας εἶναι ἡ σάρκωση τοῦ Μονογενοῦς, ἡ συγκατάβασή Του»33. Δια- φέρει ἀπό ὅλες τίς ἄλλες Θεοφάνειες καί ἀποκαλύψεις τοῦ Υἱοῦ στήν Π. Διαθήκη. «Οἱ Προφῆτες εἶδαν τόν Θεό στόν Λόγο ἤ στόν Ἄγγελο Κυρίου χωρίς σάρκα διά τοῦ Πνεύματος, ἐνῶ οἱ Ἀπόστολοι ἔλαβαν τήν ἴδια ἀποκάλυψη, ἀλλά στήν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Λόγου»34. Ἀπό συγκατάβαση ὁ ἄσαρκος Λόγος στίς Θεοφάνειες φαινόταν σάν ἄνθρωπος, ἀλλά δέν εἶχε πραγματικό σῶμα. Τώρα, ὅμως, παίρνει «ἀληθινή σάρκα, γι᾽ αὐτό συνελή-φθηκε στήν κοιλία τῆς Θεοτόκου καί γεννήθηκε καί τράφηκε καί τοποθετήθηκε σέ φάτνη, γιά νά γνωστοποιηθῆ ἡ Γέννησή Του»35.
Τά ἀγαθά καί ὁ σκοπός τῆς ἐνανθρωπήσεως εἶναι ἀσύλληπτα. Ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ρίζα καί πηγή μυρίων ἀγαθῶν. Ὁ φιλάνθρωπος Θεός ἔ- γινε ἄνθρωπος «καί μέ τήν σάρκωσή Του δώρησε στήν ἀνθρώπινη φύση τήν ὑπερφυσική χάρη, τήν θέωση»36. Προσέλαβε στήν ὑπόστασή Του τήν ἀνθρώπινη φύση γιά νά τήν θεραπεύση καί νά τήν σώση. «Ἐπειδή δέν ἦταν δυνατόν νά ἀπαλλαγῆ ἀπό τόσο μεγάλα δεινά τό ἀνθρώπινο γένος, δέχθηκε ὁ βασιλεύς ὅλης τῆς ἀπαθοῦς φύσεως νά ἀνταλλάξη τήν ἴδια Του δόξα μέ τήν δική μας ζωή. Ἔτσι ἡ καθαρότητα μπαίνει μέσα στόν δικό μας ρύπο, ἐνῶ ὁ ρύπος δέν ἐγγίζει τήν καθαρότητα. Ὁ ζόφος ἀφανίζεται μέ τήν παρουσία τοῦ φωτός, ὁ ἥλιος δέν σκοτίζεται ἀπό τόν ζόφο. Τήν θνητότητα καταπίνει ἡ ζωή. Ὅ,τι ἔχει καταφθαρῆ σώζεται μαζί μέ τό ἄφθαρτο»37.
Ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔλαβε ἀνθρώπινο σῶμα, καί «διά τοῦ συγγενοῦς» προσήγγισε τούς ἀνθρώπους. «Δέν μποροῦσαν οἱ ἄνθρωποι νά ἰδοῦν τό πρόσωπό Του καί νά ζοῦν· γι᾿ αὐτό γεννήθηκε μέ εἰκόνα ἀνθρώπων (ὡς ἄνθρωπος), γιά νά κάνη τούς ἀνθρώπους ἀξίους τῆς Θεότητός Του»38. Ἀκόμη ἐνανθρώπησε ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ «διότι ἦταν Αὐτός μόνος ἡ εἰκόνα τοῦ Πατρός, πού μποροῦσε νά ἀναπλάση τόν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ἦταν δημιουργημένος κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ»39.
Ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, Ἅγιον Ὄρος, σ. 298.


