Skip to content
Λιγότερο από 1 λεπτό Διάρκεια άρθρου: Λεπτά

Ἡ ἄθεος ἐπιδημία τῆς εὐθανασίας – Μέρος Δ΄

Τοῦ κ. Κωνσταντίνου Βαθιώτη,

τέως Ἀναπληρωτοῦ Καθηγητοῦ Νομικῆς Σχολῆς Δ.Π.Θ.

ΜΕΡΟΣ Δ΄

ΑΡΝΗΤΑΙ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΚΟΛΑΣΕΩΣ

  Στὴν προναφερθεῖσα ἐκδήλωση τῆς «Ἕνωσης Ἀθέων» ποὺ  πρα­γματοποιήθηκε στὶς 2 Νοεμβρίου 2024 διατυπώθηκαν ἀπὸ τοὺς ὁμιλητὲς κάποιες ἐριζόμενες ἢ προδήλως ἄτοπες θέσεις. Ἐπὶ παραδείγματι, ὅτι ψυχὴ καὶ κόλαση δὲν ὑπάρχουν ἢ ὅτι ὁ ὅρκος τοῦ Ἱπποκράτη σχετικὰ μὲ τὴν μὴ χορήγηση θανασίμου φαρμάκου σὲ ὅποιον τὸ αἰτεῖται, ἐπιδέχεται «δυναμικὴ» (ἀλλὰ προφανῶς ἀντίθετη πρὸς τὸ σαφὲς γράμμα τοῦ ἱπποκρατικοῦ ὅρκου) ἑρμηνεία, ὑπὸ τὴν ἔννοια ὅτι τὸ καλό τοῦ ἀσθενοῦς, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν προστασία τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὑγείας του, περιλαμβάνει τὸν σεβασμὸ τῆς αὐτονομίας καὶ τῆς ἀξιοπρέπειάς του.

Ὅπως, ὅμως, ἕνας τυφλὸς ἀδυνατεῖ νὰ περιγράψει τὴν ὅρασή του, ἔτσι καὶ ἕνας ἄθεος δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ μιλήσει γιὰ τὴν ψυχὴ καὶ τὴν μετὰ θάνατον πορεία της. Μία ἡμέρα μετὰ τὴν ἡμερίδα τῶν ἀθέων, τὸ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιο τῆς 3ης Νοεμβρίου 2024 ἔδωσε ἠχηρὴ ἀπάντηση στοὺς ἀρνητὲς τῆς ψυχῆς καὶ τῆς κολάσεως μέσῳ τῆς παραβολῆς τοῦ «πλουσίου καὶ τοῦ Λαζάρου» [1], ποὺ ἀποτελεῖ πιστοποιητικό τοῦ ἀνάποδου κόσμου μας: ὁ μὲν πτωχὸς Λάζαρος κατέληξε εἰς κόλπον Ἀβραάμ, ὁ δὲ ἀνώνυμος πλούσιος (ἡ παράλειψη τοῦ ὀνόματός του δὲν εἶναι τυχαία, ἀφοῦ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἀπαξιώνεται ἡ προσωπικότητά του) βρέθηκε νὰ βασανίζεται στὸν Ἅδη. Ἀποστομωτικὴ εἶναι καὶ ἡ παραβολὴ τοῦ ἄφρονος πλουσίου ἀπὸ τὸ ἴδιο Εὐαγγέλιο: «Ἄφρων, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπό σοῦ· ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;» («Ἀνόητε, αὐτὴ τὴ νύκτα ζητοῦν τὴν ψυχή σου ἀπὸ σένα. Αὐτὰ πού ἑτοίμασες, σὲ ποιὸν θὰ ἀνήκουν;») [2].

Ἐπιπλέον, χωρὶς Θεὸ ἡ ἀρρώστια ἀντιμετωπίζεται ὡς (ἕνας ἀκόμη) «ἀόρατος ἐχθρὸς» ποὺ πρέπει νὰ «καταπολεμηθεῖ», ἐνῶ, μὲ Θεό, θὰ ἔπρεπε νὰ ἑρμηνεύεται ὡς «παραδεισόσημο», ἀφοῦ «ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ζωὴν» εἶναι «στενὴ καὶ τεθλιμμένη» [3].

Ἄν, ὅμως, σὲ μία ἐκκοσμικευμένη κοινωνία ἡ ζωὴ ἔχει ἀπογυμνωθεῖ ἀπὸ τὴν ἔνθεη-ἱερή της διάσταση καὶ προέχει ἀποκλειστικὰ ἡ ἐπιθυμία τοῦ ἀτόμου, ἐξ οὗ καὶ προπαγανδίζεται ὁλοένα καὶ συχνότερα τὸ «δικαίωμα στὸν ἀξιοπρεπῆ θάνατο» (ἀπὸ χριστιανικῆς σκοπιᾶς, πρόκειται στὴν πραγματικότητα γιὰ ἕνα δικαίωμα ποὺ ἐναρμονίζεται μὲ τὸ σταθερὰ προπαγανδιζόμενο σλόγκαν «γρήγορα – εὔκολα – σίγουρα», ἐμπλουτισμένο μὲ τὴν ἐπιρρηματικὴ προσθήκη «καὶ ἀνώδυνα»), στὴν ἐποχὴ τῆς νεοταξίτικης παγκόσμιας δικτατορίας συμβαίνει κάτι πολὺ χειρότερο:

Ἀφ’ ἑνὸς ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου προπαγανδίζεται ὡς ἴσης ἢ μικρότερης ἀξίας ἐν συγκρίσει πρὸς ἐκείνη τῶν ζώων, γιὰ τὰ ὁποῖα ἤδη σὲ κάποιες περιπτώσεις ἡ εὐθανασία εἶναι ὑποχρεωτικὴ (σὲ αὐτὸ ἀναφέρθηκε ὁ ἀρνητὴς τῆς ψυχῆς, καθηγητὴς βιοϊατρικῶν ἐπιστημῶν Γεώργιος Παξινός, μιλώντας ἐξ ἀποστάσεως στὴν ἀνωτέρω ἡμερίδα ἀθέων γιὰ τὰ ἰσχύοντα στὴν Αὐστραλία), ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἀξία τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς προπαγανδίζεται ὡς σχετικοποιήσιμη ὑπὸ τὸ κολλεκτιβιστικὸ πνεῦμα τῆς ὠφέλειας τοῦ συνόλου.

ΚΑΜΠΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ

  Στὸ πλαίσιο τῆς ἑλληνικῆς, μὴ ἐπιστημονικῆς, βιβλιογραφίας γιὰ τὴν εὐθανασία ἄξιας μνείας σὲ σχέση μὲ τὴν ἄθεη (ἢ ἀκριβέστερα: ἀντίθεη) προσέγγιση εἶναι τὸ βιβλίο τοῦ Ἀλέξανδρου Βέλιου «Ἐγὼ κι ὁ θάνατός μου. Τὸ δικαίωμα στὴν εὐθανασία», ὁ ὁποῖος κατ’ ἀρχὰς δίδει τὴν ἐντύπωση ὅτι ἦταν θιασώτης τοῦ ἀνάποδου κόσμου, ἀφοῦ κάνει τὴν ἑξῆς καμπαλιστικοῦ τύπου παρατήρηση: [4]

  «Ὁ Θεὸς ἔχει ἀνάγκη τοὺς Ἀνθρώπους, γιὰ νὰ ὑπάρξει. Δὲν δημιούργησε αὐτὸς τὸν ἄνθρωπο, ὁ ἄνθρωπος δημιούργησε ἐκεῖνον. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ πατρότητα μᾶς πέφτει βαριά, προτιμοῦμε τὸ ρόλο τῶν τέκνων»!

Παραβλέποντας ὅτι, ἐξαιτίας τῆς πτώσης τῶν Πρωτοπλάστων μετὰ τὴν παραπλάνησή τους ἀπὸ τὸν ἀρχιαπατεώνα διάβολο, ὁ κόσμος στὸν ὁποῖο μᾶς καταδίκασαν νὰ ζοῦμε εἶναι ψεύτικος καὶ ἀπατηλός, ἐνῶ ὁ ἀληθινὸς κόσμος βρίσκεται δίπλα στὸν Δημιουργό μας, ἐπιδίδεται σὲ ἕνα θεομάχο κρεσέντο διατυπώνοντας στὴν συνέχεια τὴν ἑξῆς θέση: [5]

«Δὲν δέχομαι ὅτι ἡ ἀνθρώπινη μοῖρα εἶναι μία φυλακὴ μὲ δεσμοφύλακα καὶ δικαστὴ τὸν Θεό. Ἡ ἐλευθερία μου εἶναι ἡ ὑπερηφάνειά μου. Εἶναι μοναχική, γεμάτη ἀγκάθια – ἀλλὰ ἀποτελεῖ δικό μου κεκτημένο. Ἠθική τοῦ ἐγωισμοῦ, ἠθική τοῦ ἡρωισμοῦ. Κι ἐπίσης ἠθικὴ ἑνὸς ἀπέραντου οἴκτου γιὰ τὸν καθημερινὸ γολγοθᾶ ποὺ διανύει ἡ μεγάλη μᾶζα τῶν ἀνθρώπων στὸν ἀγώνα τῆς ἐπιβίωσης, γιὰ τὰ δεινὰ ποὺ κουβαλοῦν σὰν σταυρὸ οἱ πολλοί, γιὰ τὸν πόνο ποὺ ἐπιφυλάσσει ἡ ζωὴ στοὺς πιὸ ἀδύναμους, γιὰ κάθε δάκρυ ἢ αἷμα ἀθώου. Ποιὸς ἐλεήμων Θεὸς μπορεῖ νὰ τὰ αἰσθανθεῖ αὐτά; Ποῦ εἶναι ἡ ἀγάπη Του γιὰ τὰ ἐξορισμένα ἀπὸ τὸν παράδεισο τῆς ἀθωότητας πλάσματά Του; Μπροστὰ στὸ Κακό, εἶμαι ἕνας βαθιὰ θρησκευόμενος ἄθεος. Ἂν ὑπῆρχε Θεός, θὰ ἦταν ἄσπλαγχνος δημιουργός τοῦ Κακοῦ. Ὁ Μέγας Σαδιστὴς τοῦ σύμπαντος. Μονάχα ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἱκανὸς νὰ νιώσει – νὰ νιώσει συμπόνια γιὰ τὸ ἀνθρώπινο εἶδος».

Τὰ παραπάνω λόγια τοῦ Βέλιου θυμίζουν ἔντονα τὴν ἀντίστοιχη καμπαλιστικὴ θέση τοῦ Μαρκησίου ντὲ Σάντ, ὅπως αὐτὴ καταγράφεται στὸ ἔργο του «Ἰουλιέττα»:

«Ἐδῶ ὑπάρχει ἕνας Θεὸς ποὺ ἔχει δημιουργήσει ὅλα ὅσα βλέπουμε, ἀλλὰ μὲ σκοπὸ τὸ κακό· χαίρεται μονάχα μὲ τὸ κακό, καὶ τὸ κακὸ εἶναι ἡ οὐσία του… Μέσα στὸ κακὸ δημιούργησε τὸν κόσμο· μέσα στὸ κακὸ τὸν διατηρεῖ· γιὰ τοὺς σκοποὺς τοῦ κακοῦ τὸν διαιωνίζει· ἡ δημιουργία ὑπάρχει διαποτισμένη ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὸ κακό. Βλέπω τὸ αἰώνιο καὶ καθολικὸ κακὸ μέσα στὸν κόσμο… Ὁ δημιουργός τοῦ σύμπαντος εἶναι τὸ πιὸ διεστραμμένο, τὸ πιὸ ἄγριο καὶ τὸ πιὸ φρικτὸ ἀπ’ ὅλα τὰ ὄντα. Θὰ συνεχίζει νὰ ὑπάρχει μετὰ ἀπ’ ὅλα τὰ ὄντα ποὺ κατοικοῦν στὸν κόσμο, καὶ σὲ αὐτὸ ὅλα θὰ ἐπιστρέψουν».

Τὸ παράθεμα αὐτὸ ἀναδεικνύει ὁ ἀποκρυφιστὴς Ἰταλὸς φιλόσοφος Ἰούλιος Ἔβολα (Julius Evola) στὸ βιβλίο του «Ἡ μεταφυσική τοῦ Φύλου» [6], ὅπου συν­οψίζει τὴν παντελῶς ἀνάποδη πρὸς τὴν πραγματικότητα ἀντίληψη τοῦ ντὲ Σὰντ γιὰ τὴν φύση καὶ τὶς προθέσεις τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖες περιγράφονται ὡς διαβολικές: [7]

«Ὁ de Sade δέχεται τὴν ὕπαρξη ἑνὸς Θεοῦ ποὺ εἶναι δημιουργὸς καὶ κυβερνήτης τοῦ κόσμου, ἀλλὰ πρόκειται γιὰ ἕνα διεφθαρμένο Θεό, ἕνα Θεὸ ποὺ ἔχει τὸ “κακὸ” ὡς οὐσία του καὶ ἀντλεῖ ἡδονὴ ἀπὸ τὴν παλιανθρωπιά, τὸ ἔγκλημα καὶ τὴν καταστροφή, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουν ὡς οὐσιώδη στοιχεῖα στὰ σχέδιά του. Ἔτσι, ὑπεροχὴ τοῦ ἀρνητικοῦ ἔναντι τοῦ θετικοῦ μοιάζει νὰ εἶναι ὁ νόμος τῆς πραγματικότητας· ἡ φύση μοιάζει νὰ μᾶς δημιουργεῖ μόνο καὶ μόνο, γιὰ νὰ μᾶς καταστρέψει καὶ αὐτὴ ἡ καταστροφὴ εἶναι ὁ πρῶτος νόμος της. Ἀλλὰ ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ αὐτὸ ἀναγνωρίζεται, ἀκολουθεῖ μία ἀντιστροφὴ ὅλων τῶν ἀξιῶν. Τὸ ἀρνητικὸ καὶ καταστροφικὸ στοιχεῖο ὀφείλει νὰ ἔχει τὴν ἴδια ἀξία μὲ τὸ θετικό, γιατί συμμορφώνεται ὄχι μόνο μὲ τὴ φύση ἀλλὰ ἐπίσης μὲ τὴ θεία βούληση καὶ μὲ τὴν κοσμικὴ τάξη (ἤ, καλύτερα, μὲ τὴν ἀταξία). Κι ἐκεῖνος ποὺ ἀντίθετα ἀκολουθεῖ τὸ μονοπάτι τῆς ἀρετῆς, τῆς ἁρμονίας καὶ τοῦ καλοῦ θὰ πρέπει νὰ θεωρεῖται ἐχθρός τοῦ Θεοῦ».

Ἀξίζει νὰ μεταφερθεῖ ἐδῶ ἡ ἐπισήμανση τοῦ Ἔβολα ὅτι ἡ, κατὰ τὸν ντὲ Σάντ, «ἡδονὴ μίας καταστροφικῆς πράξης ποὺ ζητάει νὰ παραβιάσει τοὺς ἴδιους τούς νόμους τῆς κοσμικῆς φύσης συνδέεται [μὲ] καὶ προαναγγέλλει τὴ θεωρία τοῦ ὑπερανθρώπου. “Εἴμαστε θεοί”, ἀναφωνεῖ ἕνας ἀπὸ τοὺς χαρακτῆρες τῶν μυθιστορημάτων του».

Τὸ ἀτόπημα τοῦ Βέλιου φαίνεται καὶ ἀπὸ τὸν τρόπο ποὺ ἐπιχειρηματολογεῖ σὲ βάρος τῆς χριστιανικῆς προσ­­έγγισης τοῦ θανάτου καὶ τοῦ πόνου, τοὺς ὁποίους ὀφείλουμε νὰ ἀντιμετωπίζουμε μὲ ἰώβεια ὑπομονὴ καὶ μὲ σεβασμὸ πρὸς τὴν ἱερότητα τῆς ζωῆς: Πρῶτον, προβάλλει τὴν ἥκιστα πειστικὴ ἔνσταση ὅτι «γιὰ ὅσους τὰ κηρύσσουν –ἢ τὰ πιστεύουν– αὐτά, εἶναι σὰν νὰ μὴ ὑπῆρξε ποτὲ ὁ Διαφωτισμὸς καὶ τὸ ἐργατικὸ κίνημα» [8] (!), ἐνῶ στὸ ἐπιχείρημα τῆς ἱερότητας τῆς ζωῆς ἀντιτάσσει τὴν ἀτομικιστικὴ σκέψη, ποὺ εἶναι προσφιλὴς στοὺς λάτρεις τῆς Νέας Ἐποχῆς καὶ τῆς Νέας Τάξης Πραγμάτων, ὅτι «γιὰ τὸν δικό μας θάνατο, ἁρμόδιοι καὶ κύριοι τῶν ἐπιλογῶν μας εἴμαστε μόνο ἐμεῖς» [9].

Υἱοθετώντας τὴν γνωστὴ ρητορικὴ τῶν ἀθέων, ἐπισημαίνει ἀκόμη τὴν ἀντίφαση νὰ ἐπιτρέπεται ἡ ἀφαίρεση μίας ζωῆς ἐν τῷ γενέσθαι (ἀναφέρεται στὴν ἔκτρωση πού, ὡστόσο, ὁ Ποινικὸς Κώδικας στὸ ἄρθρο 304 τὴν ἐξωραΐζει, ἀποκαλώντας την «τεχνητὴ διακοπὴ τῆς ἐγκυμοσύνης»), ἀλλὰ νὰ ἀπαγορεύεται ἡ εὐθανασία, δηλ. μία πράξη «ποὺ ἔχει νὰ κάνει μὲ ἀνθρώπους στὴν ἀβάστακτη δύση τοῦ βίου τους» [10].

Νὰ σημειωθεῖ ἐδῶ ὅτι ὁ Βέλιος παραδέχεται ἀνοικτὰ ὅτι: [11] «λύση στὴν περὶ θανάτου πτόησιν δίνει μοναχὰ ἡ πίστη. Κι ἐγὼ δὲν πιστεύω. Διεκδικῶ μονάχα –κι αὐτό μοῦ δίνει δύναμη– τὸ δικαίωμά μου στὸν θάνατο κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ διαχειρίστηκα τὸ δικαίωμά μου στὴ ζωή. Ἡ παθητικότητα μὲ ἀπωθεῖ. Ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία ἦταν ἡ δική μου φυσικὴ θρησκεία». Ἡ παραδοχὴ αὐτὴ συμπληρώνει τὴν ἐκ μέρους του ἀποκήρυξη τῶν θαυμάτων: [12] «Δὲν πιστεύω βέβαια στὸ θαῦμα – μοῦ λείπει τὸ ἀπαραίτητο ὑπόβαθρο θρησκευτικῆς πίστης».

(ΑΝΤΙ)ΣΥΣΤΗΜΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ

  Ξεχωριστὸ ἐνδιαφέρουν παρουσιάζει τὸ ἀκόλουθο ἀντισυστημικὸ ἐπιχείρημα τοῦ Βέλιου: «οἱ συστημικὲς ἐξουσίες (μὲ προεξάρχουσες ὅλες τὶς γνωστὲς θρησκεῖες) ἀντιμετωπίζουν τὸ θέμα τῆς εὐθανασίας, ὅπως ὁ διάβολος τὸ λιβάνι. Τί φοβοῦνται; Ὄχι τὴν ἀνεύθυνη ἐφαρμογή της καὶ μάλιστα τὴν ἀνεξέλεγκτη κλιμάκωσή της, ὅπως διατείνονται, ἀλλὰ τὶς παράπλευρες ρωγμὲς ποὺ μπορεῖ νὰ ἐπιφέρει ἡ ὁλοκληρωμένη θεσμοθέτησή της, τὰ καινὰ δαιμόνια ποὺ μπορεῖ νὰ εἰσαγάγει, τὶς εὐρύτατες τάσεις ἀμφισβήτησης ποὺ μπορεῖ νὰ πυροδοτήσει. Σκεφτεῖτε: ἂν οἱ ἄνθρωποι ἀποκτήσουν αἴφνης τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίζουν τὸ θάνατό τους, γιατί νὰ μὴ διεκδικήσουν καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίζουν τὴ ζωή τους; Οἱ ἐξουσίες ὑπάρχουν βάζοντας ὅρια, ὥστε οἱ κοινωνίες νὰ τεθοῦν ὑπὸ ἔλεγχο. Ἂν τὸ δικαίωμα στὸν θάνατο γίνει ἐπίσημα ἀποδεκτό, διαταράσσεται ἀνεπανόρθωτα τὸ στάτους κβό. Αὐτὴ εἶναι ἡ “ἀνεξέλεγκτη” κλιμάκωση ποὺ φοβοῦνται οἱ πανταχοῦ παροῦσες συντηρητικὲς δυνάμεις. Ἡ ἐλευθερία στὸ θάνατο εἶναι ἐλευθερία στὴ ζωή. Ἡ ἐλευθερία εἶναι ἀνατρεπτικὴ» [13].

Ὡστόσο, ἡ παγκόσμια ἐξουσία, ὅπως αὐτὴ ἐπιμερίζεται στὶς ἐθνικὲς κυβερνήσεις τῶν κρατῶν, ἐνεργεῖ συν­ήθως ὡς ἑξῆς: Πρῶτα ἀπαγορεύει ρητῶς τὴν ἐπίμαχη πρακτικὴ καὶ στὴν συνέχεια, ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, «ξηλώνει τὸ πουλόβερ» τῆς ἀπαγόρευσης, ἀρχίζοντας νὰ συζητᾶ τὴν ἀναγνώριση τοῦ δικαιώματος τέλεσης τῆς ἀπαγορευμένης πράξης, μέχρι ποὺ κάποια στιγμὴ θέτει ἐπὶ τάπητος τὸ ζήτημα τῆς μετατροπῆς τοῦ δικαιώματος σὲ ὑποχρέωση.

Εἶναι δὲ πολὺ πιθανὸ ἡ παγκόσμια ἐξουσία νὰ ἐργαλειοποιεῖ τὴν δικαιωματίστικη προπαγάνδα ὑπὲρ τῆς ὑποβοηθούμενης αὐτοκτονίας καί, ἐν γένει, τῆς εὐθανασίας, προκειμένου νὰ ἐπιτύχει μὲ ἕνα ἀκόμη τρόπο τὴν καταπολέμηση τοῦ λεγόμενου «ὑπερπληθυσμοῦ» [14]. Μάλιστα, στὴν περίπτωση τῆς ἀποποινικοποιήσεως τῆς εὐθανασίας, ἀντὶ νὰ μᾶς ἐξολοθρεύει ἡ ἐλὶτ μέσῳ τῶν «κρίσεων» ποὺ σκαρφίζεται συχνὰ-πυκνά, πείθει τοὺς πολίτες νὰ «αὐτοεξολοθρεύονται», ἀσκώντας ἕνα «ἀναφαίρετο» δικαίωμά τους. Μόνο ὁ διάβολος, ὡς πατέρας τοῦ ἀνάποδου κόσμου, θὰ μποροῦσε νὰ σκεφθεῖ ἕνα τόσο σατανικὸ τέχνασμα!

Ἐπιπλέον, μολονότι ὀρθῶς ὁ Βέλιος στηλιτεύει τὸν κοινωνικὸ ἔλεγχο ποὺ διακαῶς ἐπιδιώκουν οἱ ἐξουσίες, ἀφελῶς πίστευε ὅτι ὁ ἔλεγχος αὐτὸς θὰ περιορισθεῖ ἢ θὰ παρεμποδισθεῖ, ἂν ἀναγνωρισθεῖ τὸ δικαίωμα στὴν εὐθανασία. Μά, ἂν ἴσχυε κάτι τέτοιο, τότε εἶναι σίγουρο ὅτι δὲν θὰ ὑπῆρχε καμία χώρα ποὺ θὰ ἀποποινικοποιοῦσε τὴν εὐθανασία.

Ἡ ἀποτελεσματικὴ ἀντίσταση τῶν μαζανθρώπων μὲ στόχο τὴν ἀντιστροφὴ τοῦ ἐλέγχου τῆς κοινωνίας σὲ ἔλεγχο τῆς ἐξουσίας δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιτευχθεῖ μὲ τὴν φυγόπονη στάση ἔναντι τοῦ ἐνδεχομένως ἐπικείμενου θανάτου, ἀλλὰ μὲ μία «κουλτούρα μαρτυρικοῦ βίου»: Μόνο ἕνας πολίτης ποὺ μαθαίνει νὰ ἀντέχει στὸν πόνο καὶ νὰ μὴ λυγίζει στὴν προοπτική τοῦ θανάτου, ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ βάζει φρένο στὴν λαίμαργη καὶ ἀδίστακτη ἐξουσία, ἡ ὁποία ἐξ ὁρισμοῦ καὶ ἀπὸ τὴν φύση της θέλει νὰ καθιστᾶ ὑποχείριό της τοὺς λαούς, ψαλιδίζοντας συνεχῶς τὶς ἐλευθερίες τους.

ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΕΛΛΕΙΜΜΑΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ

  Τέλος, δὲν πρέπει νὰ παροραθεῖ καὶ ἕνα ἀκόμη σημαντικὸ ἐπιχείρημα ποὺ προβλήθηκε ἀπὸ πολέμιους τῆς νομιμοποίησης τῆς εὐθανασίας: [15] «ἐκφράζουν τὸν φόβο ὅτι, ἂν ἡ εὐθανασία νομιμοποιηθεῖ, τότε θὰ θανατωθοῦν πολλοὶ ποὺ στὴν πραγματικότητα θὰ ἤθελαν νὰ παραμείνουν στὴ ζωή. Βεβαίως, ὁποιοσδήποτε παραδεκτὸς νόμος ποὺ θὰ νομιμοποιεῖ τὴν εὐθανασία γιὰ τοὺς διανοητικῶς ἱκανοὺς δὲν νοεῖται νὰ ἐπιτρέπει τὴ θανάτωσή τους, ἂν τὸ αἴτημά τους νὰ πεθάνουν δὲν εἶναι σαφές. Κάποιος ὅμως ἀσθενὴς τελικοῦ σταδίου, ἡ νοσηλεία τοῦ ὁποίου εἶναι δαπανηρὴ ἢ ἐπαχθής, ἢ ποὺ ἡ κατάστασή του εἶναι ψυχοφθόρα γιὰ τοὺς συγγενεῖς καὶ τοὺς φίλους του, εἶναι πολὺ πιθανὸ νὰ αἰσθανθεῖ ἔνοχος γιὰ τοὺς πόρους καὶ τὴ φροντίδα ποὺ τοῦ ἀφιερώνουν. Ἕνα τέτοιο πρόσωπο εἶναι ἰδιαίτερα εὐάλωτο σὲ πιέσεις: ἐνδεχομένως νὰ προτιμοῦσε νὰ μὴ τοῦ ἔθετε ποτὲ ὁ ἰατρὸς τὸ ἐρώτημα ἂν ἐπιθυμεῖ νὰ πεθάνει μὲ τὴ συνδρομὴ τῆς ἰατρικῆς»· ἐνδεχομένως νὰ προτιμοῦσε «νὰ μὴ ἀνέκυπτε ποτὲ τέτοιο ζήτημα ἢ νὰ μὴ εἶχε κἄν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσει τὴ θανάτωσή του. Πολλοὶ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἔδωσαν ἀρνητικὴ ψῆφο στὰ δημοψηφίσματα τῶν Πολιτειῶν τῆς Washington καὶ τῆς California ἀνησυχοῦσαν γιὰ τὸ ἐνδεχόμενο νὰ περιέλθουν οἱ ἀσθενεῖς σὲ αὐτὴ τὴ θέση, μερικοὶ δὲ ἀπὸ τοὺς ἐπικριτὲς τοῦ ὁλλανδικοῦ νομοσχεδίου ὑποστηρίζουν ὅτι οἱ ἡλικιωμένοι στὴ χώρα αὐτὴ ἔχουν ἤδη ἀρχίσει νὰ ἀντιμετωπίζουν τοὺς ἰατροὺς ὡς ἐχθρούς τους».

Συνεχίζεται….

Σημειώσεις:

[1] Κατὰ Λουκ. 16, 19. [2] Κατὰ Λουκ. 12, 20. [3] Κατὰ Ματθ. 7, 13. [4] Βέλιος, Ἐγὼ κι ὁ θάνατός μου. Τὸ δικαίωμα στὴν εὐθανασία, ἔκδ. Ροές, Ἀθήνα 2016, σελ. 21. [5] Βέλιος, ὅ.π., σελ. 22. [6] Μτφ.: Φώτης Τερζάκης, ἔκδ. Ὀξύ, Ἀθήνα 1998, σελ. 147, ὑποσ. 85. [7] Evola, ὅ.π., σελ. 135. [8] Βέλιος, ὅ.π., σελ. 24. [9] Βέλιος, ὅ.π., σελ. 25. [10] Βέλιος, ὅ.π., σελ. 26. [11] Βέλιος, ὅ.π., σελ. 56. [12] Βέλιος, ὅ.π., σελ. 52. [13] Βέλιος, ὅ.π., σελ. 34. [14] Βλ. ἰδίως Μ.Μ. Μωυσείδου, Ὁ Μαλθουσιανισμὸς ἄλλοτε καὶ νῦν.  Ἔλεγχος γεννήσεων καὶ ἀποστείρωσις. Μελέτη ἰατρική, εὐγονικὴ καὶ κοινωνική, Τυπογραφικὰ καταστήματα ἀδελφῶν Γεράρδων, Ἐν Ἀθήναις 1932. [15] Dworkin, Ἡ Ἐπικράτεια τῆς Ζωῆς. Ἀμβλώσεις, εὐθανασία & ἀτομικὴ ἐλευθερία, μτφ.: Φ. Βασιλογιάννης, ἔκδ. Ἀρσενίδη, Ἀθήνα 2013, σελ. 275.

Το πρωτότυπο άρθρο https://orthodoxostypos.gr/%E1%BC%A1-%E1%BC%84%CE%B8%CE%B5%CE%BF%CF%82-%E1%BC%90%CF%80%CE%B9%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%AF%CE%B1-%CF%84%E1%BF%86%CF%82-%CE%B5%E1%BD%90%CE%B8%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%82-%CE%BC-3/ ανήκει στο Ορθόδοξος Τύπος .