
Ένας νεαρός αδελφός ρώτησε κάποτε τον γέροντα: — Πάτερ, γιατί μαλώνω σκληρότερα όχι με ξένους, αλλά με τους κοντινούς μου ανθρώπους; Με συγγενείς, με γνωστούς, με τους δικούς μου ανθρώπους; Ο άγιος αναστέναξε ελαφρά και χαμογέλασε με εκείνη την ευγένεια που δεν κρίνει. — Γιατί εκεί μπαίνει πιο εύκολα ο διάβολος, είπε.
Ανάμεσα στους κοντινούς μου ανθρώπους. — Αλλά δεν είναι κακοί άνθρωποι… — Ούτε πρέπει να είναι, γιε μου. Ο διάβολος δεν έρχεται με κέρατα.
Έρχεται με λόγια. Με συμβουλές. Με «φροντίδα».
Με «δικαιοσύνη». Και άρχισε να του διηγείται ένα περιστατικό. Ήταν ένας πιστός άνθρωπος που προσπαθούσε να ζήσει όμορφα: προσευχόταν, πήγαινε στην εκκλησία, προσπαθούσε να είναι δίκαιος.
Όχι πολύ. Όσο μπορούσε. Και πήγε καλά.
Μια μέρα, ένας στενός συγγενής του είπε: — Υπερβάλλεις με την προσευχή σου. Άφησέ το στην ησυχία του. Ο Θεός είναι καλός, δεν τον νοιάζει και τόσο.
Μια άλλη φορά, ένας γνωστός του ψιθύρισε: — Γιατί να συγχωρείς; Δεν βλέπεις τι σου έκαναν; Έχεις δίκιο να υπερασπίζεσαι τον εαυτό σου. Και ένας άλλος: — Σταμάτα να πηγαίνεις τόσο πολύ στην εκκλησία. Κοίτα τις δουλειές σου.
Ζήσε και τη ζωή σου. Κανείς δεν φάνηκε να λυπάται. Αλλά, σιγά σιγά, ο άνθρωπος ηρέμησε.
— Βλέπεις; είπε…
➪ Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου στο www.orthmad.gr


