ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΣΤΑΜΑΤΙΟΣ, ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΙ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΕΚ ΣΠΕΤΣΩΝ
Οἱ ἅγιοι Μάρτυρες Σταμάτιος καὶ Ἰωάννης ἦσαν γεννήματα τῆς νήσου τῶν Σπετσῶν. Ὁ πατέρας τους ὀνομαζόταν Θεόδωρος καὶ ἡ μητέρα Ἀνέζω. Ὅταν ἐκοιμήθη ὁ πατέρας τους, ἔχοντας μέτρια περιουσία καί ἀφοῦ ἔφθασαν σὲ κατάλληλη ἡλικία ἄρχισαν νὰ ἐξασκοῦν τό ἐπάγγελμα τοῦ ἐμπόρου. Κατὰ τὸ ἔτος 1822 βρισκόμενοι στὴν περιοχὴ τῆς Χίου σὲ πλοῖο φορτωμένο μὲ λάδι, πέφτουν σὲ θαλασσοταραχὴ καὶ ἔτσι ἀναγκάζονται νὰ ἀράξουν στὴν περιοχή τοῦ Τσεσμέ. Ἐκεῖ βρῆκαν ἕνα Χριστιανὸ καὶ τὸν παρεκάλεσαν νὰ τοὺς οἰκονομήση ὅ,τι χρειάζονταν, γιὰ νὰ διορθώσουν τὸ πλοῖο. Ἐκεῖνος ὅμως τοὺς πρόδωσε στὸν Ἀγὰ τῆς περιοχῆς, ὁ ὁποῖος ἔστειλε στρατιῶτες νὰ τοὺς συλλάβουν. Ἔτσι συνελήφθησαν τὰ δύο ἀδέλφια μαζί μέ τόν πλοίαρχο Νικόλαο. Τὸν Νικόλαο λόγῳ τοῦ ὅτι ἦταν γεροντότερος ἀπεφάσισαν νὰ τὸν ἀποκεφαλίσουν. Στὸ δρόμο ὁδηγώντας τον γιὰ τὴν θανατικὴ ποινή, τὸν παρακινοῦσαν νὰ ἀλλάξη πίστη, γιὰ νὰ τοῦ χαρίσουν τὴν ζωή. Αὐτὸς, ὅμως, ἀρνούμενος νὰ ἀλλάξη πίστη ἀπεκεφαλίσθη στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ τὰ δύο ἀδέλφια ὁδηγήθηκαν στὴ φυλακή. Μία ἡμέρα ὁ πασὰς διόρισε δύο ἀνθρώπους, γιὰ νὰ προσπαθήσουν νὰ ἀλλαξοπιστήσουν τὸν Ἰωάννη καὶ τὸν Σταμάτιο. Αὐτοὶ , παρόλο ποὺ μετεχειρίσθηκαν ὅλα τὰ μέσα, δὲν μπόρεσαν νὰ τοὺς μεταπείσουν. Μετὰ ἀπὸ θεία ἀποκάλυψη, οἱ ἅγιοι κατάλαβαν ὅτι τὴν ἑπόμενη ἡμέρα θὰ θανατωθοῦν. Ἀφοῦ ἐξομολογήθηκαν καὶ κοινώνησαν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων ἀπὸ τὸν τοπικὸ Ἐπίσκοπο καὶ ἐνδυναμούμενοι μὲ τὶς συμβουλές του νὰ μένουν στέρεοι στὴν πίστη τους, πέρασαν ὅλη τὴν νύκτα προσευχόμενοι. Ὅταν ξημέρωσε, ὁ πασὰς τοὺς διεμήνυσε πώς, ἂν ἤθελαν νὰ σώσουν τὴν ζωή τους θὰ ἔπρεπε νὰ γίνουν Μουσουλμάνοι διαφορετικὰ θὰ τοὺς ἀποκεφάλιζε. Οἱ Μακάριοι ὅμως ἔλεγαν «Χριστιανοὶ εἴμαστε καὶ Χριστιανοὶ θὰ πεθάνουμε». Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Σταμάτιος, Ἰωάννης καὶ Νικόλαος ἔλαβαν τοὺς στεφάνους τοῦ μαρτυρίου.
Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος α΄.
Τοὺς εὐκλεεῖς τῶν Σπετσῶν γόνους, καὶ τῆς Χίου τὰ θεῖα ἐγκαλλωπίσματα, τοὺς πυρσοφεγγεῖς φωστῆρας, τοὺς ἐν τῇ πλειάδι τῶν νέων Μαρτύρων ἀγλαοφανῶς σελαγίζοντας, Νικόλαον τὸν σεπτόν, σὺν τοῖς κλεινοῖς Ἰωάννῃ καὶ Σταματίῳ τοῖς ὁμαίμοσι, πάντες οἱ τῶν ἄθλων αὐτῶν θαυμασταί, συνελθόντες ὕμνοις τιμήσωμεν, Χριστὸν τὸν ἀθλοθέτην καὶ βραβευτὴν αὐτῶν δοξάζοντες.
Μεγαλυνάριον
Τοὺς ἀπὸ τὰς Σπέτσας νεοφανεῖς, λάμψαντας ἀστέρας, Ἰωάννην τὸν θαυμαστόν, σὺν τῷ Σταματίῳ, ὑμνήσωμεν ἐκ πόθου, γεραίροντες τοὺς ἄθλους, αὐτῶν φιλέορτοι.


