ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ. ΑΟΡΑΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣΈκδοση Συνοδείας Σπυρίδωνος Ιερομονάχου,Νέα Σκήτη, Άγιον Όρος
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄. Ότι δεν πρέπει να πιστεύουμε, ούτε να έχουμε θάρρος ποτέ στον εαυτό μας.
(1). Ο προφήτης Ιερεμίας καταραμένο ονομάζει και αποστάτη του Θεού, εκείνον που θαρρεύεται και ελπίζει στον εαυτό του λέγοντας: «Τάδε λέγει Κύριος· Επικατάρατος ος την ελπίδα έχει επ’ άνθρωπον και στηρίσει σάρκα βραχίονος αυτού έπ’ αυτόν, και από Κυρίου αποστή η καρδιά αυτού» (ιζ’ 5). Αυτό το ρητό ερμηνεύοντας ο Μέγας Βασίλειος λέγει ότι, για μεν το, αυτός που έχει την ελπίδα του πάνω σε άνθρωπο, φανέρωσε ο προφήτης το να μην ελπίζουμε σε άλλον. Για δε το, και στηρίζει τη σάρκα ο βραχίονας αυτού, φανέρωσε το να ελπίζουμε στον εαυτό μας. Και τα δύο δε αυτά τα ονόμασε αποστασία από τον Θεόν (βλ. κατά πλάτος, μβ’). Και με άλλον τρόπο το ρητό αυτό ερμηνεύοντας, συμπεραίνει ότι είναι καταραμένος και αποστάτης, εκείνος, που ελπίζει στον εαυτό του. Γιατί, λέει, ότι όποιος ελπίζει στον άνθρωπο είναι καταραμένος και του Θεού αποστάτης. Βλέπε και εδώ πόσο άριστη είναι η τάξη, που χρησιμοποιεί το βιβλίο αυτό, γιατί αρχίζει τον πόλεμο από την φιλαυτία, η οποία είναι η προκαταρκτική αιτία και η ρίζα και η αρχή όλων των άλλων παθών και κακιών.
(2). Το να νομίζουμε ότι είμαστε κάτι σπουδαίο, αυτό ονομάζεται οίηση, η οποία είναι ένα πάθος, που γεννιέται μεν από την φιλαυτία, γεννά δε αυτό πάλι και γίνεται ρίζα και αρχή και αιτία όλων των άλλων παθών. Είναι δε, τόσο λεπτό και κρυφό πάθος είναι η οίηση αυτή, σε τρόπο πού, για την πολλή λεπτότητα του, ούτε το αισθάνονται καθόλου εκείνοι που το έχουν. Όσο όμως λεπτό και κρυφό είναι, τόσο είναι και μεγάλο κακό. Γιατί, την πρώτη εκείνη πόρτα του νου, από την οποία πρόκειται να μπει η χάρη του Θεού και να κατοικήσει στον άνθρωπο, αυτό το καταραμένο πάθος στέκεται και την κλείνει και δεν αφήνει την χάρη να εισέλθει. Η οποία δίκαια αναχωρεί. Γιατί πως μπορεί να έρθει η χάρη να φωτίσει ή να βοηθήσει τον άνθρωπο εκείνο, που νομίζει πως είναι κάτι μεγάλο; πως είναι σοφός; και πως δεν έχει ανάγκη από άλλον για βοήθεια; Ο Κύριος να μας λυτρώσει από τέτοιο εωσφορικό πάθος και αρρώστια. Αυτούς που έχουν το πάθος αυτό της οίησης· ταλανίζει ο Θεός με τον προφήτη, λέγοντας· «Αλοίμονο σ’ εκείνους που νομίζουν ότι είναι σοφοί και πιστεύουν για τον εαυτό τους, ότι τα ξέρουν όλα» (Ήσ. 5,21). Και ο Απόστολος μας παραγγέλνει αυτό· «Μην φαντάζεστε ότι είσθε σοφοί» (Ρωμ. 12,16)· και ο Σολομώντας «Μη νομίζεις σοφό τον εαυτό σου» (Παρ. 3,7).
(3). Γι’ αυτό λέει ο θείος Χρυσόστομος, ότι, όποιος νομίζει τον εαυτό του ότι δεν είναι τίποτα, εκείνος περισσότερο από όλους γνωρίζει τον εαυτόν του, «ούτος μάλιστα εστίν ο εαυτόν ειδώς, ό μηδέν εαυτόν είναι νομίζων». Ο δε θείος Μάξιμος «Αρετής όρος εστίν, ή της ανθρωπινής ασθενείας κατ’ έπίγνωσιν προς την θείαν δύναμιν ενωσις» [Όρος της αρετής είναι η κατ’ επίγνωση ένωση της ανθρώπινης ασθένειας με τη θεία δύναμη.] (κεφ. οθ’ της ε΄ εκατονταδ. Φιλοκαλ.). Ό δε Πέτρος ο Δαμασκηνός· «ουδέν κρείττον του γνώναι την οικείαν ασθένειαν και αγνωσίαν, ουδέ χείρον του ταύτην αγνοείν» [Δεν υπάρχει καλύτερο από το να γνωρίζει κανείς την ασθένεια και άγνοιά του, ούτε χειρότερο από το να την αγνοεί. ] (Φιλοκ. σελ. 611. Περί του μη απογινώσκειν) [Περί της μη απογνώσεως].
(4). Όχι μόνον όταν πέσει κάποιος σε κανένα αμάρτημα, άλλα και όταν πέσει σε διάφορες δυστυχίες, περιστάσεις και θλίψεις, και μάλιστα σε ασθένειες σωματικές και πολυχρόνιες, πρέπει να γνωρίζει την ταπεινή γνώση του εαυτού του και της αδυναμίας του, και να ταπεινώνεται. Γιατί για αυτό σκοπό παραχωρούνται από το Θεό να μας έρχονται όλοι απλά οι πειρασμοί, οι από το διάβολο, οι από τους ανθρώπους και οι από τη φύση. Οπότε και ο Απόστολος αυτό το σκοπό σκεπτόμενος, έλεγε ότι γι’ αυτό και μόνο αυτό τον ακολούθησαν οι στην Ασία θανατηφόροι πειρασμοί. «Άλλ’ αυτοί εν εαυτοϊς το άπόκριμα του θανάτου έσχήκαμεν, ίνα μη πεποιθότες ώμεν έφ’ εαυτοίς, αλλ’ επί τω Θεώ, τω εγείροντι τους νεκρούς» (Β’ Κορ. α’ 9). Και για να πω με συντομία, όποιος θέλει να γνωρίσει την ασθένειά του στην πράξη, ας παρατηρήσει, όχι πολύ καιρού, αλλά μιας μόνο ημέρας τους λογισμούς και τα λόγια και τα έργα, που σκέφθηκε και μίλησε και έκανε. Και βρίσκοντας ότι οι περισσότεροί του λογισμοί και τα λόγια και τα έργα είναι λανθασμένα, στραβά, ανόητα και κακά. Από την δοκιμή αυτή θα καταλάβει πόσο είναι ασθενής ο εαυτός του. Και από την κατανόηση αυτή και την αληθινή γνώση, οπωσδήποτε θα ταπεινωθεί , και στο εξής δεν θα ελπίζει στον εαυτό του. Όχι λιγότερο από αυτά που είπαμε πιο πάνω, θα μας φέρει στην επίγνωση της ασθένεια μας, η υλική αρχή του είναι μας, δηλαδή ,όταν στοχαστούμε πως έγινε η ύπαρξη μας.


