Τοῦ κ. Παναγιώτου Ἀποστολοπούλου
Πρόσωπον, φύσις καὶ χάρις – Ἡ πατερικὴ ἀλήθεια ἔναντι μιᾶς συγχύσεως
Τοῦ κ. Γεωργίου Καραλῆ
Ἀπάντησις εἰς τὸν προβληματισμὸν τοῦ κ. Παναγιώτου Ἀποστολοπούλου σχετικὰ μὲ τὰς ἐννοίας “ἄνθρωπος” καὶ “πρόσωπον”.
Στη σύγχρονη θεολογικὴ συζήτηση διατυπώνεται ἡ θέση ὅτι ὁ ἄνθρωπος «βρίσκει» ἢ «ἀποκτᾷ» τὸ πρόσωπο διὰ τῆς ταπεινώσεως, ἐνῶ μετὰ τὴν πτώση ὑποτίθεται ὅτι ἔχασε τὴ χάρη καὶ καλεῖται νὰ ἐπανέλθει στὸ πρόσωπο.
Ἡ θέση αὐτὴ, ὅσο καὶ ἐὰν ἐμφανίζεται πνευματικὴ, στηρίζεται σὲ μία βασικὴ θεολογικὴ σύγχυση: τὴ μεταφορά φυσικῶν καταστάσεων στὸ ἐπίπεδο τῆς ὑποστάσεως.
Ὁ ἄνθρωπος δὲν «γίνεται» πρόσωπον
Ἡ φράση ὅτι ὁ ἄνθρωπος γίνεται πρόσωπο δὲν ἔχει πατερικὸ ἔρεισμα.
Οἱ Πατέρες εἶναι σαφεῖς:
“Ἡ φύσις οὐκ ἔστιν ἀνυπόστατος, ἀλλ’ ἐν ὑποστάσεσιν ὑφίσταται”.
Ἄρα δὲν ὑπάρχει προγενέστερη «ἀτομικὴ» κατάσταση, δὲν ὑπάρχει μετάβαση ἀπὸ ἄτομο σὲ πρόσωπο.
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πρόσωπο ἐξ ἀρχῆς.
Ἡ πτῶσις καὶ ἡ χάρις
Μετὰ τὴν πτώση ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀφίσταται τῆς τοῦ Θεοῦ προνοίας, ἀλλὰ τῆς κατὰ χάριν θεώσεως.
Δηλαδή, δὲν στερεῖται παντελῶς τῆς θείας ἐνεργείας, ἀλλὰ στερεῖται τῆς θεοποιοῦ χάριτος.
Κατὰ τοὺς Πατέρες ἡ πτώση δὲν ἀλλοιώνει τὸ τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ἀλλοιώνει τὴν κίνηση τῆς φύσεως.
Ὁ ἄνθρωπος παραμένει πρόσωπο, ἀλλὰ ἡ φύση του κινεῖται παρὰ φύσιν καὶ δὲν ὁδηγεῖται πρὸς τὴ θέωση.
Ἡ ἐσωτερικὴ ἀσυνέπεια τῆς θέσεως
Ἐδῶ προκύπτει καὶ ἕνα βασικὸ πρόβλημα:
Ἀφ’ ἑνὸς γίνεται δεκτὸ ὅτι ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε ὡς πρόσωπο, ἀφ’ ἑτέρου συνδέεται τὸ πρόσωπο μὲ τὴν ταπείνωση καὶ τὴν παρουσία τῆς χάριτος.
Ἐὰν ὅμως ἡ χάρις καὶ ἡ ταπείνωση ἀποτελοῦν ὅρους τοῦ προσώπου, τότε ἡ ἀπώλεια τῆς χάριτος θὰ σήμαινε καὶ ἀπώλεια τοῦ προσώπου.
Αὐτὸ ὅμως δὲν γίνεται δεκτό.
Ἡ ἀντίφαση αὐτὴ δείχνει ὅτι δὲν ἔχει κατανοηθεῖ ἡ βασικὴ διάκριση μεταξὺ ὑποστάσεως καὶ φυσικῶν καταστάσεων.
Ἡ ταπείνωσις δὲν ὁρίζει τὸ πρόσωπον
Ἡ ταπείνωση δὲν ἀνήκει στὸ ἐπίπεδο τῆς ὑποστάσεως.
Εἶναι ἕξις, ἐνέργεια τῆς ψυχῆς, τρόπος κινήσεως τῆς φύσεως.
Ἑπομένως ὁ ἄνθρωπος δὲν γίνεται πρόσωπο, ἐπειδὴ ταπεινώνεται οὔτε παύει νὰ εἶναι πρόσωπο, ἐπειδὴ ὑπερηφανεύεται.
Ἡ ταπείνωση ἀνήκει στὴ θεραπεία τῆς φύσεως, ὄχι στὴ σύσταση τοῦ προσώπου.
Ὁ πνευματικὸς ἀγών
Ὁ πνευματικὸς ἀγώνας δὲν συγκροτεῖ τὸ πρόσωπο, ἀλλὰ θεραπεύει τὴ φύση.
Κατὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο τὰ πάθη δὲν ἀναιροῦνται, ἀλλὰ μεταστρέφονται ἀπὸ διαβλητὰ σὲ ἀδιάβλητα, καθὼς ἡ φύσις ἐπανέρχεται ἀπὸ τὸ παρὰ φύσιν στὸ κατὰ φύσιν καὶ τελικῶς καθαίρεται καὶ θεοῦται.
Τὸ πρόσωπο παραμένει ὁ φορεὺς τῆς φύσεως καὶ ὁ κατευθύνων, διὰ τῆς προαιρέσεως, τὴν κίνησή της.
Ἡ ρίζα τοῦ προβλήματος
Ἡ ρίζα τῆς συγχύσεως εἶναι ἡ ἑξῆς: συγχέονται φύσις καὶ ὑπόστασις.Ἔτσι, καταστάσεις καὶ ἐνέργειες τῆς φύσεως (ὡς ἡ ταπείνωσις καὶ ἡ κένωσις) μεταφέρονται στὸ ἐπίπεδο τοῦ προσώπου. Καὶ ἔτσι δημιουργεῖται ἡ ἐσφαλμένη ἰδέα ὅτι τὸ πρόσωπο ἀποκτᾶται.
Ἡ παράλειψις τοῦ κυρίου ζητήματος
Στὴν προγενέστερη ἀπάντηση εἶχε τεθεῖ σαφῶς τὸ κεντρικὸ ζήτημα: ὅτι ἡ ταύτιση τοῦ προσώπου μὲ φυσικὲς καταστάσεις ὁδηγεῖ ἀναγκαστικὰ στὴν ἀπώλεια τοῦ προσώπου μετὰ τὴν πτώση.
Τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν ἀντιμετωπίζεται.
Ἀντιθέτως, ἐπαναλαμβάνεται ἡ σύνδεση τοῦ προσώπου μὲ τὴ χάρη καὶ τὴν ταπείνωση, ποὺ ἀκριβῶς ἀποτελεῖ τὸ ζητούμενο.
Ἡ συζήτηση μετατοπίζεται ἀπὸ τὴν ἀκρίβεια τῶν ὅρων σὲ περιγραφὲς βιωμάτων, χωρὶς νὰ ἀπαντᾶται τὸ θεολογικὸ πρόβλημα.
Συμπέρασμα
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πρόσωπο ἐξ ἀρχῆς, παραμένει πρόσωπο καὶ μετὰ τὴν πτώση.
Δὲν χάνει τὴν ὑποστατικότητά του· διαστρέφει τὴ φύση του.
Ἡ ταπείνωση δὲν δημιουργεῖ τὸ πρόσωπο· θεραπεύει τὴ φύση.
Ἡ σωτηρία δὲν εἶναι μετάβαση σὲ πρόσωπο, ἀλλὰ ἐπιστροφὴ τῆς φύσεως πρὸς τὸν Θεό καὶ μετοχὴ στὴν κατὰ χάριν θέωση.
Ἡ πιστὴ διάκριση φύσεως καὶ ὑποστάσεως εἶναι ὁ μόνος τρόπος νὰ διαφυλαχθεῖ ἀλώβητη ἡ πατερικὴ ἀλήθεια.


