ΚΥΠΡΟΣ: Με το «Χρυσό Παράσημο» του Ιδρυτού και Προστάτου της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Κύπρου, Αποστόλου Βαρνάβα, τιμήθηκε ο Μητροπολίτης Κύκκου και Τηλλυρίας κ. Νικηφόρος. Η ύψιστη αυτή τιμητική διάκριση της εν Κύπρω Εκκλησίας επιδόθηκε στον Μητροπολίτη στο πλαίσιο σεμνής τελετής, η οποία έλαβε χώρα στη Λευκωσία, την Κυριακή, 26 Απριλίου 2026.Το πολυδιάστατο εθνικοθρησκευτικό, κοινωνικό και πολιτιστικό έργο του Μητροπολίτη Κύκκου και Τηλλυρίας κ. Νικηφόρου παρουσίασε στη συνέχεια ο Διευθυντής του Κέντρου Μελετών της Ιεράς Μονής Κύκκου κ. Κωστής Κοκκινόφτας.Κατακλείοντας τον λόγο του ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, υπογράμμισε: «Σε καιρούς χαλεπούς, έκπτωσης ήθους και αξιών, αναζητά κανείς και συνετούς και πρότυπα. Κι εσείς, Πανιερώτατε, είστε πρότυπο, που θα καθοδηγείτε όλους με το παράδειγμά σας. Ευχή όλων μας είναι να σας διαφυλάττει ο Θεός εν υγεία για χρόνια πολλά. Κι είμαστε βέβαιοι γι’ αυτό. Γιατί, όπως και ο Μένανδρος από την αρχαιότητα διαλαλεί, “εὐχῆς δικαίας οὐκ ἀνήκοος ο Θεός”».«Η σημερινή ημέρα είναι για μένα ημέρα δοξολογίας, ημέρα συγκινήσεως, ημέρα θαυμασμού, γιατί βλέπω ενώπιόν μου, όχι απλώς μία βράβευση, αλλά μία ομολογία αγάπης της Μητέρας Εκκλησίας. Μία αναγνώριση, ότι ο Θεός οικοδομεί, στηρίζει, καθοδηγεί και αναπληρώνει τα ελλείμματα των ασθενών του δούλων», τόνισε, για να προσθέσει αμέσως ότι: «Η τιμή, την οποία η Μητέρα Εκκλησία της Κύπρου επέλεξε να απονείμει στο ταπεινό μου πρόσωπο, υπερβαίνει κατά πολύ την αξία του έργου της ελαχιστότητάς μου, γιατί, ό,τι επιτελείται μέσα στην Εκκλησία, δεν είναι έργο ανθρώπινης ικανότητας, αλλά καρπός χάριτος θείας, η οποία “ἀναπληροῖ τά ἐλλείποντα”. Να, γιατί τούτη τη στιγμή η συνείδησή μου ελέγχει την καρδία μου, γιατί η παρούσα τιμή αναλογεί, όχι στην ανθρώπινη αναξιότητά μου, αλλά στη θεία μακροθυμία και οικονομία. Οποιονδήποτε έργο και αν έχουμε πίσω μας, οποιανδήποτε επιτυχία, δεν ανήκει στις πτωχικές μας δυνάμεις, αλλά στον ίδιο τον δωρεοδότη Θεό».»Σήμερα, λοιπόν, άνθρωπος βραβεύεται, αλλά η Θεοτόκος δοξάζεται. Εγώ αναφέρομαι, αλλά η Θεοφρούρητη του Κύκκου Μονή υψώνεται. Γι’ αυτό και ομολογώ, ότι η συγκίνηση, που αισθάνομαι τούτη τη στιγμή, δεν είναι συγκίνηση ενός ανθρώπου, αλλά συγκίνηση τέκνου, που βλέπει τη Μητέρα του τιμωμένη. Και πώς να μην είναι Μητέρα μου, αφού μέσα στα ιερά άσυλα της Μονής αυτής παιδιόθεν, εξ απαλών ονύχων, γαλουχήθηκα με τα ελληνορθόδοξα νάματα και αυτή για 66 τώρα χρόνια από τα 78, που άνοιξα τα μάτια μου στο φως του ήλιου, την υπηρετώ με σεβασμό και ταπείνωση. Εκεί, στη Βασιλική αυτή Κιβωτό της Θεομητορικής Χάριτος εκοινώνησα τον ιερό παλμό των Ελληνικών και Ορθοδόξων Παραδόσεων. Εκεί έμαθα τι σημαίνει μοναχική υπακοή και ταπείνωση. Εκεί βίωσα τη συγχωρητικότητα και την επιείκεια. Εκεί μορφώθηκε η ψυχή μου και διδάχθηκε την έμπρακτη προς τον πλησίον θυσιαστική αγάπη».Λουκάς Α. Παναγιώτου
Το πρωτότυπο άρθρο ανήκει στο Βήμα Ορθοδοξίας .
Το πρωτότυπο άρθρο ανήκει στο Βήμα Ορθοδοξίας .
