
Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’.
Εἰκών Σου ἡ Πάνσεπτος, ἥν Παναγία Ξενιά, καλοῦμεν Πανύμνητε, τῶν εὐσεβῶν τάς ψυχάς ξενίζει τοῖς θαύμασι. Χάριν γάρ ἀναβλύζει καί ἰάματα πλεῖστα πᾶσι τοῖς προσιοῦσι καί πιστῶς ἐκβοῶσι. Χαῖρε κεχαριτωμένη ὁ Κύριος μετά Σοῦ.
«Ἡ χάρη τῶν Ἁγίων μας ἀκόμα καὶ πάνω στὰ ξύλα τῶν ἁγίων εἰκόνων ὑπάρχει. Εἴχαμε στὴν πατρίδα μας, τὴ Μικρὰ Ἀσία, Τοῦρκο κτηνοτρόφο ποὺ ὅταν ἄρμεγε τὰ πρόβατά του σκέπαζε τὸ δοχεῖο μὲ τὸ γάλα μὲ ἕνα μεγάλο καὶ βαρὺ πελεκημένο ξύλο ἀπὸ κάποια εἰκόνα τῆς Παναγίας μας. Τὰ χρώματα εἶχαν φύγει ἀπὸ τὰ χρόνια καὶ τὴν κακομεταχείριση καὶ φαινόταν σὰν ἁπλὸ ξύλο.
Συνέβαινε λοιπὸν τὸ ἑξῆς θαῦμα: Ὅταν ὁ Τοῦρκος τὸ πρωὶ πήγαινε στὸ μαντρί του ἔβρισκε τὸ γάλα χυμένο, καὶ τὸ σκεῦος, τὸ καρδάρι ἀνάποδα καὶ τὴν εἰκόνα ὄρθια ἀκουμπισμένη σ’ ἕνα δένδρο. Κατ’ ἀρχὰς δὲν μποροῦσε νὰ ἑρμηνεύσει τὸ γεγονός, ἐπειδὴ ὅμως συνεχῶς χυνόταν τὸ γάλα εἶπε θυμωμένος: Μήπως αὐτὸ τὸ ξύλο μου τὸ χύνει; (Γιατί ἤξερε ὅτι ἦταν παλιὰ εἰκόνα τῶν Χριστιανῶν). Ἅρπαξε τὸ τσεκούρι νὰ σχίσει τὴν εἰκόνα γιὰ νὰ τὴν κάψει.
Μὲ τὴν πρώτη ὅμως τσεκουριά, καθὼς καρφώθηκε τὸ τσεκούρι, ἄρχισε νὰ αἱμορραγεῖ ἡ εἰκόνα. Τὸ αἷμα ἀνάβλυζε ἀπὸ τὴν πληγὴ καὶ ἔτρεχε. Ὁ Τοῦρκος φοβήθηκε καὶ…
➪ Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου στο orthodoxia.gr


