
Επικήδειος για τον Άρχοντα και Δάσκαλο Γεώργιο Χατζηχρόνογλουαπ’ τη γη τους διάλεξες να σε δοξολογούνε.οι ψάλτες να μην πέθαιναν ποτέ…» Τι παράξενος και ανθρώπινος στίχος! «Οι ψάλτες να μην πέθαιναν ποτέ…» Μακάρι να γινόταν. Μακάρι να μπορούσαμε σήμερα να ανοίξουμε την πόρτα της Φανερωμένης και να τον ακούσουμε ξανά. Να πάρει τη θέση του στο αναλόγιο. Να ανοίξει το μουσικό του βιβλίο. Να ακούσουμε εκείνο το γνώριμο μετά το«Ευλογητός ο Θεός ημών…». Να ψάλλει. Και εμείς να ξέρουμε ότι είναι εκεί. Αλλά ο άνθρωπος δεν είναι φτιαγμένος για να μένει αιώνια εδώ. Και ο ψάλτης πεθαίνει. Η φωνή του όμως δεν χάνεται. Γιατί κάθε αληθινή προσευχή έχει αιώνια ζωή. Και πιστεύω ότι σήμερα, εκεί όπου δεν υπάρχει πλέον κόπος, ασθένεια, χρόνος και φθορά, ο αείμνηστος ακούει μια άλλη μελωδία. Όχι εκείνη που εμείς γνωρίζουμε. Αλλά εκείνη που ψάλλουν οι Άγγελοι μπροστά στον θρόνο του Θεού. Και ίσως τώρα να κατάλαβε κάτι που εμείς ακόμη δεν μπορούμε να καταλάβουμε: ότι όλη η επίγεια μουσική ήταν μια πρόβα για την αιώνια δοξολογία. Όλα τα «Κύριε ελέησον» που έψαλε. Όλα τα «Τη Υπερμάχω». Όλα τα «Άξιον εστίν». Όλοι οι ύμνοι της Παναγίας. Όλοι οι ύμνοι των Αγίων. Όλες οι αγρυπνίες. Όλες οι πανηγύρεις. Όλα τα αναλόγια. Ήταν, χωρίς ίσως να το γνωρίζει, ένας δρόμος που τον οδηγούσε εδώ. Από το επίγειο αναλόγιο στο ουράνιο αναλόγιο. Και τώρα θέλω να πω δυο λόγια στην οικογένειά του. Στη σύζυγό του, που έζησε δίπλα του μια ολόκληρη ζωή.
Στα παιδιά του, που σήμερα δεν χάνουν απλώς έναν σπουδαίο πατέρα. Χάνουν τον δικό τους άνθρωπο. Ο κόσμος θα σας μιλήσει για τον μεγάλο Πρωτοψάλτη. Για τον Άρχοντα Υμνωδό. Για τον δάσκαλο. Για τον συγγραφέα. Για τον άνθρωπο με τη διεθνή αναγνώριση. Εσείς όμως γνωρίζετε κάτι που κανένα βιογραφικό δεν μπορεί να γράψει: γνωρίζετε τον πατέρα και τον σύζυγο. Και σήμερα, μέσα στον πόνο σας, να κρατήσετε μία βεβαιότητα. Ο άνθρωπός σας δεν βρίσκεται πλέον στα χέρια μας. Βρίσκεται στα χέρια του Θεού. Και τα χέρια του Θεού είναι ασφαλέστερα από τα δικά μας. Θα μου επιτρέψετε όμως, αδελφοί μου, και μια τελευταία σκέψη. Η σημερινή ημέρα είναι ένας έλεγχος για όλους μας. Γιατί αποχαιρετούμε έναν άνθρωπο που αφιέρωσε περισσότερα από σαράντα χρόνια στο αναλόγιο. Και ας αναρωτηθούμε: Εμείς τι αφήνουμε πίσω μας; Τι θα μείνει όταν κλείσει η πόρτα πίσω από εμάς; Ένας τίτλος; Μια θέση; Μερικά χρήματα; Ένα σπίτι; Μερικές φωτογραφίες; Ένα βιογραφικό; Ή άνθρωποι που θα πουν: «Πέρασε από τη ζωή μου και με έκανε καλύτερο άνθρωπο»; Αυτό είναι το πραγματικό μεγαλείο. Και ίσως εδώ βρίσκεται το μεγαλύτερο μάθημα που μας παραδίδει σήμερα ο αείμνηστος. Δεν είναι σπουδαίος ένας άνθρωπος επειδή τον αναγνωρίζουν οι πολλοί. Είναι σπουδαίος όταν τον αγαπούν αληθινά όσοι τον γνώρισαν από κοντά. Και εγώ μπορώ να το καταθέσω σήμερα ενώπιον του Θεού και ενώπιον όλων σας: Εγώ δεν έχασα σήμερα μόνο έναν μεγάλο Πρωτοψάλτη. Έχασα τον δάσκαλό μου. Έχασα έναν άνθρωπο που στάθηκε δίπλα μου. Έχασα έναν άνθρωπο που με αγάπησε. Έχασα έναν άνθρωπο που, για μένα, υπήρξε πατέρας. Και γι’ αυτό ο αποχαιρετισμός μου σήμερα δεν μπορεί να είναι ψυχρός. Έχει μέσα του δάκρυ. Έχει ευγνωμοσύνη. Έχει πόνο. Αλλά έχει και ελπίδα. Γιατί η Εκκλησία δεν λέει στον νεκρό «αντίο». Η Εκκλησία λέει: «Χριστός Ανέστη». Και αυτή η λέξη είναι ολόκληρη η παρηγοριά μας. Δάσκαλέ μου, Όταν κάποια ημέρα σταθώ ξανά στο αναλόγιο και ακούσω τη σιωπή εκεί που κάποτε ακουγόταν η φωνή σου, θα σε θυμηθώ. Όταν έρθει η πανήγυρη του Αγίου Νεκταρίου στον Βλαχιώτη και θα ψάχνουμε τον άνθρωπο που για είκοσι χρόνια ερχόταν να μας χαρίσει τη φωνή του, θα σε θυμηθώ. Όταν βρεθώ στη Φανερωμένη, θα κοιτάξω προς το αναλόγιο και θα σε ψάξω. Και ίσως για μια στιγμή να νομίσω πως θα σε ακούσω. Αλλά τότε θα θυμηθώ κάτι: Δεν έφυγες από την Εκκλησία. Απλώς άλλαξες αναλόγιο. Από το αναλόγιο του κόσμου ετούτου, στο αναλόγιο του Ουρανού.Εκεί όπου δεν υπάρχει πια τελευταίος ύμνος. Εκεί όπου δεν υπάρχει τελευταίο «Κύριε ελέησον». Εκεί όπου η δοξολογία δεν τελειώνει. Και αν ο Θεός μου επιτρέψει κάποτε να σε συναντήσω ξανά, θα ήθελα να σου πω μόνο μία φράση: «Σ’ ευχαριστώ, δάσκαλέ μου. Σ’ ευχαριστώ που με δίδαξες μουσική, μα περισσότερο σ’ ευχαριστώ που με δίδαξες αγάπη. Σ’ ευχαριστώ που στάθηκες δίπλα μου σαν πατέρας. Και σ’ ευχαριστώ για όλες εκείνες τις φορές που μαζί υπηρετήσαμε την Εκκλησία.» Και σήμερα, αντί για «καλό κατευόδιο», ας πούμε όλοι μαζί την προσευχή που ταιριάζει σε έναν άνθρωπο που έκανε ολόκληρη τη ζωή του προσευχή: Λάβε τούτη την ώρα τόν πόνο τῆς ψυχῆς μας καθώς καί τό εὐχαριστήριοδάκρυ μας ὡς λιβανωτό στήν μακαρία ὁδόπού σήμερα πορεύεσαι… Δέξου τή φτωχική διαβεβαίωσή μας ὅτι δέν θά σέ λησμονήσουμε ποτέ: «διότι τότε οἱ νεκροί πεθαίνουνε, όταν τους λυσμονάνε». … Ἀναπαύου ἐν εἰρήνῃ στίς καρδιές μας… διότι ὁ «ἀληθινός τάφος τῶν νεκρῶν εἶναιοἱ καρδιές τῶν ζωντανῶν». Καλόν Παράδεισον δάσκαλέ μας. Αιωνία σου η μνήμη, αγαπημένε μας δάσκαλε. Ο Κύριος να σε κατατάξει «ένθα επισκοπεί το φως του προσώπου Αυτού». Να σε αναπαύσει στις σκηνές των δικαίων. Να χαρίσει παρηγοριά στη σύζυγό σου και στα παιδιά σου. Και να αξιώσει όλους εμάς, όταν έρθει η ώρα μας, να ακούσουμε κι εμείς εκείνη την ουράνια φωνή που λέει: «Εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ… εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου».Αιωνία σου η μνήμη.
Πατήρ Βασίλειος Καπερώνης

