🔺Του Σωτήρη Μ. Τζούμα
Κάποτε η Eurovision παρουσιαζόταν ως μια γιορτή μουσικής. Ένα πεδίο πολιτισμικής συνάντησης, όπου οι λαοί διαγωνίζονταν με τραγούδια, μελωδίες, φωνές και έμπνευση.
Σήμερα, ελάχιστα έχουν απομείνει από εκείνη την ιδέα. Η σύγχρονη Eurovision δεν είναι διαγωνισμός τέχνης. Είναι μια τεράστια βιομηχανία εικόνας, πολιτικών ισορροπιών, επικοινωνιακής χειραγώγησης και επιβολής συγκεκριμένων προτύπων “κουλτούρας”, που βαφτίζονται πρόοδος μόνο και μόνο επειδή προωθούνται επιθετικά από το ίδιο το σύστημα.
Και ας είμαστε ειλικρινείς: δεν φταίνε οι καλλιτέχνες. Οι περισσότεροι νέοι άνθρωποι που ανεβαίνουν σε αυτή τη σκηνή προσπαθούν. Δουλεύουν, κουράζονται, εκτίθενται δημόσια και δίνουν αυτό που μπορούν μέσα σε ένα απολύτως προκαθορισμένο περιβάλλον με σημαδεμένη τράπουλα!
Το πρόβλημα είναι το ίδιο το περιβάλλον. Ένας μηχανισμός που δεν επιβραβεύει πλέον την αυθεντική δημιουργία, αλλά την υπακοή σε μια συγκεκριμένη αισθητική, ιδεολογική και επικοινωνιακή “γραμμή παραγωγής”.
Η Eurovision έχει πάψει εδώ και χρόνια να λειτουργεί με μουσικά κριτήρια. Τα τραγούδια είναι συχνά δευτερεύοντα. Η φωνή, η σύνθεση, η μελωδία, η ερμηνεία, περνούν σε δεύτερη μοίρα μπροστά στο “μήνυμα”, στην εικόνα, στην πρόκληση, στην πολιτική σημειολογία και στην επιτηδευμένη διαφορετικότητα που προωθείται σχεδόν καταναγκαστικά. Δεν αρκεί πλέον να παρουσιάσεις ένα καλό τραγούδι. Πρέπει να υπηρετείς και το κατάλληλο αφήγημα. Να είσαι “χρήσιμος” στο γενικότερο concept του θεσμού.
Και κάπου εκεί αρχίζει η κατάντια.
Γιατί όταν η τέχνη παύει να αναζητά την ομορφιά και γίνεται εργαλείο προπαγάνδας, τότε μετατρέπεται σε προϊόν. Υποπροϊόν, πολλές φορές. Ένα φτηνό κατασκεύασμα εντυπωσιασμού, φτιαγμένο για να προκαλεί θόρυβο λίγων ημερών και να ξεχνιέται αμέσως μετά. Αυτό ακριβώς συμβαίνει πλέον στη Eurovision: μια παρέλαση κατασκευασμένων εντυπώσεων, όπου το σοκ μετρά περισσότερο από την ουσία και η ιδεολογική συμμόρφωση περισσότερο από το ταλέντο.
Και μέσα σε αυτό το πανηγύρι, χώρες όπως η Ελλάδα μοιάζουν συχνά να χάνουν τον εαυτό τους. Αντί να επενδύουμε στη μουσική μας ταυτότητα, στην ποιότητα, στην ιδιαίτερη πολιτισμική μας σφραγίδα, προσπαθούμε απεγνωσμένα να μιμηθούμε το “ευρωπαϊκό καλούπι”. Να φτιάξουμε συμμετοχές που να χωρούν στο σύστημα της Eurovision, αντί να μεταφέρουμε εκεί κάτι αληθινά ελληνικό, αυθεντικό και διαχρονικό.
Το αποτέλεσμα; Συμμετοχές χωρίς προσωπικότητα. Τραγούδια μιας χρήσης. Καλλιτέχνες που αναλώνονται σε μια βραδιά τηλεοπτικού θορύβου και ύστερα χάνονται μέσα στη λήθη της επόμενης διοργάνωσης.
Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη να κυνηγά την αποδοχή μιας εμπορικής “επιτροπής πολιτισμού”, μιας εμποροπανηγύρεως της κακιάς ώρας. Η Ελλάδα έχει μουσική παράδοση που δεν χρειάζεται πιστοποίηση από κανέναν μηχανισμό. Από τον Θεοδωράκη και τον Χατζιδάκι μέχρι το λαϊκό τραγούδι, το έντεχνο και τη σύγχρονη δημιουργία, αυτή η χώρα απέδειξε ότι μπορεί να παράγει πολιτισμό με βάθος, συναίσθημα και ταυτότητα.Δεν χρειάζεται ξένα υποκατάστατα. Διότι το hamburger από τα goodies μπορεί να αποτελεί γρήγορη λύση πεινάς αλλά δεν θα είναι ποτέ φαγητό αξιώσεων!
Το ερώτημα λοιπόν είναι απλό:
Θέλουμε να συμμετέχουμε σε αυτό το θέαμα ως αξιοπρεπής δημιουργική δύναμη ή ως πρόθυμοι κομπάρσοι μιας βιομηχανίας που χρησιμοποιεί τη μουσική ως όχημα πολιτικής και εμπορικής επιβολής και για να περνά τις ιδέες της;
Γιατί όσο συνεχίζουμε να κυνηγάμε τη “σωστή εικόνα” αντί για την αληθινή δημιουργία, δεν θα κερδίζουμε ούτε σεβασμό ούτε ουσία. Μόνο λίγα λεπτά τηλεοπτικής προσοχής.
Και αυτά, την επόμενη μέρα, δεν τα θυμάται κανείς.



