Skip to content
Διάρκεια άρθρου: Λιγότερο από 1 λεπτό Λεπτά

Η μνημόνευση και τιμή στους χαρισματούχους πνευματικούς Πατέρες ως έκφραση της αυτοσυνειδησίας της Εκκλησιας – Ορθοδοξία News Agency

«Μνημονεύετε τῶν ἡγουμένων ὑμῶν, οἵτινες ἐλάλησαν ὑμῖν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ὧν ἀναθεωροῦντες τὴν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς μιμεῖσθε τὴν πίστιν» (Εβρ. 13,7)Ακριβώς η ίδια πορεία διαπιστώνεται και στην περίπτωση του Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτου. Κατά τη διάρκεια της ζωής του απέφευγε κάθε προσωπική προβολή.Μέσα σε αυτή την αδιάκοπη παράδοση εντάσσεται και ο Γέρων Αιμιλιανός.Εάν πράγματι η δημόσια ανάδειξη ενός χαρισματικού μοναχού αποτελεί αλλοίωση του μοναχικού ιδεώδους, τότε, όπως ήδη αναφέραμε, δεν θα έπρεπε να είχε γραφεί ο Βίος του Μεγάλου Αντωνίου, δεν θα έπρεπε να είχαν συνταχθεί τα Αποφθέγματα των Πατέρων, δεν θα έπρεπε να είχαν γραφεί οι Βίοι των Οσίων, δεν θα έπρεπε να είχαν εκφωνηθεί οι εγκωμιαστικοί λόγοι του Μεγάλου Βασιλείου και του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, δεν θα έπρεπε να είχε δημοσιεύσει ο Άγιος Σωφρόνιος τον βίο και τις γραφές του Αγίου Σιλουανού, ούτε να είχαν εκδοθεί οι λόγοι του Αγίου Παϊσίου. Καμία από αυτές τις συνέπειες δεν έγινε δεκτή από την Εκκλησία. Η ιστορία αποδεικνύει ότι η ορθόδοξη συνείδηση ακολούθησε ακριβώς τον αντίθετο δρόμο.Παρόμοια είναι η περίπτωση της πνευματικής πατρότητας. Το άρθρο χρησιμοποιεί τον όρο «γεροντισμός» για να επισημάνει πραγματικούς κινδύνους καταχρήσεως της πνευματικής εξουσίας. Η ανησυχία αυτή είναι απολύτως θεμιτή. Εάν όμως η έννοια αυτή επεκταθεί αδιακρίτως σε κάθε μορφή πνευματικής πατρότητας, τότε δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση ένας επιμέρους τρόπος ασκήσεως της ποιμαντικής. Τίθεται υπό αμφισβήτηση η ίδια η πατερική παράδοση. Η Εκκλησία από τους Αποστόλους μέχρι σήμερα γνωρίζει πνευματικούς πατέρες. Δεν γνωρίζει ψυχολογικούς καθοδηγητές. Δεν γνωρίζει χαρισματικούς ηγέτες κατά την κοινωνιολογική έννοια. Γνωρίζει ανθρώπους που γεννούν πνευματικά άλλους ανθρώπους μέσα στον Χριστό. Αυτή είναι η ουσία της πνευματικής πατρότητας.

Το βαθύτερο όμως θεολογικό σημείο βρίσκεται αλλού. Η ορθόδοξη θεολογία δεν στηρίζεται πρωτίστως σε θεωρητικά σχήματα. Στηρίζεται στην εμπειρία της θεώσεως. Αυτό είναι το μεγάλο μήνυμα του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου. Αυτό υπερασπίστηκε ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς. Αυτό έζησαν οι μεγάλοι ησυχαστές του Αγίου Όρους. Ο Γέρων Αιμιλιανός ανήκει ακριβώς σε αυτή τη γραμμή. Η θεολογία του δεν είναι φιλοσοφία, είναι εμπειρία. Η Εκκλησία μελετά το έργο του όχι επειδή υπήρξε σπουδαίος διανοούμενος, αλλά επειδή υπήρξε φορέας μιας ζώσας ησυχαστικής παραδόσεως.

Υπό το φως όλων των προηγουμένων, η ουσιαστική διαφωνία δεν αφορά την επιτυχία ή την αποτυχία ενός συνεδρίου, αλλά σε δύο διαφορετικές εκκλησιολογικές προσεγγίσεις. Η πρώτη βλέπει την αγιότητα ως γεγονός που ανήκει σε ολόκληρη την Εκκλησία και γι’ αυτό θεωρεί αυτονόητη τη θεολογική μελέτη των μεγάλων πνευματικών μορφών. Η δεύτερη αντιμετωπίζει με ιδιαίτερη επιφυλακτικότητα κάθε δημόσια ανάδειξη συγχρόνων γερόντων, φοβούμενη ότι ενδέχεται να οδηγήσει σε προσωποκεντρικές υπερβολές ή σε μορφές εξαρτήσεως. Η ανησυχία αυτή είναι κατανοητή και δεν πρέπει να απορρίπτεται ως αβάσιμη. Εκεί όπου όμως η επιφύλαξη γενικεύεται σε σημείο ώστε να καθίσταται προβληματική η ίδια η εκκλησιαστική μνήμη και η θεολογική μελέτη των χαρισματούχων πνευματικών πατέρων, τότε οι συνέπειες αγγίζουν τον πυρήνα της ορθόδοξης παραδόσεως.

Συμπερασματικά, το πραγματικό ζήτημα που αναδεικνύεται από τη συζήτηση δεν είναι αν ένα συνέδριο οργανώθηκε με επιτυχία ή αν μία μοναστική προσωπικότητα τιμήθηκε περισσότερο ή λιγότερο από όσο έπρεπε. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι, πώς αντιλαμβάνεται η Εκκλησία τη σχέση της με τους Αγίους, τους πνευματικούς πατέρες και την ησυχαστική της παράδοση. Η θεολογική ανάλυση που προηγήθηκε οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι βασικές επιφυλάξεις που διατυπώνονται στο άρθρο, εάν αναχθούν σε γενική αρχή, δυσκολεύονται να εναρμονιστούν με τη βιβλική, πατερική και λειτουργική αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η Εκκλησία δεν φοβάται τη μνήμη των Αγίων· τη θεωρεί έκφραση της μνήμης του ίδιου του Θεού μέσα στην ιστορία. Δεν αντιμετωπίζει την πνευματική πατρότητα ως μηχανισμό εξουσίας· τη βιώνει ως χαρισματική διακονία. Δεν περιορίζει τον ησυχασμό στην ιδιωτική σφαίρα· τον αναγνωρίζει ως τη βαθύτερη μαρτυρία της εμπειρίας της θεώσεως.

Γι’ αυτό και η θεολογική μελέτη του Γέροντος Αιμιλιανού δεν αποτελεί απλώς απόδοση τιμής σε ένα πρόσωπο. Αποτελεί μαρτυρία ότι η Εκκλησία εξακολουθεί να αναγνωρίζει στην εποχή μας τη συνέχεια της ίδιας εκείνης ησυχαστικής και πατερικής παραδόσεως που διαμόρφωσε την ταυτότητά της μέσα στους αιώνες.

Επίλογος

Το παρόν δημοσίευμα δεν γράφτηκε για να υπερασπισθεί ένα πρόσωπο απέναντι σε ένα άρθρο, ούτε για να προβεί σε μία πρόσκαιρη δημοσιογραφική αντιπαράθεση. Πολύ περισσότερο, δεν αποσκοπεί στην καλλιέργεια μιας προσωποκεντρικής αντιλήψεως περί του μοναχισμού ούτε στην άκριτη εξιδανίκευση οποιουδήποτε ανθρώπου. Σκοπός της υπήρξε να υπενθυμίσει τη διαχρονική αυτοσυνειδησία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία επί δύο χιλιετίες δεν παύει να αναγνωρίζει, να τιμά και να διαφυλάσσει τη μνήμη εκείνων στους οποίους φανερώθηκε η ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Η εκκλησιαστική μνήμη δεν είναι ανθρώπινη κατασκευή ούτε προϊόν συναισθηματικής ευλάβειας. Είναι έκφραση της πίστεως ότι ο Χριστός εξακολουθεί να ενεργεί μέσα στο Σώμα Του, αναδεικνύοντας σε κάθε εποχή ανθρώπους που γίνονται «σκεύη εκλογής» και μάρτυρες της Βασιλείας Του. Η ιστορία της Εκκλησίας διδάσκει ότι οι μεγάλοι πνευματικοί πατέρες δεν επεδίωξαν ποτέ την προβολή τους. Αναζήτησαν την αφάνεια, τη μετάνοια και τη σιωπή. Η Εκκλησία, όμως, δεν είχε το δικαίωμα να αφήσει στη λήθη εκείνο που ο Θεός φανέρωσε ως δωρεά για ολόκληρο τον λαό Του. Γι’ αυτό και έγραψε τους Βίους των Αγίων, συνέταξε εγκωμιαστικούς λόγους, καθιέρωσε λειτουργικές μνήμες, κατέγραψε διδασκαλίες και διαφύλαξε την εμπειρία των θεουμένων ανθρώπων.

Μέσα σε αυτή την αδιάκοπη παράδοση εντάσσεται και ο μακαριστός Γέρων Αιμιλιανός. Η μελέτη της ζωής και της διδασκαλίας του δεν αποτελεί εξαίρεση ούτε καινοτομία· αποτελεί φυσική συνέχεια της ιστορικής και εκκλησιολογικής πορείας της Ορθοδοξίας.

Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ο μεγάλος θεολόγος της εμπειρίας του Θεού, διατυπώνει μία από τις συγκλονιστικότερες αλήθειες της εκκλησιαστικής ζωής: «Δεν υφίσταται η Εκκλησία ως Σώμα Χριστού άνευ των Αγίων» (βλ. Ἠθικὸς Λόγος 1, SC 122, 224-228). Η ρήση αυτή δεν αποτελεί ποιητική υπερβολή. Εκφράζει την πεποίθηση ότι η Εκκλησία δεν είναι ένας ιστορικός οργανισμός που επιβιώνει χάρη στη διοικητική του οργάνωση ή στην πολιτιστική του κληρονομιά. Είναι το Σώμα του Χριστού, μέσα στο οποίο το Άγιο Πνεύμα συνεχίζει να αγιάζει ανθρώπους σε κάθε εποχή. Εάν εξέλιπε η αγιότητα, θα είχε εκλείψει και η ζώσα παρουσία του Θεού μέσα στην ιστορία. Ακριβώς γι’ αυτό η Εκκλησία αναζητεί πάντοτε τα ίχνη της Χάριτος στους συγχρόνους της. Δεν προσθέτει τίποτε στην αγιότητα ενός ανθρώπου· αναγνωρίζει εκείνο που ο Θεός ήδη πραγματοποίησε.

Η εγκυρότερη, όμως, απάντηση σε κάθε αμφισβήτηση του Γέροντος Αιμιλιανού δεν βρίσκεται στα συνέδρια, τα βιβλία, τις ομιλίες, τις μελέτες ή στις θεολογικές αναλύσεις. Όλα αυτά έχουν τη σημασία τους, αλλά δεν αποτελούν το ουσιαστικότερο τεκμήριο της πνευματικής του προσφοράς. Η αυθεντικότερη μαρτυρία είναι ο καρπός της ζωής του. Είναι οι εκατοντάδες μοναχοί και μοναχές που γαλουχήθηκαν μέσα στο εκκλησιαστικό του φρόνημα και συνεχίζουν μέχρι σήμερα να ζουν το κοινοβιακό ιδεώδες με πνεύμα λατρείας, μετανοίας και αγάπης. Είναι οι πνευματικοί πατέρες που αναδείχθηκαν από τη δική του πατρική διακονία και συνεχίζουν να οικοδομούν την Εκκλησία σε διάφορες χώρες του κόσμου. Είναι οι χιλιάδες άνθρωποι που γνώρισαν μέσα από τον λόγο του τη χαρά της μετανοίας, τη δύναμη της Θείας Λειτουργίας, το μυστήριο της νοεράς προσευχής και την εμπειρία της ζώσας παρουσίας του Θεού. Είναι οι νέοι που βρήκαν νόημα ζωής.

Είναι ακόμα οι οικογένειες που ανακαινίσθηκαν,οι ψυχές που παρηγορήθηκαν. οι μοναστικές αδελφότητες που αναγεννήθηκαν,οι θεολόγοι που ανακάλυψαν μέσα από το έργο του τη βιωματική διάσταση της πατερικής θεολογίας. Αυτοί είναι οι αδιάψευστοι καρποί της παρουσίας ενός αληθινού πνευματικού πατέρα. Ο ίδιος ο Κύριος έδωσε το κριτήριο με το οποίο διακρίνεται κάθε αυθεντικός εργάτης του Ευαγγελίου: «Ἀπὸτῶνκαρπῶναὐτῶνἐπιγνώσεσθεαὐτούς.» (Ματθ. 7,16). Οι καρποί δεν κατασκευάζονται,δεν επιβάλλονται,δεν δημιουργούνται από την επικοινωνία. Είναι το αποτέλεσμα της επενέργειας της θείας Χάριτος μέσα στην ιστορία. Ίσως, λοιπόν, το σπουδαιότερο δίδαγμα που αφήνει πίσω του ο Γέρων Αιμιλιανός να είναι ότι η αυθεντική θεολογία δεν γεννιέται στα αμφιθέατρα ούτε εξαντλείται στις βιβλιοθήκες. Γεννιέται στη Θεία Λειτουργία, στην προσευχή, στη μετάνοια, στην υπακοή, στη ζωή της Εκκλησίας. Εκεί όπου ο λόγος γίνεται εμπειρία και η εμπειρία μεταμορφώνεται σε μαρτυρία.

Η Εκκλησία, παρά τις επιφυλάξεις κάποιων μεμονωμένων, θα συνεχίσει να ερευνά, να μελετά και να παρουσιάζει τη ζωή των μεγάλων πνευματικών μορφών της, όχι επειδή χρειάζονται ανθρώπινη δικαίωση, αλλά επειδή κάθε γενιά έχει ανάγκη από ζωντανά παραδείγματα που φανερώνουν ότι το Ευαγγέλιο δεν αποτελεί μία ανάμνηση του παρελθόντος, αλλά μία πραγματικότητα που συνεχίζει να μεταμορφώνει ανθρώπους. Εάν το παρόν δημοσίευμα συμβάλει έστω και ελάχιστα στην ορθότερη κατανόηση αυτής της αλήθειας, τότε θα έχει εκπληρώσει τον σκοπό του. Διότι τελικά το ζητούμενο δεν είναι να δικαιωθεί ένας Γέρων ούτε να απορριφθεί μία κριτική. Το ζητούμενο είναι να παραμείνει ανόθευτη η μαρτυρία της Εκκλησίας ότι ο Χριστός «ὁ αὐτὸςχθὲςκαὶ σήμερον καὶεἰςτοὺςαἰῶνας» (Εβρ. 13,8) εξακολουθεί να αναδεικνύει αγίους, να φωτίζει πνευματικούς πατέρες και να καλεί κάθε άνθρωπο στη μέθεξη της ζωής Του.

Το πρωτότυπο άρθρο https://www.orthodoxianewsagency.gr/gnomes/i-mnimoneysi-kai-timi-stous-xarismatouxous-pneymatikous-pateres-os-ekfrasi-tis-aytosyneidisias-tis-ekklisias/ ανήκει στο Ορθοδοξία News Agency .