- 🔺Του Σωτήρη Μ. Τζούμα
Η εικόνα του Μητροπολίτη Τυχικού να αποχωρεί από τον χώρο όπου διακόνησε τα τελευταία χρόνια προκαλεί αναμφίβολα ανθρώπινη συγκίνηση. Κανείς δεν μπορεί να παραμείνει αδιάφορος μπροστά σε μια στιγμή προσωπικής δοκιμασίας, ιδιαίτερα όταν αφορά έναν άνθρωπο που αφιέρωσε τη ζωή του στην Εκκλησία και εκείνη τον επιβράβευσε εκλέγοντάς τον Μητροπολίτη και η ίδια Εκκλησία με συνοπτικές διαδικασίες τον κήρυξε έκπτωτο.
Γι’ αυτό και μπροστά σε κάθε δύσκολη εικόνα, η πρώτη στάση και θέση μας δεν μπορεί παρά να είναι η προσευχή. Όχι ως αποφυγή της αλήθειας, αλλά ως αναγνώριση ότι η κρίση των προσώπων ανήκει τελικά στον Θεό, ενώ στους ανθρώπους ανήκει η προσπάθεια να διαφυλάξουν την ειρήνη,την ενότητα, να μην σκληρύνουν την καρδιά και να μην χάσουν την ικανότητα της διάκρισης.
Ο σεβασμός προς το πρόσωπο και η συμπόνια προς την ανθρώπινη δυσκολία αποτελούν χριστιανικό καθήκον.
Όμως η συγκίνηση δεν μπορεί να υποκαταστήσει την αλήθεια, ούτε το συναίσθημα να ακυρώσει την ευθύνη.
Η Εκκλησία δεν είναι ένας χώρος όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται με κριτήριο τη συμπάθεια ή τη δημοφιλία των προσώπων. Είναι ένα σώμα που πορεύεται μέσα από θεσμούς, ιερούς κανόνες και συλλογικές διαδικασίες, οι οποίες υπάρχουν ακριβώς για να διαφυλάσσουν την ενότητα και την τάξη.
Η απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου δεν ήταν μια αυθόρμητη ή συναισθηματική αντίδραση. Προηγήθηκαν οι παρεξηγήσεις, οι αντεγκλήσεις,οι επιπόλαιες αντιδράσεις του Τυχικού (που αναδείκνυαν έναν φανατισμό που τρόμαζε),οι μετέπειτα συζητήσεις, οι εξετάσεις στοιχείων και οι συνοδικές διαδικασίες, οι οποίες οδήγησαν σε αυτό το αποτρόπαιο αλλά αναγκαίο αποτέλεσμα. Είναι αλήθεια ότι τίποτα δεν έγινε σωστά. Από τη στιγμή που κακοφορμίστηκε η κατάσταση η διοίκηση της Εκκλησίας της Κύπρου- και όχι μόνο- ήθελε να απαλλαγεί από τον παρουσία του Τυχικού. Και τα κατάφεραν!
Βεβαίως κανείς δεν υποχρεούται να συμφωνεί με κάθε συνοδική απόφαση. Ωστόσο, η αμφισβήτηση μιας απόφασης δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι η απόφαση είναι άδικη ή ότι εκείνος που την υπέστη μετατρέπεται σε διωκόμενο ή ομολογητή.
Τα τελευταία εικοσιτετράωρα επιχειρείται από ορισμένους να δημιουργηθεί μια εικόνα θυματοποίησης του Τυχικού, συνοδευόμενη από ιστορικούς παραλληλισμούς με μορφές όπως ο Άγιος Νεκτάριος.
Πρόκειται όμως για μια σύγκριση που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή. Η Εκκλησία αναγνώρισε την αγιότητα του Αγίου Νεκταρίου, μετά από ολόκληρη τη ζωή του. Και τον αναγνώρισε τελικά ως Άγιο, όχι επειδή δεν πέρασε δοκιμασίες, αλλά ακριβώς επειδή μέσα σε αυτές δεν απώλεσε την ειρήνη, την ταπείνωση και την πίστη του Θεού αλλά και γιατί είδε τους καρπούς της ταπείνωσης, της υπομονής, της αγάπης και στη συνέχεια των θαυμάτων του.
Η μνήμη τέτοιων μορφών δεν δίνεται για να γίνουν εύκολες αναλογίες με το παρόν, αλλά για να θυμίζουν ότι η εκκλησιαστική πορεία είναι πάντοτε μυστήριο βαθύ, όπου η αλήθεια δεν εξαντλείται σε άμεσες κρίσεις, ούτε η ιστορία γράφεται στην ένταση της στιγμής.
Η αγιότητα δεν απονέμεται μόνο από την κοινή γνώμη ούτε προκύπτει επειδή κάποιος συγκρούστηκε με κάποια εκκλησιαστική αρχή.
Η ιστορία της Εκκλησίας διδάσκει ότι υπήρξαν περιπτώσεις όπου πρόσωπα αδικήθηκαν, αλλά διδάσκει επίσης ότι υπήρξαν και περιπτώσεις όπου οι εκκλησιαστικές αρχές μπορεί να ενήργησαν μερικές φορές βιαστικά αλλά αυτό ήταν το σωστό για την προστασία της ενότητας και της κανονικής τάξης. Γι’ αυτό η βιαστική αγιοποίηση ή η βιαστική καταδίκη οποιουδήποτε προσώπου αποτελεί εξίσου επικίνδυνο σφάλμα.
Αν πραγματικά θέλουμε να σταθούμε με εκκλησιαστικό φρόνημα απέναντι στα γεγονότα, οφείλουμε να αποφύγουμε τόσο τη σκληρότητα όσο και τη συναισθηματική υπερβολή.
Η συμπόνια προς τον άνθρωπο δεν αναιρεί τον σεβασμό προς τους θεσμούς. Και ο σεβασμός προς τους θεσμούς δεν δικαιολογεί την έλλειψη αγάπης προς τον άνθρωπο.
Η Εκκλησία δεν καλείται να υπηρετεί πρόσωπα, αλλά την αλήθεια του Χριστού. Και η αλήθεια αυτή απαιτεί υπομονή, διάκριση και ταπείνωση από όλους: από εκείνους που αποφασίζουν, από εκείνους που κρίνονται και από εκείνους που παρακολουθούν τα γεγονότα από απόσταση.
Ίσως, λοιπόν, η πιο ώριμη στάση δεν είναι ούτε η άκριτη υπεράσπιση ούτε η εύκολη καταδίκη. Είναι η αναγνώριση ότι η εκκλησιαστική ζωή είναι κάτι βαθύτερο από τις εικόνες που συγκινούν και τα συνθήματα που διχάζουν. Και ότι η δικαίωση, είτε αφορά πρόσωπα είτε αποφάσεις, δεν κρίνεται από τη φόρτιση μιας στιγμής αλλά από το πέρασμα του χρόνου, τους καρπούς της αλήθειας και τελικά την κρίση του Θεού.Εκείνος ξέρει! Και σίγουρα δίνει πάντα τη σωστή λύση! Και όταν χρειαστεί να επέμβει το κάνει… !



