
Ἡ Κύπρος, τό τρίτο μεγαλύτερο νησί τῆς Μεσογείου, ἀποτελεῖ ἕναν τόπο μέ πλούσια ἱστορία. Ἡ στρατηγική της θέση στήν ἀνατολική Μεσόγειο τήν καθιστοῦσε διαχρονικά σημαντική γιά τό ἐμπόριο καί τόν ἔλεγχο τῆς περιοχῆς. Γιά τόν λόγο αὐτό, πολλοί κατακτητές ἐπιδίωξαν νά τήν κατακτήσουν καί νά τή θέσουν ὑπό τήν κυριαρχία τους. Ἔτσι, ἡ ἱστορία τῆς Κύπρου εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένη μέ ἀγῶνες, διεκδικήσεις καί προσπάθειες διατήρησης τῆς ἑλληνικῆς ταυτότητάς της.
Μία ἀπό τίς πιό τραγικές καί καθοριστικές σελίδες τῆς σύγχρονης ἱστορίας τῆς Κύπρου γράφτηκε τό καλοκαίρι τοῦ 1974. Ἡ ὀργή καί ἡ βία πού ξέσπασαν τότε σημάδεψαν ἀνεξίτηλα τήν Κύπρο. Οἱ στρατιωτικές ἐπιχειρήσεις προκάλεσαν ἀνυπολόγιστο ἀνθρώπινο πόνο, ἐνῶ χιλιάδες Κύπριοι εἶδαν τή ζωή τους νά ἀλλάζει μέσα σέ λίγες μόνο ὧρες. Σπίτια ἐγκαταλείφθηκαν, περιουσίες χάθηκαν καί οἰκογένειες ξεριζώθηκαν ἀπό τίς πατρογονικές τους ἑστίες.
Στήν Ἑλλάδα ὑπῆρχε ἀπό τό 1967 ἡ στρατιωτική δικτατορία, ἡ ὁποία ἐπηρέαζε σημαντικά τίς πολιτικές ἐξελίξεις στήν Κύπρο. Στίς 15 Ἰουλίου 1974, ὀργάνωσε πραξικόπημα ἐναντίον τοῦ Προέδρου τῆς Κυπριακῆς Δημοκρατίας, Ἀρχιεπισκόπου Μακαρίου τοῦ Γ΄. Τή στιγμή αὐτή τῆς μεγάλης πολιτικῆς ἀστάθειας, ἡ Τουρκία βρῆκε τήν εὐκαιρία νά ἐπιβάλει τά διχοτομικά της σχέδια ἐναντίον τῆς Κύπρου. Στίς 20 Ἰουλίου τοῦ 1974, ἡ Τουρκία, παραβιάζοντας κάθε κανόνα τῆς διεθνοῦς νομιμότητας, συμπεριλαμβανομένου καί τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτη τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, εἰσέβαλε στρατιωτικά στήν Κύπρο.
Οἱ τουρκικές θηριωδίες καί ἡ βαρβαρότητα τοῦ τουρκικοῦ κατοχικοῦ στρατοῦ, καθώς προέλαυνε τό καλοκαίρι τοῦ 1974, καταγράφονται σέ ἔκθεση τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἐπιτροπῆς Δικαιωμάτων τοῦ Ἀνθρώπου. Στήν ἔκθεση αὐτή ὑπάρχουν μαρτυρίες καί Τούρκων ἀξιωματικῶν καί παλαίμαχων στρατιωτικῶν, πού πῆραν μέρος στήν εἰσβολή. Ἀπόστρατος ἀντισυνταγματάρχης τοῦ τουρκικοῦ Πεζικοῦ ἀναφέρεται σέ ἕνα τραγικό περιστατικό στό χωριό Σύσκλητο: Ἕνας ἀξιωματικός του Πυροβολικοῦ, δύο καταδρομεῖς καί ἕνας Τουρκοκύπριος εἰσῆλθαν σέ κατοικία, ὅπου βρίσκονταν 13 ἄοπλοι Ἑλληνοκύπριοι. Χωρίς νά ὑπάρξει ὁποιαδήποτε ἀντίσταση ἀπό τά θύματα, οἱ ἄνδρες ἄνοιξαν πῦρ ἐναντίον τους, μέ ἀποτέλεσμα νά χάσουν τή ζωή τους. Ἀκόμη ἕνα ἄτομο σκοτώθηκε κοντά στήν εἴσοδο τῆς οἰκίας μέ ἰδιαίτερα βίαιο τρόπο.
Οἱ μαρτυρίες ὅμως τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων, πού βίωσαν τήν τραγικότητα τοῦ πολέμου καί τόν πόνο τοῦ ξεριζωμοῦ, εἶναι αὐτές πού ἔχουν τή μεγαλύτερη βαρύτητα.
«Ὁ ἐφιάλτης εἶχε ἀρχίσει ξημερώματα τῆς 20ῆς Ἰουλίου, ὅταν ξυπνήσαμε μέ τίς σειρῆνες πού χτυποῦσαν σέ ὁλόκληρη τήν Κύπρο. Ἐπειδή στή Μύρτου ὑπῆρχε μεγάλο στρατόπεδο, βλέπαμε τούς στρατιῶτες νά πηγαίνουν πάνω κάτω, ἀλλά δέν εἴχαμε νιώσει ἔντονα τόν κίνδυνο. Πιστεύαμε ὅτι ἦταν κάτι πού θά περνοῦσε μέσα στίς ἑπόμενες μέρες.
Οἱ συγχωριανοί μάζευαν ὅ,τι μποροῦσαν ἀπό προσωπικά τους ἀντικείμενα, πού θεωροῦσαν πολύτιμα ἤ χρήσιμα, καί ἐπιβιβάζονταν σέ ὅποιο μεταφορικό μέσο ἔβρισκαν γιά νά φύγουν, πρίν νά εἰσβάλουν οἱ Τοῦρκοι στό χωριό. Εἴχαμε ἀκούσει γιά τήν ἀγριότητα καί τά ἐγκλήματα τῶν Τούρκων στρατιωτῶν στά ἄλλα χωριά καί ἔτσι στά βλέμματά μας κυριαρχοῦσε ἡ ἀναστάτωση, ὁ φόβος καί ἡ ἀπορία. Κλαίγαμε, φωνάζαμε, ἔκλαιγαν καί τά μωρά. Ἀλλά καί πάλι ὁ κόσμος πίστευε ὅτι ὅλα θά τελείωναν σέ λίγες μέρες καί ὅτι θά ἐπιστρέφαμε πίσω στά σπίτια μας, ὅταν σταματοῦσαν οἱ βομβαρδισμοί.
Φεύγοντας ἀπό τό χωριό, ἀπό τή μιά νιώθαμε ἀνακούφιση γιατί γλυτώσαμε, ἀλλά ἀπό τήν ἄλλη δέν εἴχαμε καί ποῦ νά πᾶμε. Ἦταν στά μέσα τοῦ καλοκαιριοῦ καί νά εἶσαι μαζί μέ ὅλο σου τό βιός σέ ἕνα φορτηγό δέν ἦταν καί τό καλύτερο. Μετά ἀπό παροτρύνσεις ἄλλων συγχωριανῶν κατευθυνθήκαμε πρός Κυπερούντα. Φτάνοντας ἐκεῖ κατασκηνώσαμε στήν αὐλή τοῦ σχολείου μαζί μέ κάμποσους ἄλλους. Οἱ συνθῆκες ἦταν πολύ ἄσχημες. Βρεθήκαμε νά μοιραζόμαστε ἕνα μικρό δωμάτιο δώδεκα ἄτομα. Μείναμε ἐκεῖ περίπου εἴκοσι μέρες.
Ὁ Ἐρυθρός Σταυρός φρόντιζε νά ἔχουμε τουλάχιστον τά βασικά, ψωμί, γάλα καί κάτι κουρελιασμένα ροῦχα, πού κάτι ἦταν κι αὐτά. Γιατί εἶχε κόσμο πού δέν πῆρε τίποτα μαζί του ὅταν ἔφευγαν, μοναδική τους ἔγνοια ἦταν νά σωθοῦν. Ὁ Γολγοθᾶς τῆς προσφυγιᾶς εἶχε ἀρχίσει. Σιγά-σιγά οἱ ἐλπίδες γιά ἐπιστροφή πίσω στά σπίτια μας ἄρχισαν νά σβήνουν, ὀπότε ἔπρεπε νά μεριμνήσουμε γιά μιά πιό ἀξιοπρεπή στέγη».
Στίς 22 Ἰουλίου συμφωνήθηκε κατάπαυση τοῦ πυρός. Ἀκολούθησαν διαπραγματεύσεις, χωρίς ὅμως νά ὑπάρξει οὐσιαστική συμφωνία. Ἔτσι, στίς 14 Αὐγούστου 1974 ξεκίνησε ἡ δεύτερη φάση τῆς τουρκικῆς στρατιωτικῆς ἐπιχείρησης. Μέσα σέ λίγες ἡμέρες, οἱ τουρκικές δυνάμεις κατέλαβαν περίπου τό 37% τοῦ ἐδάφους τῆς Κυπριακῆς Δημοκρατίας. Οἱ συνέπειες τῶν γεγονότων ἦταν ἰδιαίτερα βαριές γιά τόν πληθυσμό.
Περισσότεροι ἀπό 160.000 Ἑλληνοκύπριοι ἀναγκάστηκαν νά ἐγκαταλείψουν τά σπίτια καί τίς περιουσίες τους στίς κατεχόμενες περιοχές καί νά μετακινηθοῦν πρός τό νότιο τμῆμα τοῦ νησιοῦ. Παράλληλα, χιλιάδες Τουρκοκύπριοι μετακινήθηκαν πρός τόν βορρᾶ. Πολλές οἰκογένειες χωρίστηκαν, ἐνῶ ἑκατοντάδες ἄνθρωποι καταγράφηκαν ὡς ἀγνοούμενοι. Ἰδιαίτερα ὀδυνηρό ὑπῆρξε τό ζήτημα τῶν ἀγνοουμένων. Γιά πολλά χρόνια, οἰκογένειες περίμεναν νά μάθουν τήν τύχη τῶν ἀγαπημένων τους προσώπων. Ἀκόμη καί σήμερα συνεχίζονται οἱ προσπάθειες γιά τή διακρίβωση τῆς τύχης ὅλων τῶν ἀγνοουμένων μέσω ἐρευνῶν καί ταυτοποιήσεων.
Τά γεγονότα τοῦ 1974 σημάδεψαν ἀνεξίτηλα τήν ἱστορία τῆς Κύπρου καί ἄλλαξαν γιά πάντα τή ζωή της. Ἡ μνήμη παραμένει ζωντανή κι ὁ μαρτυρικός αὐτός τόπος περιμένει τή δικαίωση.
περιοδικο ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΙΟΥΛΙΟΥ 2026



