
Ὁ ὅσιος Δανιὴλ ὁ Στυλίτης (409-493) ἄκουσε κάποτε νὰ συζητοῦν γιὰ κάποιον εἰδωλολατρικὸ ναὸ στὸν ὁποῖο κατοικοῦσαν δαιμόνια. Κανεὶς δὲν τολμοῦσε νὰ περάσει κοντά του, οὔτε τὴν ἡμέρα, οὔτε τὴν νύχτα.
Οἱ δαίμονες ἔκαναν πολλὰ κακὰ στοὺς κατοίκους τῆς περιοχῆς καὶ τοὺς εἶχαν φέρει σὲ ἀπόγνωση. Ὁ ὅσιος ἄκουσε τὰ βάσανα τοὺς καὶ σκέφθηκε νὰ τοὺς βοηθήσει. Θυμήθηκε τὸν Μέγα Ἀντώνιο πού, ἐνῷ ὑπέφερε πολλὰ ἀπὸ τοὺς δαίμονες, στὸ τέλος πάντα τοὺς νικοῦσε.
Παρακάλεσε λοιπὸν κάποιον νὰ τοῦ δώσει περισσότερες πληροφορίες καὶ νὰ τοῦ δείξει ποὺ ἦταν κτισμένος ὁ ναός. Ὅταν ἔφθασε στὸν ἐπικίνδυνο τόπο, ἔμοιαζε μὲ γενναῖο πολεμιστή, ποὺ δὲν δειλιάζει ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ἀντιπάλων, ἀλλὰ ἀκάθεκτος ὁρμᾶ ἐναντίον τους. Μπῆκε μέσα στὸν ναὸ ἄφοβος μὲ πολεμικὸ θούριο τὰ λόγια τοῦ ψαλμοῦ: «Κύριος φωτισμός μου καὶ σωτήρ μου· τίνα φοβηθήσομαι; Κύριος ὑπερασπιστὴς τῆς ζωῆς μου· ἀπὸ τίνος δειλιάσω;» (Ψάλμ.
26, 1). Μὲ τὸ ἀκαταμάχητο ὅπλο τοῦ Σταυροῦ γυρίζει ἀπὸ γωνιὰ σὲ γωνιὰ τοῦ ναοῦ, γονατίζει καὶ προσεύχεται. Τὴν νύχτα ἄκουσε δυνατοὺς χτύπους καὶ θόρυβο ἀπὸ πολλούς.
Αὐτὸς ὅμως ἔμεινε ἀτάραχος στὴν προσευχή. Ἀγρύπνησε προσευχόμενος καὶ τὴν δεύτερη νύχτα. Τὴν τρίτη νύσταξε καὶ κοιμήθηκε.
Εἶδε στὸν ὕπνο του θεόρατα φαντάσματα νὰ πλησιάζουν καὶ νὰ λένε: –Ἄθλιε, ποιός σ’ ἔστειλε…
➪ Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου στο orthodoxia.gr


