Τοῦ Πρεσβυτέρου π. Γερασίμου Βουρνᾶ
Οἱ ρυθμοὶ ποὺ ἔχουμε ἐπιβάλει στὶς ζωές μας, ὁ τόπος πού ἔχουμε διαμορφώσει γύρω μας, καθὼς καὶ ὁ τρόπος πού ἐπιλέγουμε νὰ ζοῦμε, δὲν μᾶς ἀφήνουν χρόνο, τόπο καὶ τὴν ἀπαραίτητη ἠρεμία, γιὰ νὰ στραφοῦμε πρὸς τὸν αἰσθητὸ οὐρανό. Αὐτὸ τὸ ἀναντίρρητα ὑπέροχο δημιούργημα τοῦ Θεοῦ δὲν μᾶς συγκινεῖ! Δὲν μᾶς κάνει νὰ δοῦμε ὅτι ὑπάρχει κάτι, πέρα ἀπὸ τὰ στενὰ ὅρια τῶν ἰδιοτελῶν μας ζωῶν. Ἀκόμη καὶ ὅταν βρεθοῦμε μακριὰ ἀπὸ τὶς ἀφόρητες, πλέον, πόλεις, ὅπου ὁ οὐρανὸς μὲ τὸν ἥλιο, τὸ φεγγάρι καὶ τὰ ἄστρα του φαίνονται σὲ ὅλο τους τὸ μεγαλεῖο, ἀδυνατοῦμε νὰ στρέψουμε τὸ νοῦ καὶ τὴν καρδιά μας πρὸς αὐτὰ καὶ νὰ τὰ ἀφήσουμε κάτι νὰ μᾶς ποῦν. Ἀδυνατοῦμε νὰ ἐκφράσουμε αὐτὸ πού θὰ ἦταν τὸ πιὸ φυσικό: «Θεέ μου, γιατί εἶναι τόσο ὄμορφα;» καὶ «ἂν τὸ μεγαλεῖο τους Κύριε εἶναι τόσο, παρὰ τὸ ὅτι τελοῦν κι αὐτὰ ὑπὸ τὸ καθεστὼς τῆς Πτώσης, στὸ ὁποῖο ἐμεῖς τὰ συμπαρασύραμε πέφτοντας μακριά Σου, τότε τὸ μεγαλεῖο τοῦ πνευματικοῦ Οὐρανοῦ πόσο θὰ εἶναι; Τὸ μεγαλεῖο τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ Λόγου Σου ποιὸ θὰ εἶναι; Ἢ τὸ μεγαλεῖο τῆς «ὡραίας ὅπως ἡ σελήνη»[1] Μητέρας Του καὶ τῶν «καθάπερ ἄστρων»[2] Ἁγίων Σου Πάντων;».
Ἡ Ἐκκλησία μας αὐτὸν τὸν σκοπὸ ἔχει, νὰ φέρει τὸν πνευματικὸ Οὐρανὸ στὴ γῆ. Σὲ κάθε Θεία Λειτουργία κατ’ ἐξοχὴν μᾶς δίδεται ἡ εὐκαιρία νὰ παρακαλέσουμε γιὰ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ μας καὶ νὰ Τοῦ ζητήσουμε νὰ μᾶς κάνει ὅ,τι πιὸ ἀσήμαντο στὸν Θεϊκό Του Οὐρανὸ, γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ βλέπουμε καὶ νὰ νιώθουμε τὴν Παρουσία Του πού ἀποτελεῖ τὸ μόνο βάλσαμο στὴν παραφροσύνη, στὸ ἀδιέξοδο, στὴν ἀγωνία, στὸ ἀνικανοποίητο καὶ στὴν αὐτοκαταστροφή μας.
Παρὰ ταῦτα, ἀφήνουμε κάθε εὐκαιρία τῆς Ἐκκλησίας μας νὰ πάει χαμένη. Ὁ νοῦς μας δὲν μπορεῖ νὰ μαζευτεῖ καὶ ἡ καρδιὰ μας πλανᾶται ἄσκοπα, ὅπου ἀλλοῦ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Πηγὴ κάθε Ὡραίου, τῆς Εἰρήνης καὶ τῆς Ζωῆς.
Αὐτὸ τὸ δίλημμα θὰ μᾶς θέσει ὁ Χριστός μας στὸ Εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς.[3] Δὲν μᾶς ζητᾶ οὔτε νὰ παρατήσουμε τὰ σπίτια μας, οὔτε νὰ κόψουμε καὶ τὴν καλημέρα στοὺς συγγενεῖς μας ἢ στὸν ἄνθρωπό μας ἢ στὰ παιδιά μας, οὔτε νὰ μὴ ἔχουμε κανένα εἶδος περιουσίας, ὥστε νὰ κερδίσουμε τὴν αἰώνια ζωή. Διαφορετικά, δὲν θὰ εἴχαμε Ἁγίους ἐγγάμους καὶ τελικὰ θὰ ἁγίαζαν μόνο ἄποροι Ἅγιοι. Κάτι τέτοιο ἀσφαλῶς καὶ δὲν ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Ἱστορία. Αὐτὸ πού μᾶς καλεῖ ὁ Χριστὸς εἶναι νὰ ποθήσουμε πρῶτα Ἐκεῖνον, περισσότερο ἀπὸ κάθε τι ἄλλο. Τότε ὅλα τὰ ἄλλα θὰ τεθοῦν ὑπὸ τὴν Εὐλογία Του πού εἶναι καὶ ἡ μόνη προϋπόθεση, γιὰ νὰ γεμίσουν ἀπὸ τὸ Φῶς Του καὶ νὰ διαφύγουν τὸν ψυχοσωματικὸ θάνατο.
Ἡ ἐρχόμενη Κυριακή μᾶς δείχνει ὅτι τὸ «ὡς ἐν Οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς» ἐπιτυγχάνεται μόνο διὰ τῶν Ἁγίων Πάντων. Διότι μόνο δι’ αὐτῶν καθίσταται δυνατὴ ἡ ἕνωση Οὐρανοῦ καὶ γῆς. Αὐτὸ πού χρειάζεται εἶναι νὰ ἀρχίσουμε νὰ ποθοῦμε πιὸ πολὺ ἀπὸ κάθε τι τὸν Οὐρανὸ καὶ νὰ ἀσκούμεθα στὶς «ἅγιες ἀρετές», ποὺ ἐνήργησαν οἱ Ἅγιοι Πάντες καὶ τὶς συνοψίζει τὸ Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα τῆς ἑορτῆς.[4] Μεταξὺ ἄλλων ἀναφέρει τὸ ὅτι οἱ Ἅγιοι Πάντες «εἰργάσαντο δικαιοσύνην». Μᾶς δίδεται ἐδῶ ἡ ἀφορμὴ νὰ ἀναφερθοῦμε καὶ σὲ ἕνα ἐπίκαιρο ζήτημα, ὥστε νὰ δοῦμε σὲ μεγαλύτερες διαστάσεις τὸ πόσο μακριὰ εἴμαστε ἀπὸ αὐτὴ τὴν τόσο ἀπαραίτητη ἀρετὴ, ἂν θέλουμε νὰ γίνουμε συμπολίτες τῶν Ἁγίων .
Εἶναι γνωστὴ ἡ ἄδικη μεταχείριση πού ἔχει ὑποστεῖ ὁ πανιερώτατος ἐπίσκοπος Τυχικός. Ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ἐπὶ ἕνα καὶ πλέον χρόνο διασύρεται ἀπὸ τὰ μέσα μαζικῆς ἐνημέρωσης ὡς κακοῦργος, ἐνῶ τὸ μόνο του “ἔγκλημα” φαίνεται ὅτι εἶναι ἡ μὲ διάκριση τήρηση τῆς Ἱερᾶς μας Παράδοσης. Σὲ πρόσφατο διάγγελμά του, ὁ πανιερώτατος τὸ μόνο ποὺ ζητᾶ εἶναι νὰ ἔχει μιὰ δίκαιη ἐκδίκαση τῆς ὑπόθεσής του ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Σύνοδο τῆς Κύπρου, σύμφωνα μὲ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες καὶ τὴν κοινὴ λογική. Δήλωσε μάλιστα ὅτι γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ ἀναγκάζεται νὰ προσφύγει στὴν κρατικὴ δικαιοσύνη.
Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, αὐτὸ πού λαμβάνει ὡς ἀπάντηση εἶναι ὅτι τὰ δικαστήρια τοῦ Κράτους δὲν ἔχουν δικαίωμα νὰ ἐπέμβουν ὡς πρὸς τὸ ἂν διεξήχθη δικαίως ἢ ἀδίκως ἡ Συνοδικὴ δίκη τοῦ πανιερωτάτου. Ἀντὶ νὰ ντραποῦμε ὅλοι ὡς Ἐκκλησία, πού ἕνας ἄνθρωπος, γιὰ νὰ βρεῖ τὴν δικαιοσύνη, ἀναγκάζεται νὰ στραφεῖ στὸ κράτος, ἔχουμε τὸ κουράγιο νὰ κοροϊδεύουμε τοὺς ἑαυτούς μας καὶ τοὺς ἄλλους. Δηλαδή, δὲν μᾶς ἐνοχλεῖ πού ἔχουμε ἀδικήσει ἕνα ἄνθρωπο, ἀλλὰ τὸ ποιὸς θὰ μᾶς τὸ ὑποδείξει. Ἡ δικαιοσύνη εἶναι Δικαιοσύνη, ὅποιος κι ἂν εἶναι αὐτὸς πού θὰ τὴν ἀποδώσει. Ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος Παῦλος “ἐπεκαλέσθη Καίσαρα”, ὅταν χρειάστηκε καὶ ἡ Ἐκκλησία του θὰ ἀρνηθεῖ τὴν Δικαιοσύνη σὲ ἕνα ἐπίσκοπο; Ὁ Θεὸς νὰ μᾶς ἐλεήσει!
Ἀκόμη καὶ τὸ Οἰκουμενικό μας Πατριαρχεῖο ἀπεφάνθη ὅτι «διεπιστώθησαν παραλείψεις κατὰ τὴν ἐν τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου ἐκδίκασιν τῆς ὑποθέσεως τοῦ Μητροπολίτου Τυχικοῦ ὡς πρὸς τὰς προβλέψεις τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου αὐτῆς».[5] Ἐκτὸς αὐτοῦ ὅμως, δὲν ὑπάρχει Θεός; Δὲν θὰ δώσουμε λόγο; Πῶς θὰ ἑορτάσουμε τοὺς Ἁγίους Πάντες πού «εἰργάσαντο δικαιοσύνην», ὅταν ἐμεῖς ἀδικοῦμε, ὅταν ἀπὸ τὴν διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας ἕως τὸν ἁπλὸ λαὸ δὲν νιώθουμε πόθο γιὰ τὴν Δικαιοσύνη;
Δὲν εἴμαστε ἁρμόδιοι, οὔτε κατάλληλοι νὰ κρίνουμε τοὺς ἄλλους. Ὡστόσο, δὲν μποροῦμε νὰ μὴ ὁμολογήσουμε αὐτὸ πού βλέπουμε. Κλῆρος καὶ λαὸς ἀπέχουμε ἔτη φωτὸς ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Πάντες, χωρὶς μάλιστα νὰ μᾶς θλίβει αὐτὴ ἡ κατάσταση. Ἂν κάποιος βλέπει κάτι περισσότερο, ἂς παραθέσει τὴν ὀπτική του κι ἂν εἶναι καλύτερη θὰ χαροῦμε νὰ διαφωτιστοῦμε. Ἂς γίνει διάλογος καὶ ὄχι ἐπιβολὴ τοῦ ἰσχυροτέρου. Χρειάζεται ὁ πόθος ὅλων μας νὰ ὑπερισχύσει στὸ τέλος ἡ ὀπτική τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι αὐτὴ τῶν προσωπικῶν μας φιλοδοξιῶν.
Σὲ διαφορετικὴ περίπτωση εἰς μάτην τιμοῦμε τοὺς Ἁγίους Πάντας…
Σημειώσεις:
[1] Ἆσμα Ἀσμάτων, 6, 10. [2] Ἀπολυτίκιον Ἁγίων Πάντων, Ἦχος πλ. α΄, Ποίημα Κυρίλλου, Πατριάρχου Κων/πόλεως. [3] Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς Ἁγίων Πάντων, Κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιο (Κεφ. 10:32-33, 37-38 καὶ 19:27-30). [4] Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς Α΄ Ἐπιστολῶν, τῶν Ἁγίων Πάντων: Ἑβρ. ια΄ 33-ιβ΄ 2. [5] Βλ. ἐπίσημη ἱστοσελίδα Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τὸ «Ἀνακοινωθὲν γιὰ τὶς ἐργασίες τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου (17 Ὀκτωβρίου 2025)».



