
Υπό την προεδρία του Πατριάρχη Μόσχας κ. Κυρίλλου πραγματοποιήθηκε στις 16 Ιουνίου 2026 η τακτική συνεδρίαση του Ανώτατου Εκκλησιαστικού Συμβουλίου της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, με κεντρικό θέμα τη μέριμνα για τους στρατιωτικούς που επιστρέφουν από τις πολεμικές επιχειρήσεις.
Κατά την έναρξη της συνεδρίασης, ο Πατριάρχης Κυρίλλος υπογράμμισε την ανάγκη ουσιαστικής πνευματικής και ποιμαντικής στήριξης των βετεράνων, επισημαίνοντας ότι πολλοί εξ αυτών επιστρέφουν στην καθημερινότητα έχοντας βιώσει έντονο ψυχολογικό φορτίο, τραυματικές εμπειρίες και την απώλεια συμπολεμιστών τους.
«Ο ιερέας πρέπει να μπορεί να ακούει τόσο εκείνους που πέρασαν αυτές τις δοκιμασίες όσο και τους συγγενείς τους», ανέφερε χαρακτηριστικά, τονίζοντας ότι η Εκκλησία καλείται να προσφέρει λόγο παρηγοριάς και έμπρακτη στήριξη σε όσους αντιμετωπίζουν τις συνέπειες του πολέμου.
Παράλληλα, διευκρίνισε ότι οι κληρικοί δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τους γιατρούς ή τους ψυχολόγους, αλλά οφείλουν να συνεργάζονται με ειδικούς της ψυχικής υγείας και τις κοινωνικές υπηρεσίες, ώστε να παρέχεται ολοκληρωμένη υποστήριξη στους βετεράνους και τις οικογένειές τους.
Ο Πατριάρχης επισήμανε επίσης ότι η ποιμαντική μέριμνα πρέπει να επεκτείνεται και στις συζύγους, τις μητέρες και τα παιδιά των στρατιωτικών, καθώς οι συνέπειες του πολέμου επηρεάζουν ολόκληρο το οικογενειακό περιβάλλον. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην πρόληψη οικογενειακών συγκρούσεων και στην ενίσχυση της συνοχής της οικογένειας.
Στο πλαίσιο αυτό, πρότεινε οι ενορίες να προσφέρουν στους βετεράνους δυνατότητες ενεργούς συμμετοχής στην εκκλησιαστική ζωή, μέσω εθελοντικών δράσεων, έργων αποκατάστασης ναών, νεανικών πρωτοβουλιών και άλλων κοινωνικών δραστηριοτήτων.
«Η Εκκλησία μπορεί να γίνει ένας τόπος όπου οι στρατιώτες γίνονται δεκτοί χωρίς κρίση, όπου ο πόνος τους ακούγεται και όπου βοηθούνται να κατανοήσουν τις εμπειρίες τους μέσα από την κοινωνία με τον Θεό», σημείωσε.
Ολοκληρώνοντας την τοποθέτησή του, ο Πατριάρχης Κυρίλλος χαρακτήρισε τη στήριξη των βετεράνων και των οικογενειών τους ως μία από τις σημαντικότερες ποιμαντικές προτεραιότητες της Εκκλησίας, υπογραμμίζοντας ότι τα τραύματα του πολέμου συχνά παραμένουν για πολύ καιρό μετά τη λήξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων.


