Από το Σβερνέτς και τη Νέα Άρτα Αυλώνας μέχρι τα Εξαμίλια, η μάχη για τις περιουσίες είναι μάχη για τη μνήμη, την Ορθοδοξία και την ιστορική παρουσία του Ελληνισμού.
Του Δημοσθένη Ζιούλη
Υπάρχουν στιγμές που η επικαιρότητα δικαιώνει ανθρώπους οι οποίοι έβλεπαν πολύ πιο μακριά από τους υπόλοιπους. Σήμερα, καθώς οι αποκαλύψεις γύρω από τις μεθοδεύσεις στην περιοχή της Νάρτας, του Σβερνέτς και των Εξαμιλίων πληθαίνουν, έρχεται ξανά στο προσκήνιο μια σχεδόν προφητική παρατήρηση του μακαριστού Μεγάλου Αρχιεπισκόπου Αλβανίας Αναστασίου.
Όταν πληροφορήθηκε τα σχέδια που προωθούνταν στον Κόλπο της Νάρτας, δεν στάθηκε στα τεχνικά χαρακτηριστικά των έργων ούτε στις υποσχέσεις περί ανάπτυξης. Είδε κάτι βαθύτερο. Είδε τον κίνδυνο να αλλοιωθεί ο ιστορικός χαρακτήρας μιας περιοχής όπου η Ορθοδοξία και ο Ελληνισμός αποτελούν ζωντανή πραγματικότητα αιώνων.
Γι’ αυτό και αφιέρωσε χρόνια αγώνα στην ενίσχυση των τοπικών κοινοτήτων. Αποκατέστησε τη Βυζαντινή Μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Σβερνέτς, δημιούργησε δομές για τη νεολαία, στήριξε έργα κοινής ωφέλειας και έδωσε φωνή σε ανθρώπους που συχνά αισθάνονταν ξεχασμένοι από όλους. Για τον Αναστάσιο, οι περιουσίες των κοινοτήτων, των οικογενειών και της Εκκλησίας δεν ήταν απλώς τίτλοι ιδιοκτησίας. Ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορικής συνέχειας ενός λαού στον τόπο του.
Σήμερα, οι εξελίξεις στη Νάρτα, στο Σβερνέτς και στα Εξαμίλια αναδεικνύουν με τον πιο έντονο τρόπο αυτό που ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος είχε διακρίνει έγκαιρα: ότι πίσω από τις διαμάχες για τη γη, τις περιουσίες και τις επενδύσεις, κρίνεται η ίδια η επιβίωση των ιστορικών ορθόδοξων και ελληνικών κοινοτήτων της περιοχής.
Την ίδια στιγμή, προκαλεί εύλογο προβληματισμό η διαχρονική αδράνεια και η εμφανής αμηχανία του εθνικού κέντρου απέναντι σε εξελίξεις που σήμερα το βρίσκουν εκ νέου προ εκπλήξεων. Επί σειρά ετών, προειδοποιήσεις από εκπροσώπους της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας, της ΟΜΟΝΟΙΑΣ, του ΚΕΑΔ, της Ορθοδόξου Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Αλβανίας και τοπικών φορέων αντιμετωπίστηκαν με επιφυλακτικότητα ή υποβαθμίστηκαν στο όνομα μιας υποτιθέμενης ομαλότητας στις ελληνοαλβανικές σχέσεις.
Οι καταγγελίες που διατυπώνονται από εκπροσώπους της μειονότητας, με προεξάρχοντα τον πρόεδρο του ΚΕΑΔ και βουλευτή Ευάγγελο Ντούλε, συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι όσα συμβαίνουν δεν αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά, αλλά εντάσσονται σε μία ευρύτερη πολιτική που επηρεάζει άμεσα τα περιουσιακά, πολιτιστικά και συλλογικά δικαιώματα των γηγενών κατοίκων. Οι εξελίξεις των τελευταίων ετών, από τη Χειμάρρα μέχρι τη Νάρτα και το Σβερνέτς, αποδεικνύουν ότι οι ανησυχίες αυτές δεν μπορούν πλέον να αγνοούνται.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο αγώνας της ΟΜΟΝΟΙΑΣ, των τοπικών κοινοτήτων, των εκκλησιαστικών φορέων και των απλών ανθρώπων που αρνούνται να εγκαταλείψουν την ιστορική τους μνήμη αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Διότι όταν η πίστη, η ιστορία και τα νόμιμα δικαιώματα δοκιμάζονται, η υπεράσπισή τους δεν αποτελεί πράξη αντιπαράθεσης, αλλά πράξη ευθύνης απέναντι στις επόμενες γενιές.
Ο Αναστάσιος δεν αναστήλωσε απλώς τη Μονή του Σβερνέτς. Αγωνίστηκε να διασώσει μια μνήμη, να κρατήσει όρθιο έναν λαό και να διαφυλάξει μια ιστορική συνέχεια αιώνων. Ίσως γι’ αυτό, σήμερα που η γη, οι περιουσίες και η ίδια η ταυτότητα των γηγενών κοινοτήτων δοκιμάζονται, το μεράκι του μοιάζει περισσότερο από ποτέ με παρακαταθήκη και προειδοποίηση.
Γιατί κάποιοι βλέπουν την Ιστορία ως οικόπεδο και την πίστη ως εμπόδιο. Εκείνος, όμως, έβλεπε τον άνθρωπο, τη μνήμη και την αλήθεια.


