
Καθόμασταν ἕνα ἀπόγευμα στὸ μικρὸ μπαλκόνι τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Διονυσίου μετὰ τὸ ἀπόδειπνο καὶ τὴν προσκύνηση τῶν λειψάνων ὁ πατὴρ Χαρίτων, ὅπως συνήθιζε, εἶχε ἔρθει νὰ μᾶς κάνει λίγη παρέα. Μιλοῦσε μὲ ἁπλότητα καὶ σοφία γιὰ πνευματικὰ θέματα – γιὰ τὴν προσευχή, τὴν ταπείνωση, τὴ μετάνοια.
Καί, ὅπως συχνὰ ἔκανε, δὲν παρέλειψε νὰ ἀναφερθεῖ καὶ στὸ τσιγάρο. –Τὸ τσιγάρο, ἔλεγε, κάνει κακὸ στὸν ἄνθρωπο. Ὄχι μόνο στὸ σῶμα – αὐτὸ τὸ ξέρουν ὅλοι – ἀλλὰ κυρίως στὴν ψυχή.
Εἶναι δέσιμο. Πάθος. Δὲν κρατήθηκα.
Τοῦ λέω: –Πάτερ Χαρίτων, γιατί κυνηγᾶς μὲ τέτοια μανία ὅσους καπνίζουν; Μόλις δεῖς κάποιον μὲ τσιγάρο, ἀμέσως τρέχεις νὰ τοῦ πεῖς νὰ τὸ σβήσει. Ἀκόμα καὶ στὴν αὐλή, ἂν πάει κανεὶς νὰ καπνίσει, ξαφνικὰ ἐμφανίζεσαι καὶ τὸν μαλώνεις. Γιατί, καλέ μου πάτερ; Κυνηγᾶς τὸν κόσμο, μερικοὶ σκανδαλίζονται.
Μὲ κοίταξε ἤρεμα, μὲ βλέμμα βαθύ, καὶ μοῦ εἶπε: –Ἄκου, Πασχάλη μου! θὰ σοῦ πῶ. Ἐδῶ, στὸ μοναστήρι μας, ἕνας ἀδελφὸς μοναχὸς εἶχε μιὰ φοβερὴ ἐμπειρία.
Μιὰ μέρα πήγαινε νὰ ἑτοιμάσει τὸν ναὸ γιὰ τὴν ἀκολουθία. Καὶ ἐκεῖ, εἶδε αἰσθητά – μὲ τὰ μάτια του – τὴν Παναγία μέσα στὴν ἐκκλησία νὰ κλαίει. Τὴν πλησίασε ταραγμένος καὶ τῆς εἶπε: –Παναγιά μου, γιατί κλαῖς; Κι ἐκείνη, μὲ λυγμό, τοῦ ἀποκρίθηκε: –Παιδί…
➪ Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου στο orthodoxia.gr


