
Γράφει ὁ Δρ. Κωνσταντῖνος Βαρδάκας Εἶναι προχωρημένα μεσάνυχτα, ξημέρωμα τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος.
Ἐπιστροφὴ ἀπὸ τὴν Ἀγρυπνία καὶ ἔτσι τὸ μήνυμα ποὺ λάβαμε μας βρῆκε ξύπνιους. Παραμονὲς τῆς Μεταμόρφωσης ἕνας ἀπὸ τὴν Μακεδονία βρέθηκε γιὰ ὀλιγοήμερες διακοπὲς στὴν πανέμορφη Δυτικὴ Λέσβο. Ἔτσι ἀποφάσισε μὲ τὴν οἰκογένειά του ξεκινῶντας ἀπὸ τὴν Ἄντισσα νὰ προσκυνήσει τὴν Βυζαντινὴ Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Θεολόγου στὴν περιάκουστη Μόνη τοῦ Ὑψηλοῦ.
Φτάνοντας στὴν ἀρχὴ τῆς ἀπότομης ἀνηφόρας ἐκεῖ ποὺ σμίγει ὁ Οὐρανὸς μὲ τὴν Γῆ στὶς καλοκαιρινὲς διαθλάσεις τοῦ Φωτός, ἕνας καλόγερος τοῦ ἔκανε ὦτο στόπ. Σταμάτησε καὶ τὸν πῆραν, ἄλλωστε ἡ ἡλικία τοῦ μοναχοῦ ἦταν τέτοια ποὺ δὲν θὰ μποροῦσε μέσα στὸν καύσωνα νὰ ἀνέβει πρὸς τὸ Μοναστήρι καὶ εὐτυχῶς βρέθηκαν ἐκεῖ μὲ τὸ αὐτοκίνητο. Τὸν ρώτησαν: -Γέροντα ἀπὸ ποῦ ἔρχεσαι; Τοὺς ἀπάντησε: -Ἀπὸ τὴν Ἐρεσό, πάω σὲ γνωστά μου σπίτια καὶ τοὺς κάνω ἁγιασμοὺς γιατί τὸ χρειάζονται.
Κάποια στιγμὴ ἡ μηχανὴ τοῦ αὐτοκινήτου ζεστάθηκε πολύ. Κατέβηκαν ὅλοι, ἄνοιξαν το καπὸ καὶ περίμεναν νὰ κρυώσει. Ἀπὸ κάτω ἔχασκε τὸ γαλάζιο Ἀρχιπέλαγος στὴν κατηφοριὰ πρὸς τὸ Σίγρι.
-Σᾶς ἀρέσει; Τοὺς εἶπε ὁ καλόγερος μὲ τὸ τριμμένο ράσο. “Ζεῖτε πλέον γιὰ νὰ δεῖτε φωτιὰ στὸ Αἰγαῖο καὶ μετὰ Πλημμύρα μὲ τὸ Φῶς τῆς Μεταμόρφωσης ἴσια…
➪ Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου στο orthodoxia.gr


