Κωνσταντίνου Οικονόμου εξ Οικονόμων
Ο Χαρ. Κοντός υπογραμμίζει στον πρόλογό του ότι ανέλαβε αυτό το εγχείρημα για να μην «ξεχαστεί για μία ακόμη φορά ο μεγάλος δάσκαλος του Γένους μας, […] ένας από τους σημαντικότερους πρωτεργάτες, θεμελιωτές και υμνητές της εθνικής μας παλιγγενεσίας», γιατί ο Κ. Οικονόμος «είναι μία από τις φωτεινότερες και αγωνιστικότερες μορφές του Έθνους και της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας» (σ. 3).
Είχε ο Κων. Οικονόμος το τραγικό χρέος, όταν κηρύχτηκε η Επανάσταση και οι Τούρκοι με σφαγές και διώξεις εκδικούνταν τους Έλληνες, μετά τον απαγχονισμό του Πατριάρχη (10 Απριλίου), να εκφωνήσει τον επικήδειο λόγο στην Οδησσό, όπου κατέφυγε, ενώ με περιπετειώδη τρόπο έφθασε και το σκήνωμα του γενάρχη εκεί.
Στη Ρωσία ο Κων. Οικονόμος έμαθε τη ρωσική και άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες, γνωρίστηκε με τον Τσάρο, στον οποίο επέδωσε επιστολή του ζητώντας να βοηθήσει τον αγώνα των Ελλήνων, και τιμήθηκε από τον βασιλέα. Περιόδευσε σε ευρωπαϊκές χώρες, ζητώντας την υποστήριξη τους, και τιμήθηκε από πολιτικές και επιστημονικές αρχές. Πριν έρθει στην Ελλάδα, έγραψε διάφορες επιστημονικές εργασίες στη Ρωσία και τις εξέδωσε. Ορισμένες έστειλε και στην Ελλάδα δωρεάν, όπως και στον Ι. Καποδίστρια, ο οποίος ευχαρίστησε τον σοφό δάσκαλο και πρωτοπρεσβύτερο.
Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1834 και, μέχρι τον θάνατό του (το 1857), ασχολήθηκε έντονα, και με κύρος λόγου και συγγραφές, με μεγάλα εκκλησιαστικά, εθνικά και εκπαιδευτικά θέματα. Κατόρθωσε να συνδυάσει στην πνευματική του πορεία την ελληνική παιδεία, την Ορθόδοξη παράδοση και το ενδιαφέρον του για τις νέες επιστήμες.
Μετά τον θάνατό του δημοσιεύτηκαν σε δύο σειρές τα Εκκλησιαστικά του (4 τόμοι) και τα Φιλολογικά του (3 τόμοι) έργα.
Αγωνίσθηκε με σοφία και δύναμη για την υπεράσπιση της Μεγάλης Εκκλησίας και τη διατήρηση του σεβασμού προς αυτήν από την Ελληνική Εκκλησία, κατά την παράδοση των Ιερών Κανόνων. Συνέγραψε έργα και άρθρα αντικρούοντας απόψεις και πρακτικές της Βαυαροκρατίας και των νεωτεριστών συνεργατών της, όπως του ιερομόναχου Θ. Φαρμακίδη, που τάχθηκε υπέρ της απεξάρτησης της Εκκλησίας της Ελλάδος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Ο παντοδύναμος προτρεπτικός λόγος του Κων. Οικονόμου διαρθρώνεται σε ανάπτυξη σύνθετων επιχειρημάτων ενός δυναμικού λόγου, όπου η ενθάρρυνση και προτροπή προς τους Έλληνες να αγωνιστούν γενικά, εναλλάσσεται με επιχειρήματα-«απολογίες», αποτροπής και ανατροπής των κατηγόρων της Επανάστασης, ώστε να φανεί περίτρανα το δίκαιο και θεοφιλές τόλμημα των Ελλήνων. Επιστρατεύονται ιστορικά, ηθικά, πολιτικά και κοινωνικά επιχειρήματα σε έναν ορμητικό λόγο, που σκοπό έχει να εξυψώσει την εξέγερση και να προβάλει την αποφασιστικότητα και το όραμα της Ελευθερίας, της πίστης και της πατρίδας.
Γι’ αυτό, περιγράφεται με λεπτομέρειες η τυραννία των Τούρκων, όπως εκδηλώνεται σε όλες τις μορφές της ζωής των υποδούλων: καταπάτηση δικαιωμάτων, πολλαπλή βαρβαρότητα εξουσιαστικής καταπίεσης, ακόρεστη και αυθαίρετη πλεονεξία, αφαίρεση και του ελάχιστου πλούτου των ραγιάδων. Έτσι, η ζωή των Ελλήνων γίνεται αφόρητη και δικαιολογεί την απεγνωσμένη αντίσταση. Οι Τούρκοι ταπεινώνουν και «συμβολικά» τα πρόσωπα των Ελλήνων, εξευτελίζουν τη ζωή τους και προσβάλλουν το φιλότιμό τους, με το θράσος του δυνάστη και τον φανατισμό του αλλόπιστου.
Πρακτικά, τα κτήματα όλα των προγόνων των Ελλήνων ανήκουν στον κατακτητή, η σκληρή εργασία τους φορολογείται αφόρητα, τα προϊόντα του ιδρώτα τους είναι έρμαια καθημερινά σε κάθε Τούρκο ηγέτη ή οποιονδήποτε αλλόπιστο. Τονίζει ο Κων. Οικονόμου ότι και πνευματικά οι Τούρκοι διαρκώς προσβάλλουν την ορθόδοξη πίστη και βιάζουν την ελευθερία της συνείδησης. Σ’ αυτό συμβάλλει και ο θρησκευτικός φανατισμός τους, όπως ιστορικά καλλιεργήθηκε, η αναγνώριση της βίας ως στοιχείο του Μωαμεθανισμού, η κοινωνική παράδοση της “αρπαχτής”.
Όλα αυτά δικαιολογούν την Επανάσταση και δικαιώνουν τους Έλληνες στον τίμιο αγώνα τους. Η ανοχή που επέδειξαν μέχρι σήμερα δεν σημαίνει νομιμότητα του Δυνάστη. Οι Τούρκοι δεν έχουν δικαιώματα στη γη των Πατέρων των Ελλήνων. Οι Έλληνες κράτησαν με θυσίες την Ορθόδοξη Χριστιανική τους πίστη και αυτό πρέπει να το προσέξουν οι χριστιανοί της Δύσης. Οι Δυτικοί Ευρωπαίοι άφησαν τους Τούρκους χωρίς αποφασιστική αντίσταση στις επιδρομές τους, γιατί στράφηκαν στις εξερευνήσεις και την αποικιοκρατία.
Όμως, οι Έλληνες αποφάσισαν τώρα και αγωνίζονται για την ευσέβεια και την πατρίδα τους».
Ο αγώνας τους έχει, γι’ αυτό, την ευλογία του Θεού.
Έτσι, εύχεται οι γενναίοι Έλληνες να στήσουν τον Σταυρό στις Πύλες της Κωνσταντινούπολης. Με αυτή την προτροπή δείχνει ότι το όραμα των Ελλήνων ήταν η πρωτεύουσα της Ρωμιοσύνης και όχι η Αθήνα, που οι Μεγάλες Δυνάμεις, λόγω ανταγωνισμού, συμφερόντων και αρχαιοπληξίας, ονειρεύονταν. Προβολές16