Του Μητροπολίτου Σουηδίας κ. Κλεόπα.
Στην αρχαία Ελλάδα δεν υπήρχε ενιαία Πρωτοχρονιά. Κάθε πόλη-κράτος όριζε την αρχή του έτους με βάση το δικό της ημερολόγιο, το οποίο συνδεόταν άμεσα με φυσικά και κοσμικά φαινόμενα, όπως οι φάσεις της Σελήνης ή οι εποχικές αλλαγές.Ο εορτασμός της Πρωτοχρονιάς στους αρχαίους Έλληνες είχε κυρίως θρησκευτικό και κοσμολογικό χαρακτήρα. Περιλάμβανε θυσίες στους θεούς, τελετουργίες εξαγνισμού και εορτές αφιερωμένες σε θεότητες που συνδέονταν με την αναγέννηση, την βλάστηση και τον κύκλο της ζωής.Η αλλαγή του έτους δεν είχε τόσο προσωπικό ή συναισθηματικό χαρακτήρα, όσο συλλογικό: στόχος ήταν η εξασφάλιση της εύνοιας των θεών για την πόλη και την σοδειά, η αρμονία με την φύση και η συνέχιση της κοσμικής τάξης.Με την επικράτηση του χριστιανισμού, η έννοια του χρόνου υφίσταται ριζικό μετασχηματισμό και η Πρωτοχρονιά αποκτά θεολογικό και πνευματικό νόημα. Ο χρόνος παύει να είναι κυκλικός και αποκτά γραμμική και σωτηριολογική διάσταση, με αφετηρία την Δημιουργία και κατάληξη την Δευτέρα Παρουσία.
Ο άνθρωπος δεν κινείται πλέον σε έναν αέναο φυσικό κύκλο, αλλά σε μια ιστορία σωτηρίας, η οποία έχει αρχή, κορύφωση και τέλος.Αυτή η θεολογική θέση επηρεάζει άμεσα τον τρόπο με τον οποίο οι Βυζαντινοί βιώνουν την Πρωτοχρονιά, όχι με θορυβώδεις εκδηλώσεις, αλλά με λειτουργική σοβαρότητα, προσευχή και ελεημοσύνη.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, σε ομιλία του για την αρχή του έτους, αποδοκιμάζει τις κοσμικές αντιλήψεις περί «καλής τύχης» και τονίζει την ηθική ευθύνη του ανθρώπου: «Οὐχ ὁ καιρὸς ποιεῖ τὰς πράξεις ἀγαθάς, ἀλλ’ ἡ προαίρεσις· καὶ οὐ τὸ ἔτος ἀγαθὸν ἢ πονηρόν, ἀλλ’ ἡ ψυχὴ τοῦ πράττοντος.» (Εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ ἐνιαυτοῦ, PG 56, 154).Παρά τις διαφορές, η Πρωτοχρονιά παραμένει ένα προνομιακό σημείο συνάντησης ιστορίας, θεολογίας και ανθρώπινης εμπειρίας και ένα θρησκευτικό, κοινωνικό και πολιτισμικό όριο: από τον κυκλικό κόσμο της αρχαιότητας στην σωτηριολογική ιστορία του χριστιανισμού.
Λιγότερο από 1 λεπτό
Διάρκεια άρθρου:
Λεπτά
Το πρωτότυπο άρθρο ανήκει στο Orthodox Times .
