Επιμελείται και σχολιάζει ο Κωνσταντίνος Ι. Βαθιώτης EΑΝ ἐτελείωνε ἐδῶ τὸ δρᾶμα τῶν πρωτοπλάστων, τὸ δικό μας δρᾶμα, θὰ ἔπρεπε νὰ μελαγχολήσωμε καὶ νὰ ἀπελπιστοῦμε νὰ μείνωμε ἀπαρηγόρητοι. Θὰ εἴμαστε τὰ δυστυχέστερα ὄντα τῆς γῆς! ᾿Αλλ’ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ποὺ δὲν ἔχει ὅρια, ποὺ εἶναι ἀπέραντη καὶ ἄπειρη δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ ἀφήση τὸν ᾿Αρχέκακο νὰ θριαμβεύση καὶ τὸ «πλᾶσμα τῶν χειρῶν του» στὸ χάος ποὺ ὁ μισάνθρωπος τοῦ εἶχε ἀνοίξει. Ὄχι. Εἶχε ἐκεῖνος τὸ σχέδιό του, γιὰ νὰ σηκώση πάλιν τὸν ἄνθρωπο, γιὰ νὰ τὸν ἐπαναφέρη στὴν πρώτη θέσι, νὰ τὸν κάμη πάλιν παιδί του ἀγαπημένο. Το μεγάλο καὶ γεμᾶτο μυστήριο, σχέδιο τοῦ Θεοῦ, βγαλμένο ἀπὸ τὸν Πάνσοφο Νοῦ καὶ τὴν ἄπειρη ἀγάπη του ἦταν ἡ ἀναδημιουργία, ἡ λύτρωσις· ἦταν νὰ στείλη στὸν κόσμο τὸν Υἱό του, τὸν Κύριο ᾿Ιησοῦ, νὰ σηκώση τὸν πεσμένο παραβάτη, νὰ τὸν σώση, νὰ τὸν βάλη πάλιν στὸν Παράδεισο, τὸν οὐράνιο Παράδεισο, ποὺ εἶναι ἄπειρες φορὲς ὡραιότερος τὴ βασιλεία του τὴν ἔνδοξη καὶ αἰώνιο, ποὺ ἀπὸ καταβολῆς κόσμου εἶχε ἑτοιμάσει! Ἀμέσως λοιπὸν καὶ ταυτόχρονα μὲ τὴν πτῶσι τοῦ ἀνθρώπου ἀναγγέλλει ὁ Θεὸς τὸ σωτήριο τοῦτο σχεδιό του. Ο Μωϋσῆς, ὁ μεγαλόπνοος ᾿Αρχηγὸς καὶ Προφήτης στὸ πρῶτο βιβλίο τῆς Π. Διαθήκης, τὴ Γένεσι, διέσωσε τὸ προαιώνιο αὐτὸ σχέδιο-Προφητεία, ὅπως ἐβγῆκε ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Θεοῦ. Μέσα στὸν κῆπο τῆς Ἐδὲμ κατὰ τὴ θλιβερὴ ἐκείνη ἡμέρα τῆς παρακοῆς καὶ τὴ στιγμὴ ποὺ καταρᾶται τὸν ἀμετανόητο Σατανᾶ, ποὺ στάθηκε ἡ αἰτία τοῦ τραγικοῦ κακοῦ κάμνει καὶ τὴν ἀναγγελία τοῦ πανσόφου σχεδίου του. Καὶ ἡ ἀναγγελία αὐτή, ποὺ εἶναι τὸ πρῶτο χαρμόσυνο μήνυμα στὴ γῆ, μετὰ τὴ δημιουργία, εἶναι πράγματι οἱ πρῶτες ΚΑΜΠΑΝΕΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ, ποὺ κτύπησαν ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ τὴ γέννησι τοῦ Χριστοῦ στὴ γῆ ἀναγγέλλει ὁ Θεὸς τὴν ὥρα ἐκείνη. Υπόσχεται καὶ προευαγγελίζεται τὸν ἐρχομὸ τοῦ Λυτρωτή. ᾿Αλλ᾽ ἂς τὶς ἀκούσωμε κι’ ἐμεῖς. «Ἔχθραν θήσω ἀνὰ μέσον σοῦ καὶ ἀνὰ μέσον τῆς γυναικὸς καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σπέρματός σου καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σπέρματος αὐτῆς· αὐτός σου τηρήσει κεφαλήν, καὶ σὺ τηρήσεις αὐτοῦ πτέρναν. (Γεν. Γ΄ 15). «Θὰ θέσω», λέει ὁ Θεός, πρὸς τὸν ὄφι τὴ στιγμὴ ποὺ τὸν καταρᾶται, «μῖσος ἄσπονδο μεταξὺ σοῦ καὶ τῆς γυναῖκας. Ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους τῆς γυναῖκας αὐτῆς θὰ σοῦ συντρίψη τὴν κεφαλὴ καὶ σὺ θὰ συντρίψης τὴν πτέρνα του». Ἐδῶ βέβαια δὲν πρόκειται περὶ ἔχθρας μεταξὺ ἀνθρώπων καὶ φιδιῶν, ἀλλὰ περὶ ἐχθρότητας τοῦ Σατανᾶ καὶ κάποιας γυναῖκας. Θὰ θέσω ἔχθρα μεταξὺ τοῦ σπέρματός σου, τῶν ἀνθρώπων δηλαδὴ ἐκείνων, ποὺ ἐμπνέεις ἐσύ, Σατανᾶ, καὶ τοὺς ἔχεις κάμει ὁμοιώματά σου, ἰδικούς σου, σπέρμα σου καὶ ἀπογόνους σου καὶ μεταξὺ τοῦ «σπέρματος αὐτῆς» τῆς γυναῖκας. Γυναῖκα ἐνίκησες, Σατανᾶ, αὐτὴ σὲ ὑπεβοήθησε στὸ ἀνθρωποκτόνο ἔργο σου; ᾿Απὸ τὴ γυναῖκα θὰ νικηθῆς! Διὰ «τοῦ σπέρματος αὐτῆς». Ὄχι ἀπὸ τὸ σπέρμα τοῦ ἄνδρα, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ σπέρμα τῆς γυναῖκας θὰ νικηθῆς. Ἡ φράσις αὐτὴ φαίνεται μυστηριώδης· καὶ εἶναι πράγματι. Γιατὶ κατὰ παράδοξο καὶ μοναδικὴ ἐξαίρεσι ἀποδίδεται ἐδῶ ἡ λέξις σπέρμα στὴν γυναῖκα, ἐνῶ κυριολεκτείται στὸν ἄνδρα. Ἡ ῾Αγία Γραφὴ δὲν αναγράφει ἀλλοῦ γιὰ σπέρμα γυναῖκας. Ἐδῶ μόνο κάμνει εξαίρεσι. Γιατί πράγματι ἐδῶ κρύπτεται μυστήριο. Γιατὶ ἐδῶ πρό κειται γιὰ μιὰ ὑπερφυσικὴ γέννησι. Τὴ μοναδικὴ ὑπερφυσική γέννησι! Θέλει νὰ διακηρύξη ὁ Θεὸς ὅτι, ἀπὸ τὴ γυναῖκα, τὴν ὡρισμένη γυναῖκα θὰ ἐγεννᾶτο «ἄνευ σπέρματος ἀνδρός» Ἐκεῖνος πού θὰ συνέτριβε τὴν κεφαλὴ τοῦ φιδιοῦ, τὴ δύναμι τοῦ Σατανᾶ. Ἐμεῖς ὅλοι ὀνομαζόμαστε καὶ εἴμαστε «σπέρμα ἀνδρός». Αὐτὸς κατ’ ἐξαίρεσιν δὲν θὰ εἶναι «σπέρμα ἀνδρός». Καὶ ποιὸς εἶναι «Αὐτὸς» ποὺ θὰ ἐγεννᾶτο κατ’ αὐτὸ τὸ μοναδικὸ καὶ μυστηριώδη τρόπο; Οἱ αἰῶνες δὲν γνωρίζουν ἄλλο ἀπὸ τὸν Υἱὸ τῆς Παρθένου τῆς Ναζαρέτ, ἀπὸ τὸν ἐνανθρωπήσαντα Λόγο, ἀπὸ τὸ Σωτήρα Χριστό. «Διὰ Παρθένου γοῦν ἀπέκτεινε πρώην τὸν ᾿Αδὰμ ὁ Διάβολος, διὰ Παρθένου μετὰ ταῦτα κατηγωνίσατο τὸν Διάβολον ὁ Χριστός. Διὰ γυναικὸς ἐκράτησε, διὰ γυναικὸς ἥττηται. Τοῦτο ὅπλον ἦν αὐτῷ πρότερον, τοῦτο νῦν γέγονεν αὐτῷ σφαγῆς ὄργανον» (Χρυσόστομος). «Αὐτὸς» θὰ ἔλθη, προαναγγέλλει ὁ Θεὸς, καὶ θὰ συντρίψη τὴν κεφαλὴ τοῦ Διαβόλου· θὰ τοῦ καταφέρη θανάσιμο τραῦμα, θὰ τοῦ διαλύση τὸ κράτος καὶ τὴν ἐξουσία. Ταυτόχρονα ὅμως καὶ «σὺ τηρήσης αὐτοῦ πτέρναν». Καὶ σύ, δηλαδὴ, Σατανᾶ, θὰ τοῦ δαγκάσης τὴν πτέρνα, θὰ τοῦ καταφέρης ἕνα μικρὸ καὶ ἀσήμαντο κτύπημα. Θὰ τοῦ φονεύσης τὸ σῶμα, θὰ τὸν φέρης ὥς τὸ Γολγοθᾶ καὶ ἐπάνω ἐκεῖ θὰ τὸν θανατώσης. Ὀλ᾽ αὐτὰ εἶναι ἕνα δάγκαμα πτέρνας –πτέρνα τοῦ ᾿Ιησοῦ εἶναι ἡ ἀνθρωπίνη φύσις του– ἕνα τραῦμα ἐλαφρό. Γι’ αὐτὸ θὰ τὸν δῆς νὰ ἀναστηθῆ τὴν τρίτη ἡμέρα, γιὰ νὰ σοῦ ἀποδείξη, ὅτι δὲν τοῦ ἔκαμες τίποτε ἄλλο παρὰ ἕνα ἐλαφρὸ καὶ τιποτένιο τραῦμα. Ὅμως μὲ τὸ τραῦμα αὐτὸ τὸ μικρὸ ποὺ θὰ τοῦ καταφέρης στὸ σταυρὸ, θὰ συντριβῆ τὸ δικό σου καταραμένο κεφάλι. Παρήκουσαν, ἐφάνησαν ἀνάξιοι τῆς ἀγάπης τοῦ Δημιουργοῦ καὶ Πλάστου τους, οἱ προπάτορές μας. Ἄξιζαν τὴν πιὸ ἀδυσώπητη τιμωρία, τὸν ἐξολοθρευμό! Ἀλλά ποιὸς πατέρας, ὁτιδήποτε καὶ ἂν κάμουν τὰ παιδιά του μπορεῖ νὰ τὰ ἐξαφανίση; Ὅμως πάλιν δὲν θὰ ἀγαποῦσε ἂν δὲν ἐτιμωροῦσε· καὶ ἐτιμώρησε. Γονεῖς ποὺ δὲν τιμωροῦν τὰ παιδιά τους, ὅταν παρεκτρέπωνται δὲν τὰ ἀγαποῦν πραγματικά, ἀλλὰ ἀρρωστημένα. Ὁ Θεὸς τιμωρεῖ τὰ παιδιά του, τοὺς πρωτοπλάστους, ἀλλὰ συνάμα ἐκχύνει καὶ τὴν ἄπειρη ἀγάπη καὶ στοργή Του. Τοὺς διώχνει τώρα ἀπὸ τὸν Παράδεισο –ἔτσι ἔπρεπε νὰ γίνη– θὰ ὑποφέρουν, θὰ δοκιμάσουν θλίψεις, κακουχίες, αὐτὸ τὸ θάνατο! Ὅμως δὲν τοὺς ἀπελπίζει· ὅταν θὰ ἔλθη ὁ κατάλληλος χρόνος θὰ γεννηθῆ «Αὐτὸς» ποὺ θὰ λάβη ἐκδίκησι γιὰ τὸ μεγάλο κακό ποὺ τοὺς ἔγινε. Καὶ ἂν τώρα χάνουν τὸν Παράδεισο, πρέπει νὰ γνωρίζουν πὼς ᾿Εκεῖνος ποὺ θὰ συντρίψη τὸ κεφάλι τοῦ Σατανᾶ θὰ τοὺς ἀνοίξη τὴν πόρτα ἑνὸς ἄλλου παραδείσου, αἰώνιου καὶ ἀπαράμιλλου. Τὰ λόγια αὐτὰ τὰ θεϊκὰ ποὺ ἀκούστηκαν μέσα στὸν κῆπο τῆς ᾿Εδέμ, ἡ ὑπόσχεσις αὐτὴ καὶ διαβεβαίωσις τοῦ Οὐρανίου Πατέρα ἐστάθηκε ἡ παρηγορία καὶ τὸ φῶς γιὰ τοὺς προπάτορές μας, γιὰ τὶς ἀναρίθμητες γενεὲς τῶν ἀπογόνων τους. Σὲ μιὰ στιγμὴ τόσο κρίσιμη ἄνοιγε μιὰ πόρτα τοῦ Οὐρανοῦ. Σ᾿ ἕνα ἀπελπιστικὰ βαθὺ σκοτάδι χωρὶς ἄστρα καὶ φεγγάρι ἐφαίνετο ἕνα ζωηρὸ φῶς. Σὲ ὥρα καταποντισμοῦ ἐπαρουσιάζετο μιὰ σανίδα σωτηρίας. Σὲ στιγμὴ πένθους καὶ ἀπογοητεύσεως ἠκούετο χαρμόσυνος ὑπόσχεσις τῆς θείας στοργῆς, ποὺ ἔχυνε βάλσαμο παρηγορίας στὶς τραυματισμένες ψυχὲς τῶν σεβασμίων προπατόρων μας. Πρωτευαγγέλιο ὠνόμασαν τὰ λόγια αὐτὰ τὰ παρήγορα, τοῦ Θεοῦ τὴν ὑπόσχεσι τὴν ἐλπιδοφόρο. Τὸ πρῶτο εὐαγγέλιο, ἡ πρώτη χαρμόσυνος ἀγγελία, ἡ πρώτη προφητεία, ποὺ προαναγγέλλει τόσον καθαρά, τὴν ἄσπορο γέννησι τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴν Παρθένο Μαρία, τὸ σταυρικό θάνατό του –τὸ τραῦμα τῆς πτέρνας– καὶ τὴ νίκη του κατὰ τοῦ Διαβόλου. Οἱ πρῶτες καμπάνες τῶν Χριστουγέννων πού προμηνοῦσαν τὴ γέννησι τοῦ Λυτρωτή Χριστοῦ. kvathiotis.substack.com
Το πρωτότυπο άρθρο ανήκει στο Ορθόδοξος Τύπος .


