Ο βίος της Οσίας Ελισάβετ της θαυματουργούΕίχαν περάσει δεκάξι χρόνια από τότε πού παντρεύτηκαν κι ήταν ακόμη άτεκνοι. Στερημένοι από παιδί, όπως ήταν φυσικό, πικραίνονταν και λυπούνταν κι αδιάκοπα παρακαλούσαν τον καρδιογνώστη Θεό να τους διαλύσει τη λύπη της ατεκνίας και να τους χαρίσει παιδί, διάδοχο του γένους τους και κληρονόμο του πλούτου τους.Η σύναξη τέλειωσε αφού ο κόσμος είχε κάνει μεγάλης διάρκειας προσευχή στον χώρο του Καταχειλά, έτσι ονομαζόταν εκεί ο ναός της Παναγίας. Τότε, κατά τις δώδεκα η ώρα, αφού και πάλι συνάχτηκαν στον λαμπρό ναό της μάρτυρος Γλυκερίας, τέλεσαν τον εσπερινό κι όλοι από κει έφυγαν, ενώ μόνος ο Ευνομιανός μαζί με τη γυναίκα του την Ευφημία έμεινε σ’ εκείνο τον τόπο. Εκεί ικέτευε την αθληφόρο με θέρμη περισσή, να λύσει τα δεσμά της στείρωσής τους και παρ’ ελπίδα να τους χαρίσει παιδί. Τράβηξε η προσευχή τους ως τα μεσάνυχτα και τότε έγειραν χάμω και τους πήρε για λίγο ο ύπνος. Ύστερα ξύπνησαν και ω του θαύματος και των φρικτών του Θεού μυστηρίων- παρουσιάζεται στον άνδρα σε όνειρο η γλυκύτατη, όπως τόνομά της δήλωνε, μάρτυρα Γλυκερία και του λέγει. «Γιατί μου δημιουργείς κόπους, άνθρωπέ μου, και μου ζητάς αυτό που μόνο ο Θεός μπορεί να σου το δώσει; Όμως, αν στ’ αλήθεια δίνεις τον λόγο σου πως θ’ αποκτήσετε καρδιά και πνεύμα ταπεινό και πως ποτέ δεν θα καυχιέστε σε βάρος των άλλων, ευχή κάνω να σου δώσει με τις πρεσβείες μου ο μεγαλόδωρος Κύριος το γρηγορώτερο ένα κορίτσι. Αυτό θα το ονομάσεις Ελισάβετ, γιατί θ’ αναδειχθεί όμοια στην ψυχή με τη μητέρα του Ιωάννη του προδρόμου και βαπτιστή».
Αυτός με όρκο συμφώνησε ότι θα κάνει αυτά πού ζήτησε α αγία. Τότε εκείνη τον σφράγισε με το σημείο του σταυρού κι έφυγε από κοντά του. Ο άνδρας όταν ξύπνησε, διηγόταν το όραμα στη γυναίκα, ενώ και εκείνη έλεγε ότι είδε παρόμοιο. Το ίδιο και ο θεοφιλέστατος αρχιεπίσκοπος προικισμένος με διορατικό χάρισμα, όπως ακριβώς ή μάρτυς του Χριστού, έτσι κι εκείνος νουθετούσε τους δυο τους με συμβουλές. Ύστερα από τη γιορτή, αφού τους φιλοξένησε τρεις μέρες, τους ευλόγησε και ειρηνικά τούς ξεπροβόδισε για το σπίτι τους.Έπειτα απ’ αυτά γύρισαν στο σπίτι τους με πλημμυρισμένη την ψυχή από χαρά. Το κορίτσι μεγάλωνε και πρόκοβε σε χάρη Θεού. Όταν πια έγινε τριών χρόνων, ο πατέρας της άρχισε να της μαθαίνει τα ιερά γράμματα. Σ’ αυτά τόσο πολύ φάνηκε επιδέξια και ικανή, που τους βίους των άγίων και μόνο που τους άκουγε, μπορούσε να τους διηγείται. Μόλις συμπλήρωνε τα δώδεκα χρόνια, η μητέρα της έφυγε από την πρόσκαιρη ζωή. Ο πατέρας της ήθελε να την παντρέψει, αυτή όμως ούτε να το ακούσει δεν άντεχε. Ποθούσε πιο πολύ να νυμφευθεί τον αθάνατο νυμφίο Χριστό.
Κύλησαν από τον θάνατο της μητέρας τρία χρόνια κι ο Ευνομιανός, ο πατέρας της, έφυγε απ’ αύτή τη ζωή χαρούμενος προς τον Κύριο. Η μακαρία Ελισάβετ απόμεινε ορφανή. Όμως αμέσως δόθηκε με απόλυτη εμπιστοσύνη στον Θεό, τον πατέρα των ορφανών. Λαχτάρησε τον μοναχικό και ακτήμονα βίο. Γι’ αυτό το χρυσάφι και το ασήμι, που γι’ αυτήν είχαν αποθησαυρίσει οι γονείς της, και την άλλη της περιουσία, πού ήταν αξιόλογη, μοίρασε στους φτωχούς και με τα χέρια των φτωχών την κατέθεσε στον Θεό. Στους δούλους πάλι και στις δούλες της χάρισε την ελευθερία τους.Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα πέτυχε κάθε είδος αρετής και γέμισε με όλα τα χαρίσματα του Πνεύματος. Με μακροχρόνιες νηστείες δουλαγωγούσε τό σώμα της και το τυραννούσε, όπως ο μέγας Μωυσής κι ο Θεσβίτης Ηλίας. Έμενε δίχως να φάει πολλές φορές σαράντα ολόκληρες μέρες, ενώ ποτέ δεν έβαζε στο στόμα της λάδι, αλλά τρεφόταν μόνο με τον ζωντανό και επουράνιο άρτο. Κι όσο συνεχώς στολιζόταν με την ταπείνωση που εξυψώνει, και με τα μάτια της καρδιάς ατένιζε νοερά τη θεϊκή ομορφιά, τόσο δεν ήθελε ούτε και στο ελάχιστο να υψώσει τα μάτια της προς τον ουρανό, ώστε περισσότερο από τρισήμιση χρόνια είχε στραμμένο το βλέμμα της στη γη, χωρίς ούτε μια φορά να το σηκώσει προς τον ουρανό. Την ακτημοσύνη τη θεωρούσε σαν τον μεγαλύτερο πλούτο και γι’ αυτό την αγαπούσε εξαιρετικά. Είχε πάντοτε ένα μόνο χιτώνα φορώντας στολή αφθαρσίας, που με την απάθειά της είχε γι’ αυτήν υφανθεί απ’ τον Θεό. Κι όπως η ψυχή της καιγόταν από τον θεϊκό έρωτα, δεχόταν με ευκολία την παγωνιά του χειμώνα κι είχε γυμνά τα πόδια της από υποδήματα, έτσι ωραία καθώς πορευόταν προς το βραβείο της ουράνιας πρόσκλησης. Το σώμα της ποτέ δεν δέχτηκε να το πλύνει με θερμό νερό. Το διατηρούσε όμως καθαρό λούζοντάς το κάθε μέρα, όπως το λέει ο ψαλμωδός, με τις αστείρευτες πηγές των δακρύων της3. Και καθαρίζοντάς το από κάθε βρωμιά, καλλιεργούσε την ψυχή της έτσι, που νάχει όψη θεϊκή.Απ’ αυτό το γεγονός κι έπειτα γεμάτη από αισιοδοξία και σαν να πήρε κάποια σίγουρη πληροφορία ότι μπορεί με του Θεού τη δύναμη να νικήσει και τον νοητό, όπως και τον αισθητό δράκοντα, άρχισε με θάρρος να κάνει θαύματα.Αλλά και πολλές άλλες γυναίκες που πέθαιναν από την ίδια ασθένεια της αιμορραγίας έρχονταν σ’ αυτήν με ολόψυχη πίστη και τις θεράπευε σταματώντας μ’ ένα παρόμοιο τρόπο την αιμορραγία. Μαζί μ’ αυτές και κάποιος άνδρας εκ γενετής τυφλός, όταν άκουσε για τα θαύματα της οσίας, έρχεται σ’ αυτήν χειραγωγούμενος από άλλους. «Σπλαχνίσου με», έλεγε, «πιστή μαθήτρια του Θεού, και άνοιξέ μου τα μάτια για να δω το γλυκό φως και να δοξάσω με τη μεσιτεία σου τον Δημιουργό όλου του κόσμου». Λυγίζει η οσία από φιλανθρωπία στους θρήνους του και χωρίς να βραδύνει υψώνει ικετευτικά τα χέρια της στον ουρανό, παίρνει λάδι του αγίου, αλείφει τα μάτια του τυφλού και σε επτά ημέρες τον κάνει να βλέπει καθαρώτατα, ενώ εκείνος μεγαλόφωνα δόξαζε τον Θεό.Ενώ προσευχόταν, παρουσιάζεται κάποια γυναίκα σαν νάταν από εκείνες τις ξακουστές κι αρχόντισσες της πόλης. Την αγκαλιάζει με αγάπη αληθινή, την ασπάζεται και της λέει. «Καλώς ήρθες πολυαγαπημένη μητέρα». Και η οσία της λέει. «Ποια είμαι εγώ κυρία μου, η άσημη ξένη, που έτσι με τόση χαρά μ’ αγκάλιασες και με φίλησες, εμένα που ποτέ δεν με έχεις δει;». Εκείνη πάλι είπε. «Πριν συλληφθείς στην κοιλιά της μητέρας σου, κατοικώντας εδώ σε γνωρίζω. Αν θέλεις, έλα στο σπίτι μου και θα πληροφορηθείς γι’ αυτό». Όταν ρώτησε η οσία. «Πού είναι το σπίτι σου, κυρία μου;». «Στα δεξιά του ναού του αγίου ιερομάρτυρα Ρωμανού θα με δεις», είπε και με το λόγο αυτό έγινε άφαντη.
Τότε γεμάτη φόβο κι έκσταση η οσία έψαχνε παντού στον ναό ζητώντας νάβρει αυτήν που παρουσιάστηκε μπροστά της. Καθώς πουθενά δεν την έβλεπε, έφθασε βιαστικά στον πανέμορφο ναό του ιερομάρτυρα Ρωμανού. Εκεί προσευχήθηκε κι ενώ θαύμαζε την ομορφιά και τη μεγαλοπρέπεια του ναού, βρέθηκε στο δεξιό μέρος. Βγήκε από την πύλη και όταν είδε την εικόνα της αγίας και την αναγνώρισε, της φάνηκε ότι ήταν όραμα αυτό που είδε στον ναό της Θεοτόκου.
Αυτά σκεφτόταν και τότε κάποια φωνή ακούστηκε απ’ την εικόνα και της έλεγε. «Αυτή που τώρα βλέπεις κι’ εκείνη που είδες πριν στον ναό, είμαι εγώ. Αλλά γρήγορα γύρισε πίσω στο μοναστήρι σου, γιατί σύντομα πρόκειται ν’ αφήσεις τα γήινα και να ταξιδέψεις στην ουράνια πατρίδα». Γέμισε φόβο και φρίκη η ψυχή της αγίας. Κι όταν έπεσε στον νάρθηκα του ναού και κοιμήθηκε, πάλι βλέπει τη μάρτυρα του Χριστού να της λέγει. «Όπως καί πιο μπροστά σου είπα, πήγαινε στο μοναστήρι σου, γιατί ο καιρός της εκδημίας σου είναι κοντά. Είκοσι τέσσερες μέρες ακόμη και φεύγεις ειρηνικά προς τον Κύριο, ύστερα από την ετήσια γιορτή που τελείται στο μοναστήρι στη μνήμη του ενδόξου μεγαλομάρτυρα Γεωργίου».Απ’ τις δώδεκα το μεσημέρι βυθίστηκε σε υψηλό πυρετό, που κράτησε μέχρι την άλλη μέρα. Κατά τις εννέα το πρωί κοιμήθηκε ειρηνικά κι απόθεσε το πνεύμα της στα χέρια του Θεού στις 24 Απριλίου. Το τίμιο λείψανό της έσπευσαν όλοι απ’ τα γύρω μοναστήρια και το κήδεψαν λαμπρά με ψαλμούς και ύμνους στον ναό του μάρτυρα Γεωργίου. Το λείψανο μέχρι σήμερα με του Θεού τη δύναμη και τη χάρη σώζεται ανέπαφο και ακέραιο κι αναγνωρίζεται σαν κοινό ιατρείο για όσους το πλησιάζουν με πίστη. Γιατί καθένας που με απλότητα και σωστή προαίρεση προσεγγίζει τη σεβάσμια σορό και επικαλείται το θεοδώρητο όνομά της, απ’ οποιαδήποτε αρρώστια κι αν κατέχεται, αμέσως με τις πρεσβείες της απολαμβάνει την κατάλληλη από την αρρώστια θεραπεία.Κάποιος άνδρας που είχε παράλυτο το χέρι του, παράτησε κάθε ιατρική συμβουλή σαν ανώφελη και έτρεξε στον τάφο της οσίας έχοντας πάρει θάρρος μόνο από την πίστη του σ’ αυτήν. Μ’ αυτήν την πίστη σε μικρό χρονικό διάστημα βρήκε θαυματουργική θεραπεία. Είχε δηλαδή συμβεί σ’ αυτόν, σύμφωνα με τον λόγο του Ευαγγελίου, όπως πίστεψε, και αποκαταστάθηκε υγιές το παράλυτο χέρι του όπως ήταν και το άλλο, αφού χρίστηκε με αγιασμένο λάδι.
Κάποιος άλλος τυφλός πλησίασε τη σορό της οσίας με την ίδια προθυμία και πίστη, και αφού αλείφθηκε με όμοιο τρόπο με το άγιο λάδι, έφυγε βλέποντας ολοκάθαρα και μεγαλύνοντας τη θαυματουργή δύναμη και χάρη της οσίας.
Άλλος, που είχε ακάθαρτο πνεύμα κι άγρια παιδευόταν απ’ αυτό, πρόσπεσε στην άγια λάρνακα της οσίας κι αμέσως ελευθερώθηκε από τον ολέθριο δαίμονα. Γύρισε στο σπίτι του ήρεμος διηγούμενος σ’ όλους τα μεγαλεία του Θεού.
Τέτοια ήταν τα θαύματα της οσίας θαυματουργού Ελισάβετ και άλλα πολύ πιο πολλά άπ’ αυτά και πιο αξιοθαύμαστα. Αυτά δεν καταγράφηκαν στο παρόν βιβλίο, για να μην γίνει κουραστικό, άλλά έχουν γραφεί σε άλλο μέρος.
Πηγές:impantokratoros.gr–saint.gr

